Η έκθεση του Τζον Γκαλιάνο στο Met δεν σταμάτησε επειδή ξέσπασε απλώς θόρυβος στα social media. Μέσα στον Αύγουστο, όσο η Νέα Υόρκη έδειχνε άδεια, η απόφαση του μουσείου άρχισε να χάνει στηρίγματα στα πιο ισχυρά της δωμάτια: σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου, μεγάλους δωρητές, πολιτικά πρόσωπα και ανθρώπους με βάρος στην εβραϊκή κοινότητα της πόλης.
Η Άννα Γουίντουρ, παγκόσμια διευθύντρια σύνταξης της Vogue και πανίσχυρο μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Metropolitan Museum of Art, είχε στηρίξει προσωπικά τον Γκαλιάνο. Στις αρχές Αυγούστου επικοινώνησε με την Τζούλι Μένιν, πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου της Νέας Υόρκης, κόρη επιζώντος του Ολοκαυτώματος και την πρώτη Εβραία που κατέχει τη θέση. Η βιντεοκλήση κράτησε περίπου μισή ώρα και στόχος της ήταν να πειστεί η Μένιν ότι η έκθεση μπορούσε να προχωρήσει.
Η Γουίντουρ φέρεται να παρουσίασε τον Γκαλιάνο ως δημιουργική ιδιοφυΐα που έχει μετανοήσει για τα αντισημιτικά ξεσπάσματα που οδήγησαν στην καταδίκη του από γαλλικό δικαστήριο. Συζήτησε επίσης τρόπους να περιοριστούν οι αντιδράσεις: αλλαγή στην ημερομηνία του Met Gala, διαφορετικό βάρος στην έκθεση, ακόμη και ιδιωτική παρουσίαση σε εβραϊκούς ηγέτες πριν από το άνοιγμα. Η Μένιν, όμως, έφυγε από την κλήση με την αίσθηση ότι οι ανησυχίες της δεν είχαν πραγματικά ακουστεί.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, το σχέδιο είχε καταρρεύσει. Το Met ανακοίνωσε ότι το «John Galliano: Horizons» δεν θα προχωρήσει όπως είχε ανακοινωθεί, ενώ ο ίδιος ο Γκαλιάνο δήλωσε ότι, ύστερα από σκέψη και συζητήσεις, ήταν καλύτερο η έκθεση να μη γίνει «αυτή τη στιγμή». Η διατύπωση άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής της στο μέλλον, αλλά το πλήγμα για το μουσείο και τη Γουίντουρ είχε ήδη καταγραφεί.
Η υπόθεση ήταν φορτισμένη από την αρχή, γιατί το Costume Institute δεν είναι ένα απλό τμήμα μόδας. Με τη Γουίντουρ στο τιμόνι του Met Gala, η ετήσια βραδιά του μουσείου έγινε ένα από τα ισχυρότερα πολιτιστικά και οικονομικά γεγονότα της Νέας Υόρκης. Από φιλανθρωπικό δείπνο υψηλής κοινωνίας μετατράπηκε σε παγκόσμιο θέαμα, ανάμεσα σε Όσκαρ, Super Bowl της μόδας και βιτρίνα της αμερικανικής celebrity εξουσίας.
Το «John Galliano: Horizons» είχε σχεδιαστεί ως μεγάλη αναδρομή σε τέσσερις δεκαετίες δουλειάς, από τα πρώτα χρόνια του Γκαλιάνο μέχρι τον Dior, τον Givenchy και τη θριαμβευτική επιστροφή του στη Maison Margiela. Θα ήταν μία από τις ελάχιστες ατομικές εκθέσεις εν ζωή σχεδιαστή στο Costume Institute, τιμή που στο παρελθόν είχαν λάβει μόνο δύο εν ζωή δημιουργοί. Για τον κόσμο της μόδας, ο Γκαλιάνο είχε επιστρέψει: είχε απολογηθεί, είχε μιλήσει για εξάρτηση και θεραπεία, είχε συναντηθεί με εβραϊκούς ηγέτες και είχε ξανακερδίσει δημιουργικό κύρος.
Η μόδα, όμως, συγχωρεί με άλλους ρυθμούς από τη δημόσια μνήμη. Ο Γκαλιάνο είχε καταδικαστεί μετά το αντισημιτικό και ρατσιστικό ξέσπασμα του 2011 σε παρισινό μπαρ, όταν είχε κάνει σχόλια για τον Χίτλερ και τους θαλάμους αερίων. Η επιστροφή του χτίστηκε για χρόνια πάνω στη μετάνοια, τη θεραπεία και την ιδιοφυΐα. Το Met, όμως, δεν είναι οίκος μόδας ούτε πασαρέλα. Είναι ένας από τους πιο συμβολικούς πολιτιστικούς θεσμούς της Νέας Υόρκης.
Οι πρώτες αντιδράσεις ακούστηκαν αμέσως μετά την αποκάλυψη του σχεδίου για την έκθεση. Μέλη του μεγάλου διοικητικού συμβουλίου του Met ενοχλήθηκαν όχι μόνο από την επιλογή, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο είχε ληφθεί η απόφαση. Πολλοί ένιωθαν ότι δεν είχε γίνει αρκετή συζήτηση για το αν ένας σχεδιαστής καταδικασμένος για αντισημιτικό αδίκημα μπορούσε να τιμηθεί με την κεντρική έκθεση μόδας του μουσείου.
Στην αρχή, αρκετοί από όσους διαφωνούσαν προσπάθησαν να κινηθούν αθόρυβα. Κάποιοι φοβούνταν ότι μια δημόσια αντίδραση θα γύριζε εναντίον των ίδιων ή θα τροφοδοτούσε στερεότυπα. Το Met και οι σύμμαχοι της Γουίντουρ πίστευαν ακόμη ότι η υπόθεση μπορούσε να ελεγχθεί, ιδίως επειδή είχαν προηγηθεί ιδιωτικές συναντήσεις του Γκαλιάνο με εβραϊκούς ηγέτες, αρκετοί από τους οποίους είχαν πειστεί ότι ο σχεδιαστής είχε μετανοήσει.
Η ένταση μεγάλωσε όταν κυκλοφόρησε στους κύκλους της μόδας ανάρτηση της συμβούλου επικοινωνίας Λόρεν Λόντον για περιστατικό που, όπως υποστήριξε, συνέβη το 2019 σε πολυτελές κέντρο ευεξίας στην Ιταλία. Σύμφωνα με την ανάρτηση, ο Γκαλιάνο αντέδρασε επιθετικά όταν άκουσε μια φίλη της να μιλά εβραϊκά στο τηλέφωνο. Ο σχεδιαστής αρνήθηκε μέσω εκπροσώπου ότι το περιστατικό συνέβη, όμως η γυναίκα που φέρεται να ήταν παρούσα και η κόρη της υποστήριξαν την αφήγηση της Λόντον.
Την ίδια περίοδο, ο Arne Glimcher, ισχυρό πρόσωπο της αγοράς τέχνης, προειδοποίησε στελέχη του Met ότι δεν είχαν υπολογίσει το κόστος της επιλογής. Ανέφερε μάλιστα ότι ο ίδιος και η σύζυγός του επανεξετάζουν έργα που σκόπευαν να αφήσουν στο μουσείο μέσω της διαθήκης τους. Για έναν θεσμό που ζει από το κύρος, τις δωρεές και τις σχέσεις εμπιστοσύνης, αυτό δεν ήταν απλή διαφωνία για μια έκθεση μόδας.
Το κλίμα στη Νέα Υόρκη έκανε τα πράγματα ακόμη δυσκολότερα. Στις 14 Αυγούστου, επίθεση στην Central Synagogue του Μανχάταν τάραξε την πόλη, ενώ τα αντισημιτικά περιστατικά συνέχιζαν να αυξάνονται. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ιδέα ότι το Met θα τιμούσε με την πιο προβεβλημένη έκθεση μόδας του έναν σχεδιαστή με καταδίκη για αντισημιτικό αδίκημα δεν μπορούσε πια να παρουσιαστεί ως εσωτερική υπόθεση του fashion world.
Στις 26 Αυγούστου, η Τζούλι Μένιν έστειλε επίσημη επιστολή διαμαρτυρίας στη Γουίντουρ, στον διευθυντή του Met Μαξ Χόλαϊν και στον επικεφαλής επιμελητή του Costume Institute, Άντριου Μπόλτον. Έγραφε ότι οι πολιτιστικοί θεσμοί, ιδίως όσοι λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση από την πόλη, οφείλουν να δείχνουν πως το μίσος και η μισαλλοδοξία έχουν συνέπειες. Λίγο αργότερα, η δωρήτρια Άλις Τις χαρακτήρισε την έκθεση απόπειρα εξωραϊσμού ενός σχεδιαστή με γνωστό αντισημιτικό παρελθόν και προώθησε τις ανησυχίες της σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
Μέχρι την Παρασκευή, η κρίση είχε βγει από τα κλειστά δωμάτια. Η κριτική στα social media μεγάλωνε, η πίεση μέσα στο μουσείο αυξανόταν και οι βασικοί πρωταγωνιστές βρίσκονταν διασκορπισμένοι: ο Χόλαϊν στην Αυστρία, ο Μπόλτον στη λίμνη Κόμο, ο Γκαλιάνο στο στούντιό του στο Παρίσι. Για το πρωί της Δευτέρας ορίστηκε συνεδρίαση της εκτελεστικής επιτροπής και για το απόγευμα τηλεδιάσκεψη ολόκληρου του διοικητικού συμβουλίου.
Πριν ακόμη γίνουν οι συνεδριάσεις, είχε βρεθεί η δημόσια διατύπωση. Ο Γκαλιάνο θα ανακοίνωνε ότι ο ίδιος ζητούσε να μη γίνει η έκθεση αυτή τη στιγμή. Λίγο πριν από τις 9 το πρωί της Δευτέρας, δημοσίευσε δήλωση στην οποία έλεγε ότι δεν ήθελε η συζήτηση γύρω από το πρόσωπό του να φέρει το Met σε δύσκολη θέση ή να αποσπάσει την προσοχή από τη δουλειά του Costume Institute. Αναγνώριζε επίσης ότι μια έκθεση προς τιμήν του θα ήταν επώδυνη για κάποιους.
Η δήλωση άνοιξε νέο γύρο αντιδράσεων. Χιλιάδες χρήστες υπερασπίστηκαν τον Γκαλιάνο, γράφοντας ότι η απόφαση ήταν άδικη, ενώ άλλοι κατηγόρησαν το Met και τη Γουίντουρ ότι επιχείρησαν να περάσουν μια πράξη θεσμικής αποκατάστασης χωρίς να μετρήσουν το βάρος της. Στην τηλεδιάσκεψη του διοικητικού συμβουλίου το απόγευμα της ίδιας ημέρας, η ηγεσία του μουσείου φέρεται να επέπληξε μέλη που είχαν μιλήσει στον Τύπο. Όταν τέθηκε το ερώτημα γιατί δεν είχε ενημερωθεί νωρίτερα ολόκληρο το συμβούλιο, η απάντηση ήταν ότι δεν μπορεί να εμπλέκεται σε κάθε απόφαση.
Το Met υποστήριξε ότι η έκθεση είχε περάσει από τις καθιερωμένες διαδικασίες επιμελητικής ανάπτυξης και θεσμικού ελέγχου. Η Γουίντουρ ήταν παρούσα στην τηλεδιάσκεψη, αλλά δεν μίλησε. Αργότερα, σε κείμενο της Vogue για την υπόθεση, χαρακτήρισε τον Γκαλιάνο κορυφαίο couturier της γενιάς του και περιέγραψε την έκθεση όχι ως ακυρωμένη, αλλά ως αναβληθείσα.
Το ερώτημα που έμεινε δεν αφορά μόνο τον Γκαλιάνο. Αφορά τη δύναμη ενός θεσμού να αποκαθιστά δημόσια έναν δημιουργό, τον χώρο όπου γίνεται αυτή η αποκατάσταση, τη στιγμή που επιλέγεται και το κόστος της.
Η Άννα Γουίντουρ έχει περάσει δεκαετίες επιβάλλοντας τη δική της κρίση στη μόδα, στο Met Gala και στην οικονομία του θεάματος. Στην υπόθεση Γκαλιάνο, όμως, η κρίση της συνάντησε μια πόλη όπου η μνήμη, το χρήμα, η πολιτική και το τραύμα δεν ήταν διατεθειμένα να ακολουθήσουν απλώς το ένστικτο της μόδας.
Με στοιχεία από The New York Times