Η Μύκονος δεν είναι ποτέ μόνο real estate. Είναι εικόνα, υπόσχεση, πρόσβαση, μύθος. Ένα νησί που πέρασε από την εποχή του jet set και της queer νύχτας στην εποχή των beach clubs, των ιδιωτικών βιλών, των ακριβών ξαπλωστρών και της υπερπολυτέλειας με λίστα εισόδου.
Μέσα σε αυτή τη Μύκονο επιχειρεί τώρα να μπει ακόμη πιο βαθιά ο Ναγκίμπ Σαουίρις. Μόνο που το νέο του resort των 100 εκατ. ευρώ δεν θα ανοίξει τελικά φέτος.
Το Silversands Mykonos, η νέα μεγάλη πεντάστερη επένδυση του Αιγύπτιου επιχειρηματία στο Καλό Λιβάδι, επρόκειτο αρχικά να λειτουργήσει τη φετινή θερινή σεζόν. Με βάση, όμως, το νεότερο χρονοδιάγραμμα, η μονάδα της Ora Developers μετατίθεται για τον Μάιο του 2027.
Η καθυστέρηση δεν αφορά απλώς ακόμη ένα ξενοδοχειακό άνοιγμα στη Μύκονο. Αφορά ένα νησί που παραμένει ένας από τους πιο ακριβούς και αναγνωρίσιμους τουριστικούς προορισμούς της Ευρώπης, αλλά έχει μπει πλέον σε πολύ διαφορετική εποχή από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας: αυστηρότεροι κανόνες, αδειοδοτική αναμονή, λιγότερη ευκολία στη δόμηση και μια αγορά που ξέρει ότι η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη δεν μπορεί να συνεχιστεί με τον ίδιο τρόπο.
Το έργο έχει χρειαστεί περισσότερα από έξι χρόνια σε επίπεδο σχεδιασμού και κατασκευής, συναντώντας στην πορεία αρκετά εμπόδια. Η νέα μονάδα θα αναπτυχθεί σε έκταση περίπου 42 στρεμμάτων στο Καλό Λιβάδι και θα διαθέτει συνολικά 93 κλειδιά: 88 δωμάτια και σουίτες και πέντε αυτόνομες πολυτελείς βίλες.
Στον σχεδιασμό προβλέπονται έξι πισίνες, spa 900 τ.μ., club house, χώροι αναψυχής και εμπορικές χρήσεις. Ένα από τα πιο προβεβλημένα στοιχεία της μονάδας είναι το λεγόμενο «floating rock bar», ένας χώρος που προορίζεται να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς του resort, με θέα στο Αιγαίο.
Το Silversands Mykonos δεν σχεδιάζεται σαν ένα απλό ξενοδοχείο. Η λογική του παραπέμπει περισσότερο σε αυτόνομο προορισμό υψηλής στάθμης: διαμονή, ιδιωτικότητα, ευεξία, αναψυχή και ελεγχόμενη πολυτέλεια σε ένα περιβάλλον φτιαγμένο για επισκέπτες πολύ υψηλού εισοδήματος.
Εδώ βρίσκεται και το ενδιαφέρον πέρα από τα τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου. Η Μύκονος εξακολουθεί να πουλάει διεθνώς κάτι πολύ πιο σύνθετο από δωμάτια και θέα. Πουλάει την ιδέα ότι μπορείς να ανήκεις, έστω προσωρινά, σε έναν κόσμο πρόσβασης. Σε έναν κόσμο όπου η παραλία, η νύχτα, το σώμα, η ελευθερία και το χρήμα μπλέκονται σε μια εικόνα που ταξιδεύει πολύ πιο γρήγορα από το ίδιο το νησί.
Δεν είναι τυχαίο ότι διεθνή LGBTQ+ και lifestyle μέσα εξακολουθούν να περιγράφουν τη Μύκονο ως έναν από τους μεγάλους παγκόσμιους προορισμούς queer πολυτέλειας: από την Ελιά και το Super Paradise μέχρι τα beach clubs και τα ξενοδοχεία όπου η «ελευθερία» έχει πλέον πολύ συγκεκριμένη τιμή εισόδου. Η παλιά Μύκονος της ανεμελιάς και της νύχτας δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά έχει ενταχθεί όλο και περισσότερο σε μια οικονομία εμπειριών, κρατήσεων και αποκλειστικότητας.
Ο Σαουίρις, από αυτή την άποψη, δεν επενδύει απλώς σε ένα ακίνητο. Επενδύει σε μια εικόνα που έχει ήδη παγκόσμια αξία.
Η νέα επένδυση δεν είναι η πρώτη του κίνηση στο νησί. Ο όμιλος είχε ανοίξει το 2023 το Yi Hotel στην περιοχή της Ελιάς, μια boutique πολυτελή μονάδα με 41 δωμάτια και πισίνες. Το ξενοδοχείο, ωστόσο, έπαψε να λειτουργεί στο τέλος του 2024 και παραμένει ανενεργό ήδη από τη θερινή σεζόν του 2025.
Ο Σαουίρις έχει και παλαιότερη επιχειρηματική διαδρομή στην Ελλάδα. Το όνομά του έγινε γνωστό στη χώρα ήδη από το 2007, όταν απέκτησε τη Wind Hellas, τότε TIM Hellas. Η επένδυση εκείνη δεν εξελίχθηκε όπως προσδοκούσε, καθώς η εταιρεία πέρασε αργότερα στα χέρια των πιστωτών της. Στο παρελθόν είχε επίσης ακουστεί το όνομά του για επενδυτικά σχέδια στο Ελληνικό, τα οποία τελικά δεν προχώρησαν.
Σήμερα, η δραστηριότητά του έχει μετατοπιστεί με ένταση στο real estate και στη φιλοξενία. Μέσω της Ora Developers, ο όμιλος έχει παρουσία σε Αίγυπτο, Κύπρο, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ιράκ, Πακιστάν και Καραϊβική. Η λογική του δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα ακίνητα ή ξενοδοχεία, αλλά σε σύνθετα περιβάλλοντα κατοικίας, τουρισμού και αναψυχής.
Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η Μαρίνα Αγίας Νάπας στην Κύπρο, μια επένδυση 300 εκατ. ευρώ που συνδύασε μαρίνα, κατοικίες, εμπορικούς χώρους, εστίαση και πολυτελή διαμονή. Ακόμη πιο φιλόδοξα είναι τα σχέδιά του στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπου μέσω της Ora Developers και σε συνεργασία με τη Modon Properties αναπτύσσει το Bayn, ένα τεράστιο έργο ανάμεσα στο Αμπού Ντάμπι και το Ντουμπάι, με στόχο τη δημιουργία μιας νέας «μίνι πόλης» με κατοικίες, σχολεία, νοσοκομεία, γραφεία, καταστήματα και ξενοδοχεία.
Η Μύκονος, όμως, είναι άλλο είδος πεδίου. Δεν είναι έρημος για να χτιστεί μια νέα πόλη ούτε παρθένα ακτογραμμή για να στηθεί από την αρχή ένας ιδιωτικός προορισμός. Είναι ένα μικρό νησί που έγινε παγκόσμιο προϊόν, υπερκαταναλώθηκε, ακριβαίνει διαρκώς και τώρα προσπαθεί να επιβάλει κανόνες στον ίδιο μηχανισμό που το έκανε διάσημο.
Από το 2023 έχει επιβληθεί αναστολή έκδοσης νέων οικοδομικών αδειών, με στόχο να περιοριστεί η ανεξέλεγκτη και περιβαλλοντικά επιβαρυντική ανάπτυξη των προηγούμενων ετών. Πλέον προχωρούν κυρίως έργα που είχαν προλάβει να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες εγκρίσεις πριν από τους περιορισμούς, ενώ το Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο που οδεύει προς θεσμοθέτηση αναμένεται να φέρει ακόμη πιο αυστηρούς όρους.
Γι’ αυτό και η καθυστέρηση του Silversands Mykonos έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από μια απλή αλλαγή χρονοδιαγράμματος. Δείχνει ότι η Μύκονος παραμένει μαγνήτης για το διεθνές κεφάλαιο της υπερπολυτελούς φιλοξενίας, αλλά δεν υπόσχεται πια την παλιά ταχύτητα. Ακόμη και οι ισχυροί επενδυτές πρέπει να κινηθούν μέσα σε ένα νησί πιο δύσκολο, πιο κορεσμένο και πιο επιφυλακτικό απέναντι στην ίδια του την επιτυχία.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν ένα resort αυτού του μεγέθους θα βρει κοινό. Στη Μύκονο, πιθανότατα θα βρει. Το ερώτημα είναι πόση ακόμη οργανωμένη υπερπολυτέλεια μπορεί να χωρέσει ένα νησί που προσπαθεί, έστω καθυστερημένα, να βάλει όρια στον εαυτό του.
με στοιχεία από Scenehome