Μαντόνα: Αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου

Μαντόνα: Αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου Facebook Twitter
φωτογραφία: Greg Corman
0

Η Μαντόνα δεν γεννήθηκε στην πίστα. Γεννήθηκε εκεί όπου κάποιος άλλος νόμιζε ότι είχε δικαίωμα να την κοιτάξει πρώτος.

Πριν γίνει βασίλισσα, πριν γίνει μύθος, πριν γίνει το σώμα πάνω στο οποίο η pop έμαθε να μιλάει για σεξ, θρησκεία, ντροπή, εξουσία και σκάνδαλο, ήταν ένα κορίτσι στη Νέα Υόρκη που κοιμόταν όπου έβρισκε, έτρωγε φτηνά, φορούσε σταυρούς σαν να ήταν φυλαχτά και όπλα μαζί, και προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει όταν όλοι θέλουν κάτι από σένα αλλά κανείς δεν θέλει να σου δώσει πραγματικά τίποτα.

Αυτή η Μαντόνα επιστρέφει τώρα μέσα από ένα παλιό υλικό του 1985 που ξανακυκλοφορεί online σαν βρόμικο ψηφιακό εικόνισμα: screenshots από περιοδικό, μαύρα γράμματα, παλιό χαρτί, νεανική αλαζονεία, καθολική ενοχή, trash sex appeal, downtown πείνα. Όχι η Μαντόνα του μουσείου. Όχι η Μαντόνα των αφιερωμάτων. Η άλλη. Η πιο επικίνδυνη. Εκείνη που δεν έχει προλάβει ακόμη να γίνει μνημείο και γι’ αυτό καίει περισσότερο.

Μαντόνα: Αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου Facebook Twitter

Η αφορμή δεν είναι νοσταλγική. Την ώρα που η σημερινή Μαντόνα επιστρέφει ξανά στο σύμπαν των Confessions, φωτογραφίζεται, μιλά για σεξ, προσευχή, σώμα και μνήμη, το διαδίκτυο την ξαναβάζει στο ίδιο παλιό δικαστήριο: είναι πολύ μεγάλη, πολύ φτιαγμένη, πολύ επίμονη, πολύ απρεπής, πολύ ζωντανή. Όμως το υλικό του 1985 θυμίζει κάτι πιο άβολο: η Μαντόνα δεν περίμενε ποτέ να της επιτρέψουν να υπάρξει σωστά. Έμαθε από νωρίς ότι, αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου.

Υπάρχει, λοιπόν, μια Μαντόνα που δεν φοράει ακόμα το βάρος του μύθου της. Δεν έχει γίνει ακόμη η γυναίκα που θα κάνει τη σταύρωση κόσμημα, το σουτιέν πανοπλία, την πίστα εξομολογητήριο και το σεξ δημόσια γλώσσα. Είναι ακόμη ένα κορίτσι με το σώμα σε εγρήγορση, με το στόμα έτοιμο να δαγκώσει, με την πείνα κάπου ανάμεσα στο στομάχι και στην κάμερα.

Και όμως, είναι ήδη ολόκληρη.

Στο παλιό υλικό δεν βλέπουμε απλώς μια σταρ στην αρχή της. Βλέπουμε κάτι πιο επικίνδυνο: μια γυναίκα πριν από την αγιοποίηση, πριν από τη μουσειοποίηση, πριν από τα think pieces για το πρόσωπο, το σώμα, τις επεμβάσεις, τις επιστροφές, τα σκάνδαλα και τις ατέλειωτες αναστάσεις της. Βλέπουμε το εργαστήριο. Εκεί όπου η Μαντόνα δεν έχει ακόμη γίνει Madonna, αλλά έχει ήδη καταλάβει ότι θα πρέπει να τη φτιάξει μόνη της.

Από σκουπίδια, από καθολικά σύμβολα, από χυδαίους άντρες που δεν επέστρεφαν τα τηλεφωνήματά της, από σουτιέν που έσφιγγαν το σώμα, από σταυρούς που έλαμπαν στο σκοτάδι, από φτώχεια, από ερωτική ντροπή, από εγωισμό, από φόβο, από την ανάγκη να την κοιτάνε και τον τρόμο μπροστά στο τι μπορεί να κάνει αυτό το βλέμμα όταν δεν το ελέγχεις.

Το πιο αποκαλυπτικό σημείο δεν είναι καν μια μεγάλη δήλωση. Είναι μια πόρτα.

Μαντόνα: Αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου Facebook Twitter

Η Μαντόνα έχει πάει, μαζί με ανθρώπους του κύκλου της, στο διαμέρισμα του Stephen Jon Lewicki για να δει το A Certain Sacrifice, την αλλόκοτη, φτηνή, υπόγεια ταινία στην οποία είχε παίξει πριν γίνει διάσημη. Σύμφωνα με την αφήγηση του παλιού κειμένου, μιλάει συνέχεια όταν δεν είναι στην οθόνη. Δηλαδή κάνει αυτό που θα κάνει για δεκαετίες: δεν αφήνει ποτέ την εικόνα της μόνη με τους άλλους. Τη συνοδεύει. Την παρενοχλεί. Την υπονομεύει. Την προστατεύει.

Φεύγοντας, στέκεται στο κατώφλι και πετάει στον Lewicki ένα «fuck you». Όταν εκείνος τη ρωτάει τι εννοεί, απαντά πως είχαν πάντα μια ανταγωνιστική σχέση και ήθελε να το κρατήσει έτσι. Μετά χάνεται στη νύχτα της Νέας Υόρκης με την παρέα της, τα μυστήρια και τα μυστικά της.

Αυτό δεν είναι απλώς ανεκδοτολογία. Είναι η μικρή γέννηση μιας μεθόδου.

Η Μαντόνα ξέρει από πολύ νωρίς ότι η τρυφερότητα, αν μείνει απροστάτευτη, γίνεται υλικό στα χέρια των άλλων. Ξέρει ότι ο άντρας που την κινηματογραφεί, ο παραγωγός που δεν απαντάει, ο δημοσιογράφος που τη ρωτάει, ο θεατής που τη θέλει, όλοι διεκδικούν ένα κομμάτι της πριν εκείνη αποφασίσει τι θα δώσει. Οπότε φτιάχνει ένα σύστημα άμυνας που μοιάζει με επίθεση. Γίνεται εριστική. Γίνεται αστεία. Γίνεται πρόστυχη. Γίνεται προκλητική. Γίνεται η ίδια το πρόβλημα που οι άλλοι νομίζουν ότι περιγράφουν.

Μαντόνα: Αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου Facebook Twitter

Το παλιό υλικό έχει αυτή τη σπάνια αξία: δεν τη συλλαμβάνει μετά τη νίκη, αλλά λίγο πριν η νίκη αποκτήσει επίσημο λεξιλόγιο. Δεν έχουμε ακόμη την παγκόσμια Madonna, έχουμε όμως όλα τα υλικά της. Την καθολική φαντασία. Τη σεξουαλική αθωότητα ως παγίδα. Την trash αισθητική ως ταξική εκδίκηση. Τη φτώχεια ως μνήμη σώματος. Τον έρωτα ως μετακίνηση από έναν άντρα στον επόμενο, όχι από αναισθησία αλλά από ανυπομονησία, από υπαρξιακή πείνα, από την αδυναμία να μείνει εκεί όπου ο άλλος αρχίζει να γίνεται μικρότερος από την επιθυμία της.

Όταν μιλάει για την παρθενία, δεν μιλά ακριβώς για το σεξ. Μιλά για την αδεξιότητα. Για το να μην ξέρεις ακόμη τι κάνεις. Για την πρώτη φορά όχι ως ηθική απώλεια, αλλά ως τεχνική ανεπάρκεια. Η αγνότητα δεν την αφορά. Τη βαριέται. Αυτό που την αφορά είναι η στιγμή που το σώμα παύει να ζητά άδεια.

Δεν έχασε την παρθενιά της όταν έκανε σεξ. Την έχασε όταν έπαψε να είναι αδέξια απέναντι στο βλέμμα.

Αυτή η φράση θα μπορούσε να σταθεί πάνω από όλη της την καριέρα. Η Μαντόνα δεν έγινε Μαντόνα όταν την είδαν. Έγινε Μαντόνα όταν έμαθε πώς να τους κάνει να κοιτάζουν.

Όταν μιλάει για τους άντρες, δεν υπάρχει ρομαντική θολούρα. Υπάρχει μια σχεδόν βίαιη ειλικρίνεια. Λέει ότι πάτησε πάνω σε άντρες για να φτάσει στην κορυφή, αλλά ότι εκείνοι θα την έπαιρναν πίσω γιατί την αγαπούσαν και εκείνη τους αγαπούσε. Είναι κυνικό και παιδικό μαζί. Σκληρό και τραυματισμένο. Μια εξομολόγηση που δεν ζητά συγγνώμη, γιατί η συγγνώμη θα την έκανε μικρή.

Μαντόνα: Αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου Facebook Twitter

Θέλει να είναι ένα εκατομμύριο διαφορετικοί άνθρωποι. Θέλει να μένει με κάθε αγόρι και ταυτόχρονα να προχωρά στο επόμενο. Όχι επειδή δεν νιώθει, αλλά επειδή νιώθει περισσότερο απ’ όσο χωράει μια σταθερή σχέση. Δεν μένει για να πεθάνει συναισθηματικά. Φεύγει. Θέλει κι άλλο. Θέλει τον επόμενο ήχο, το επόμενο σώμα, το επόμενο δωμάτιο, το επόμενο βλέμμα. Σαν να φοβάται ότι αν σταματήσει, θα επιστρέψει εκείνη η παλιά πείνα που δεν έχει glamour, μόνο κρύο.

Και πράγματι, η Νέα Υόρκη του παλιού κειμένου δεν είναι ωραία. Δεν είναι η καρτ ποστάλ του downtown μύθου. Είναι πρόβες, χώροι χωρίς θέρμανση, λίγα λεφτά, ύπνος ανάμεσα σε ενισχυτές, φαγητό με το δολάριο, γιαούρτι και φιστίκια, σκουπίδια που μυρίζουν αρκετά καλά ώστε να ανοίξεις τη σακούλα μήπως βρεις πατάτες. Η Μαντόνα μιλάει γι’ αυτά χωρίς το μεταγενέστερο φίλτρο της inspirational ιστορίας. Δεν λέει «ήμουν φτωχή και τα κατάφερα» με τη γυαλισμένη ευγνωμοσύνη του νικητή. Λέει κάτι πιο βρόμικο: ήμουν εκεί, επέζησα, και δεν σκοπεύω να ντραπώ για τίποτα.

Η πιο βαθιά φράση του παλιού υλικού, όμως, δεν είναι για το σεξ, ούτε για τα λεφτά, ούτε για τους άντρες. Είναι εκείνη όπου λέει πως προσπαθεί να γίνει η μητέρα που δεν είχε.

Μαντόνα: Αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου Facebook Twitter

Ξαφνικά οι σταυροί, τα σουτιέν, οι εραστές, οι ρόλοι, η πείνα για βλέμμα, δεν είναι απλώς υλικά μιας καριέρας. Είναι τρόποι αυτομητρότητας. Η Μαντόνα δεν έφτιαξε μόνο μια persona. Έφτιαξε ένα σώμα που θα τη μεγάλωνε. Ένα σώμα που θα την τάιζε, θα την προστάτευε, θα την τιμωρούσε, θα την ανέβαζε στη σκηνή και θα της έλεγε: μη γυρίσεις πίσω, εκεί δεν υπάρχει κανείς να σε κρατήσει.

Αυτό είναι που την κάνει τόσο επικίνδυνη ακόμη και σήμερα. Η Μαντόνα δεν ζήτησε ποτέ να γίνει αποδεκτή ως «καλή». Ζήτησε, ή μάλλον απαίτησε, να γίνει αναπόφευκτη.

Και κάτω από την απαίτηση υπάρχει κάτι πιο άγριο από φιλοδοξία: ένα παιδί που αποφάσισε ότι, αφού δεν το προστάτευσαν αρκετά, θα γίνει μόνο του μητέρα, πατέρας, κόρη, ερωμένη, αγία, πόρνη, αφεντικό και εικόνισμα.

Η σχέση της με τη θρησκεία φαίνεται ήδη σχεδόν σωματική. Οι σταυροί δεν είναι απλώς αξεσουάρ. Είναι παιδική μνήμη, απαγόρευση, ερωτισμός, τρόμος, προστασία. Ένας γυμνός άντρας πάνω σε ξύλο, το σπίτι γεμάτο σύμβολα ενοχής, η ιδέα ότι η σωτηρία έχει πάντα λίγο αίμα, λίγο θέαμα, λίγη θεατρικότητα. Όταν λέει ότι αν δεν έκανε αυτό που κάνει θα μπορούσε να είναι καλόγρια, δεν αστειεύεται απλώς. Αναγνωρίζει τη συγγένεια ανάμεσα στη μοναχή και στη σταρ: και οι δύο αλλάζουν όνομα, φοράνε στολή, ζουν μέσα στο βλέμμα, υπηρετούν ένα μυστήριο, απαιτούν πίστη.

Μόνο που η Μαντόνα δεν θα έδινε ποτέ το σώμα της σε έναν Θεό χωρίς να κρατήσει τα δικαιώματα της εικόνας.

Μαντόνα: Αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου Facebook Twitter

Ακόμη και τα σουτιέν, στο παλιό υλικό, δεν είναι μόδα. Είναι μηχανική. Λέει ότι πρέπει να φοράει σουτιέν, ότι την περιορίζουν, ότι τη σφίγγουν, ότι την κάνουν να νιώθει πως πνίγεται, αλλά ταυτόχρονα τους αναγνωρίζει μια αυστηρή, παλιά, 19ου αιώνα σεξουαλικότητα. Εκεί βρίσκεται όλη η κατοπινή Madonna: στο σώμα που πειθαρχείται για να φανεί άγριο. Στο ρούχο που φυλακίζει για να ελευθερώσει. Στο εσώρουχο που ανεβαίνει στην επιφάνεια και λέει: ό,τι θεωρούσατε κρυφό, θα γίνει δημόσια αρχιτεκτονική.

Δεν είναι τυχαίο ότι μιλάει για το βλέμμα με τέτοια ακρίβεια. Θέλει να φαίνεται σαν να ακούγεται η Ronnie Spector: σέξι, πεινασμένη, trash. Όχι αξιοπρεπής. Όχι καθωσπρέπει. Όχι εκλεπτυσμένη με τον τρόπο που επιτρέπει σε μια γυναίκα να γίνει αποδεκτή χωρίς να ενοχλεί. Θέλει να κουβαλάει την παρεξήγηση πάνω της.

Να την κοιτάζουν και να λένε «trash», ενώ εκείνη ξέρει ότι αυτό που ονομάζουν trash είναι απλώς μια γυναίκα που δεν δίνει στο βλέμμα τους την άνεση της ηθικής ανωτερότητας.

Γι’ αυτό και οι queer άνθρωποι την αναγνώρισαν τόσο νωρίς, ακόμη κι όταν δεν μιλούσε πάντα τη δική τους γλώσσα με ακρίβεια. Γιατί ήξεραν αυτό το κόλπο. Να σε κοιτούν λάθος και εσύ να κάνεις το λάθος τους στολή. Να σε λένε υπερβολικό και εσύ να χτίζεις σπίτι μέσα στην υπερβολή. Να σε θέλουν ντροπιασμένο και εσύ να ανεβαίνεις στη σκηνή με τη ντροπή φωτισμένη.

Η Μαντόνα δεν ήταν ποτέ απλώς gay icon επειδή έπαιζε με το camp, τους χορευτές, τη σεξουαλικότητα ή τη μόδα. Ήταν gay icon γιατί έδειξε μια τεχνολογία επιβίωσης: παίρνεις αυτό που σε κάνει ευάλωτο και το κάνεις θέαμα πριν προλάβουν να το κάνουν οι άλλοι προσβολή. Παίρνεις τη μοναξιά και τη βάζεις σε beat. Παίρνεις την καθολική ενοχή και της φοράς σταυρό. Παίρνεις το «too much» και το κάνεις αυτοκρατορία.

Μαντόνα: Αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου Facebook Twitter

Η φράση της για την επιτυχία είναι σχεδόν απάνθρωπα καθαρή: δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχία χωρίς να είναι και sex symbol. Δεν το λέει σαν παράπονο. Το λέει σαν διάγνωση. Η σεξουαλικότητα δεν είναι κάτι που συνέβη στην καριέρα της. Είναι το καύσιμο και το πεδίο μάχης της. Δεν μπορεί να βάλει σακούλα στο κεφάλι και στο σώμα, γιατί ακόμη και τότε η φωνή της θα περνούσε και θα ήταν σέξι. Αυτή είναι η ωραία της ύβρις: η ιδέα ότι το sex δεν βρίσκεται μόνο στο γυμνό, αλλά στον τρόπο που μια γυναίκα αρνείται να μικρύνει την ενέργειά της για να μην τρομάξει τους άλλους.

Σήμερα, που η Μαντόνα ξαναμιλά μέσα από ένα ακόμη Confessions, το παλιό αρχείο μοιάζει σχεδόν σαν προφητεία. Η λέξη «εξομολόγηση» στην περίπτωσή της δεν ήταν ποτέ ταπεινή. Δεν σημαίνει «σας ανοίγω την καρδιά μου». Σημαίνει «θα σας πω εγώ τι συνέβη πριν το κάνετε εσείς όπλο εναντίον μου». Είναι ένα είδος προληπτικής κυριαρχίας. Η Μαντόνα εξομολογείται όχι για να συγχωρεθεί, αλλά για να προλάβει την ανάκριση.

Αυτό φαίνεται ακόμη πιο σκληρά στο υλικό γύρω από το A Certain Sacrifice. Η ταινία την δείχνει στα είκοσί της ως Bruna, μια post-punk φιγούρα μέσα σε μια βίαιη, μελοδραματική, υπόγεια Νέα Υόρκη. Το παλιό κείμενο περιγράφει και μια σκηνή σεξουαλικής βίας με τρόπο που σήμερα δεν μπορεί να διαβαστεί αθώα: ως κινηματογραφική «ένταση» που χτίστηκε πάνω σε κάτι για το οποίο, σύμφωνα με την αφήγηση, η ίδια δεν είχε ενημερωθεί πλήρως από πριν. Αυτό που κάποτε μπορούσε να παρουσιαστεί ως αυθεντικότητα, τώρα ακούγεται σαν το παλιό λεξιλόγιο της εκμετάλλευσης. Η τέχνη ως άλλοθι. Η ένταση ως δικαιολογία. Το γυναικείο σώμα ως υλικό που ο σκηνοθέτης νομίζει ότι μπορεί να αιφνιδιάσει για να βγάλει «αλήθεια».

Μαντόνα: Αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου Facebook Twitter

Αν κάτι κάνει αυτό το αρχείο ανεκτίμητο, είναι ότι μας δείχνει την παλιά Μαντόνα ακριβώς στο σημείο όπου καταλαβαίνει τον κίνδυνο. Δεν είναι ακόμη παντοδύναμη. Δεν έχει ακόμη επιβάλει τους όρους της. Οι άλλοι μπορούν ακόμη να την κοιτάξουν, να τη χρησιμοποιήσουν, να τη χαρακτηρίσουν, να τη φωνάξουν φιλόδοξη, trash, cheap, sexy, difficult. Αλλά εκείνη ήδη μαζεύει τις λέξεις τους. Θα τις ξαναφορέσει αργότερα σαν κοσμήματα.

Γιατί η Μαντόνα δεν νίκησε επειδή ήταν αθώα. Νίκησε επειδή κατάλαβε ότι η αθωότητα είναι ρόλος, η βρομιά είναι ρόλος, η αγιότητα είναι ρόλος, η πουτανιά είναι ρόλος, η βασίλισσα είναι ρόλος, η γριά μάγισσα είναι ρόλος, η πληγωμένη κόρη είναι ρόλος, η μητέρα είναι ρόλος, η χορεύτρια είναι ρόλος, η εξομολογούμενη είναι ρόλος. Και ότι η μόνη πραγματική εξουσία είναι να αλλάζεις ρόλο πριν προλάβουν να σε κλειδώσουν στον προηγούμενο.

 

Γι’ αυτό η σημερινή μανία γύρω από την ηλικία της συχνά αποτυγχάνει να την καταλάβει. Τη ρωτάει γιατί δεν αποσύρεται με χάρη, σαν να υπήρξε ποτέ το πρόσωπο που ενδιαφέρθηκε για τη χάρη όπως την ορίζουν οι άλλοι. Η Μαντόνα δεν υπήρξε διακριτική, ούτε υπάκουη, ούτε όμορφα γερασμένη, ούτε βολικά προκλητική.

Υπήρξε πάντα κάτι πιο ενοχλητικό: μια γυναίκα που επέμενε να κρατάει το δικαίωμα στην εικόνα της ακόμη και όταν η εικόνα αυτή γινόταν δύσκολη, υπερβολική, αμήχανη, σχεδόν εκδικητική.

Το κορίτσι του 1985, αυτό που έτρωγε φτηνά, κοιμόταν σε πρόβες, φορούσε σταυρούς, μιλούσε για σουτιέν, άντρες, σκουπίδια, sex symbols και καλόγριες, δεν ζητούσε να αγαπηθεί σωστά. Ζητούσε να μην μπορείς να την αγνοήσεις.

Μαντόνα: Αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου Facebook Twitter

Και το πέτυχε με τον πιο επικίνδυνο τρόπο: όχι εξαφανίζοντας την ευαλωτότητά της, αλλά κρύβοντάς τη μέσα στην πρόκληση. Όποιος κοιτούσε μόνο το σκάνδαλο, έχανε την πληγή. Όποιος κοιτούσε μόνο το σεξ, έχανε την πείνα. Όποιος κοιτούσε μόνο το σώμα, έχανε την πειθαρχία. Όποιος κοιτούσε μόνο τη φιλοδοξία, έχανε το κορίτσι που ήξερε ότι, αν δεν γίνει μύθος, θα την φάνε ζωντανή.

Γι’ αυτό και εκείνη η πόρτα στο διαμέρισμα του Lewicki μένει. Η Μαντόνα να φεύγει στη νύχτα, να πετάει ένα fuck you, να κρατάει την αντιπαλότητα ζωντανή, να παίρνει μαζί της την παρέα, τα μυστικά, το σώμα, τη φωνή, την ανάγκη της για έγκριση και την απόφασή της να μην την παραδεχτεί ποτέ δωρεάν.

Πριν γίνει βασίλισσα της pop, είχε ήδη καταλάβει το βασικό: αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου. Αν δεν κρατήσεις πρώτα εσύ το μαχαίρι, θα σε κάνουν χίλια κομμάτια και θα τα πουν εικόνα σου.

Η Μαντόνα δεν εξομολογήθηκε για να σωθεί.

Εξομολογήθηκε για να μπεις στο glory hole της και να μη βγεις από εκεί ποτέ ξανά.

Να μείνεις για πάντα μισός πιστός, μισός ηδονοβλεψίας,
με το στόμα γεμάτο από την αμαρτία που νόμιζες ότι ήταν δική της
.

 

Πολιτισμός
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λεονόρ Φίνι: Η γυναίκα με τον σκορπιό στο γάντι και οι άγγελοι χωρίς δέρμα

Πολιτισμός / Λεονόρ Φίνι: Η γυναίκα με τον σκορπιό στο γάντι και οι άγγελοι χωρίς δέρμα

Σφίγγες που φυλάνε κοιμισμένους άνδρες, σώματα που αποσυντίθενται, μάσκες και παράξενα πλάσματα. Μια μεγάλη αναδρομική στη Φρανκφούρτη αποκαλύπτει τον σκοτεινό, ερωτικό κόσμο της Λεονόρ Φίνι.
THE LIFO TEAM
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΙΑΤΑΣ ΣΥΖΥΓΟΣ ΛΕΛΑ ΠΙΑΤΑ ΘΕΑΤΡΟ

Πολιτισμός / Δημήτρης Πιατάς: Έφυγε από τη ζωή η σύζυγος του Λέλα Πιατά - Ο ίδιος έπαιξε κανονικά στην παράσταση

Μετά το τέλος της παράστασης «Μάρτυρας Κατηγορίας» η εξέλιξη των γεγονότων συγκίνησε τους θεατές οι οποίοι έμαθαν για την προσωπική απώλεια του ηθοποιού
THE LIFO TEAM
Ο Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ έπρεπε να βουτήξει γυμνός στο νερό. Μόνο που ήταν φτιαγμένος από λυγαριά

Πολιτισμός / Ο Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ έπρεπε να βουτήξει γυμνός στο νερό. Μόνο που ήταν φτιαγμένος από λυγαριά

Δεκαοκτώ μήνες δουλειάς, δεκάδες προσθετικά κομμάτια και μια λύση υψηλής ραπτικής της τελευταίας στιγμής. Το σώμα του πιο αλλόκοτου κινηματογραφικού εραστή της χρονιάς.
THE LIFO TEAM
Η άγνωστη ιστορία των γυναικών του «Γαλάζιου Καβαλάρη»

Πολιτισμός / Πέρα από τον Καντίνσκι: Οι 12 γυναίκες του «Γαλάζιου Καβαλάρη» σε μια μεγάλη έκθεση στη Γερμανία

Από την Γκαμπριέλε Μύντερ και τη Μαριάνε φον Βερέφκιν μέχρι την Έρμα Μπόσι, που επί δεκαετίες δεν αναγνωριζόταν ούτε στην αυτοπροσωπογραφία της, η έκθεση στο Βισμπάντεν φωτίζει μια παραγνωρισμένη ιστορία του εξπρεσιονισμού.
THE LIFO TEAM
Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ έμαθε να ζει στις ιστορίες των άλλων. Τώρα αναρωτιέται σε ποιον ανήκουν

Πολιτισμός / Πέδρο Αλμοδόβαρ: Σε ποιον ανήκουν οι ιστορίες που ζήσαμε μαζί;

Ο σκηνοθέτης που έκανε τις ιστορίες των άλλων δικές του παραδέχεται ότι η συγγραφή μπορεί να πληγώσει ακόμη και τους ανθρώπους που αγαπά. Και αποκαλύπτει γιατί άργησε τόσο να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα.
THE LIFO TEAM
Η Πάτι Σμιθ αιφνιδίασε την τελετή των Βραβείων Αστουριών τραγουδώντας α καπέλα το «Wing»

Πολιτισμός / Η Πάτι Σμιθ αιφνιδίασε την τελετή των Βραβείων Αστουριών τραγουδώντας α καπέλα το «Wing»

Η 79χρονη μουσικός και ποιήτρια παρέλαβε το Βραβείο Πριγκίπισσα των Αστουριών για τις Τέχνες και έκλεισε την ομιλία της με ένα τραγούδι από το «Gone Again», τον δίσκο που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατο του συζύγου και του αδελφού της.
THE LIFO TEAM
Δύο μουσεία στοιχηματίζουν πίνακες του Μονέ για το μπέιζμπολ — Ο χαμένος θα δανείσει τον δικό του στον νικητή

Πολιτισμός / Δύο μουσεία στοιχηματίζουν πίνακες του Μονέ για το μπέιζμπολ — Ο χαμένος θα δανείσει τον δικό του στον νικητή

Δύο αμερικανικά μουσεία βάζουν έναν πρωτότυπο όρο στην αναμέτρηση των πόλεών τους στο World Series. Το έπαθλο είναι ένας προσωρινός δανεισμός έργου του Κλοντ Μονέ.
THE LIFO TEAM
Το βιβλίο που αποκάλυψε 5.000 νόμους κατά των Κινέζων στην Αμερική κέρδισε βραβείο 75.000 δολαρίων

Πολιτισμός / Η ιστορικός που εντόπισε 5.000 νόμους κατά των Κινέζων στις ΗΠΑ κέρδισε βραβείο 75.000 δολαρίων

Η Μπεθ Λιου-Γουίλιαμς αναζήτησε τις ξεχασμένες ιστορίες Κινέζων μεταναστών στα αμερικανικά αρχεία. Το βιβλίο της τιμήθηκε με το Cundill History Prize των 75.000 δολαρίων.
THE LIFO TEAM