Λευτέρης Boγιατζής

Σκηνοθέτης

Αν υπάρχει ένα κριτήριο ασφαλείας για την αξία κάποιου δημιουργού, αυτό το παρέχει κυρίως η συντεχνία του. Η αποδοχή που έχει ο Λευτέρης Βογιατζής από τον ίδιο το χώρο του (παρά τις γκρίνιες που ακούγονται κατά καιρούς για τον ψυχοβγαλτικό τρόπο προετοιμασίας των παραστάσεών του) είναι αρκετή για να επιβεβαιώσει το φανατικό κοινό του - που, χρόνο με το χρόνο, τον παρακολουθεί να αποκτά «ακαδημαϊκό» κύρος χωρίς οι παραστάσεις του να χάνουν την παθιασμένη νεανικότητά τους. Ακόμη και στις περιπτώσεις που οι προσωπικές του ερμηνείες  υστερούν σε μέγεθος και δραματικές αποχρώσεις, η σύλληψη και το στήσιμο των παραστάσεών του συνήθως αποτελούν συνολική πρόταση, έναν κόσμο αμιγώς θεατρικών συστατικών, ιδωμένων με την αυθεντικότητα της ιδιοφυίας του. Κινείται από το κλασικό στο σύγχρονο ρεπερτόριο με την ίδια τόλμη, με την ίδια πίστη, δημιουργώντας παραστάσεις όπου η έννοια του «μοντέρνου» ξαναβρίσκει το χαμένο της νόημα. Με την  Ήμερη τώρα στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων, με τον Πρίγκηπα του Χόμπουργκ σε λίγο στο Εθνικό, ο Λευτέρης Βογιατζής παραμένει ο κατεξοχήν επιδραστικός δημιουργός, μολονότι στα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει δεν έχουν εμφανιστεί «διάδοχοί» του στη νεότερη γενιά. Τον αγαπάμε, τον περιμένουμε, μαθαίνουμε θέατρο κοντά του - κι ας μας κουράζει όταν για πολλοστή φορά γκρινιάζει για τον χρόνο που δεν του φτάνει και για το θέατρό του, που δεν τον χωράει. Οι ντίβες δεν είναι μόνο στην όπερα.

Γιάννης Χουβαρδάς

Σκηνοθέτης, διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου

 

Τουλάχιστον για μια δεκαετία ανήκε σαφώς στο μικρό σύνολο των επίλεκτων που επηρέαζαν τη θεατρική αγορά με τo μοντέλο λειτουργίας που είχε εφαρμόσει στο Αμόρε και με τους ηθοποιούς και τα έργα που επέλεγε. Γι' αυτό και όταν ήρθε η ώρα να καλυφθεί η κενή θέση του διευθυντή του Εθνικού όλοι συμφωνήσαμε ότι ήταν ο πλέον κατάλληλος. Η θέση αυτή είναι από μόνη της δυνάμει επιδραστική: ο επικεφαλής του πρώτου τη τάξει θεατρικού οργανισμού μπορεί και πρέπει να προβάλλει τη δυναμική του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου. Το διάστημα, βέβαια, του μισού χρόνου που μεσολάβησε είναι μικρό για να προλάβει να αποδειχθεί ο νέος διευθυντής επιδραστικός. Επιπλέον κάποιες από τις πρώτες επιλογές του δεν είχαν την αναμενόμενη ανταπόκριση, η πολυδιάσπαση χώρων και παραστάσεων λειτουργεί μάλλον αρνητικά και οι 18 παραστάσεις που έχει προγραμματίσει για την περίοδο ‘07-08 είναι πολλές, αν σκεφτεί κανείς ότι ο πληθωρισμός δεν είναι το ζητούμενο στη θεατρική Αθήνα. Από την άλλη, αναμένονται παραστάσεις από τον καινούργιο χρόνο που μπορεί και ν' αλλάξουν τις εντυπώσεις των πρώτων μηνών. Το γεγονός, πάντως, ότι περιμένουμε από τον Γιάννη Χουβαρδά να δώσει στο Εθνικό το κύρος ενός ευρωπαϊκού κρατικού θεάτρου παραμένει, όπως και το στοίχημα να αποδειχθεί τόσο επιδραστικός στη διεύθυνση του Εθνικού όσο ήταν -υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, βέβαια- στη διεύθυνση του Αμόρε.

Στάθης Λιβαθινός

Σκηνοθέτης 

Είναι ο σκηνοθέτης που συνέδεσε το όνομά του με το Εργαστήρι Σκηνοθεσίας και Υποκριτικής, μέσα από το οποίο προέκυψαν μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου των τελευταίων χρόνων. Η επιτυχία τους έδειξε ότι στο πλαίσιο του μεγαλύτερου θεάτρου της χώρας είναι καλό να υπάρχει ένας πυρήνας που ν' ασχολείται μ' ένα θέατρο που δεν ακολουθεί απαραιτήτως τις τελευταίες τάσεις, αλλά ψάχνει για τις ποιότητες που θέλουν χρόνο, αφοσίωση, πίστη και προσωπική κατάθεση για να καρποφορήσουν. Στην κατεύθυνση αυτή, η εξάωρη σκηνική μετα-γραφή του Ηλίθιου του Ντοστογιέφσκι υπήρξε η καλύτερη παράσταση της χρονιάς που πέρασε, μία σκηνοθετική και ερμηνευτική πρόταση σπάνιας συνέπειας, σημείο αναφοράς για το δημιουργικό τρόπο θεατρικής ερμηνείας ενός λογοτεχνικού κειμένου-ποταμού. Αν μιλάμε για επίδραση ουσίας, μόνο παραστάσεις σαν τον Ηλίθιο του Λιβαθινού μπορούν να προσφέρουν.

Μιχαήλ Μαρμαρινός
Σκηνοθέτης 

 

Η δουλειά του στο Θέατρο Θησείον έχει πάντα ενδιαφέρον και, το σημαντικότερο, προσωπική σφραγίδα - που δεν αντιγράφεται από τους «μιμητές» γιατί προκύπτει από αναζήτηση χρόνων σε δύσκολα κείμενα και σε θεατρικές πρακτικές που ψάχνουν διαφορετικές ποιότητες. Προκαλούν συζήτηση ακόμη και παραστάσεις του που φαίνεται ότι ξέφυγαν από το στόχο τους, και έχει διαμορφώσει μες στα χρόνια ένα πιστό, think tank της πόλης, κοινό, που περιμένει να δει κάθε καινούργια δουλειά του. Επιπλέον, επειδή ανήκει στους ελάχιστους που επιδιώκουν επαφές, ανταλλαγές, συνεργασίες με θέατρα και φορείς του εξωτερικού, άρα παρακολουθεί τις εξελίξεις και εκτός συνόρων, γνωρίζει τι θα μπορούσε να είναι ένα θέατρο που μπορεί να απευθυνθεί σ' ένα διεθνές κοινό. Απόδειξη: Το Πεθαίνω σα χώρα, η καλοκαιρινή παράστασή του, συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ Αθηνών, προσκλήθηκε από ξένα φεστιβάλ (με πρώτο το Φεστιβάλ της Βιέννης). Δυναμικός διευθυντής του ελληνικού τμήματος του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, το ερχόμενο καλοκαίρι θα κάνει άλλη μία εμφάνιση που θα συζητηθεί, αφού θα είναι,όπως ακούγεται, ο Οιδίποδας στην παράσταση της Ρούλας Πατεράκη για το Φεστιβάλ Επιδαύρου.

Γιώργος Λούκος

Διευθυντής Φεστιβάλ Αθηνών

Η αναμφισβήτητη επιδραστική προσωπικότητα της χρονιάς 2006, ο Γιώργος Λούκος, διευθυντής του Ελληνικού Φεστιβάλ, παραμένει στη λίστα και για το 2007 γιατί και η δεύτερη, υπό τη διεύθυνσή του διοργάνωση του Φεστιβάλ Αθηνών είχε πολλές ενδιαφέρουσες παραστάσεις να προτείνει. Με τον καιρό που περνά, όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι στα χέρια του το Φεστιβάλ Αθηνών θα αποκτήσει «χαρακτήρα», και θα ενταχθεί επιτέλους στο χάρτη των ευρωπαϊκών φεστιβάλ, προσφέροντας στο αθηναϊκό κοινό παραστάσεις αιχμής που, λίγο πριν, λίγο μετά, παρακολουθούν θεατές σ' όλη την Ευρώπη. Επιπλέον διαμόρφωσε, με τις καινούργιες παραστάσεις που παραγγέλνει σε Έλληνες δημιουργούς για τους πρώην βιομηχανικούς χώρους που χρησιμοποιεί πια το Φεστιβάλ, μία νέα, ενδιαφέρουσα καλοκαιρινή θεατρική περίοδο. Πολλά μπορούν να γίνουν ακόμη για να κοινωνηθεί το ελληνικό θέατρο στη ευρωπαϊκή επικράτεια και βέβαια σε σχέση με το Φεστιβάλ Επιδαύρου, το οποίο εξακολουθεί ν' αναζητά την ταυτότητά του στο εξαιρετικά σύνθετο σύγχρονο θεατρικό τοπίο. Ωστόσο από τώρα περιμένουμε μ' ενδιαφέρον και περιέργεια να μάθουμε τι θα έχει το πρόγραμμα του επόμενου Φεστιβάλ Αθηνών, κι αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ανοιχτή οδός επικοινωνίας μεταξύ του Γιώργου Λούκου και του κοινού της πόλης (μια προσωποπαγής σχέση, την οποία αναγνωρίζουν και προωθούν και τα ΜΜΕ), όπως δεν είχε συμβεί ξανά στο παρελθόν. 

Κωνσταντίνος Ρήγος

Χορογράφος 

Αν ο Δημήτρης Παπαϊωάννου είναι ο ένας που κατάφερε να γίνουν οι παραστάσεις χορού και δραματικής κίνησης θεάματα για το μεγάλο κοινό, ο άλλος είναι ο Κωνσταντίνος Ρήγος. Από την Οκτάνα έως το Χοροθεάτρο του ΚΘΒΕ, με παραστάσεις που καταγράφουν και αφομοιώνουν τη μεταμοντερνιστική θεματολογία και αισθητική -και κείνη τη διανοητική σύγχυση που μπορεί να δικαιολογήσει τα πάντα αλλά με τρόπο σαφώς έξυπνο και εντέλει γοητευτικό-, χορογράφος, σκηνοθέτης και χορευτής στις δικές του παραστάσεις ή σε άλλων, διαρκώς ανήσυχος, με τα αυτιά και τα μάτια ανοιχτά στις εξελίξεις της εποχής αλλά με σταθερή αγάπη σε πρόσωπα και θέματα μυθικά της ιστορίας του χορού, της λογοτεχνίας, του θεάτρου, ο Ρήγος έχει πάντα καλές ιδέες που προκαλούν το ενδιαφέρον των ανθρώπων του χώρου αλλά και του ψαγμένου, ενημερωμένου κοινού της πόλης, που περιμένει να δει την Bossa Nova του, την καινούργια δουλειά του στο Εθνικό με ηθοποιούς και χορευτές, αλλά και το AΩ, τη live cinema παράσταση που ετοιμάζει, εμπνευσμένος από τη Βιβλιοθήκη της Βαβέλ του Μπόρχες, ο Ας Μπουλάγεφ για τον Απρίλιο του 2008, και την οποία θα ερμηνεύσουν επί σκηνής του Παλλάς ο Ρήγος μαζί με την Αγγελική Στελλάτου, τη Λένα Κιτσοπούλου και τον Απόστολο Φράγκο. 

Λάκης Λαζόπουλος

Showman

Δεν ξεκίνησε ακόμη η καινούργια παράστασή του (Βιοπαλαιστής στη Στέγη), αλλά χωρίς Λάκη Λαζόπουλο η παρούσα λίστα θα ήταν λειψή: η σατιρική εκπομπή του, με τη μορφή μιας one man επιθεώρησης, είναι καθαρό δημιούργημα ενός ανθρώπου του θεάτρου. Και παρ' ότι τελευταία άρχισαν να πυκνώνουν οι αντιρρήσεις και οι κριτικές για το Αλ Τσαντίρι Νιουζ (τα υψηλά ποσοστά που του δίνει η AGB περιπλέκουν τα πράγματα, καθώς οι μετρήσεις της εν λόγω Α.Ε. είναι, ως γνωστόν, αμφιλεγόμενης αξίας, γι' αυτό και κατά το παρελθόν δέχθηκαν τα πυρά του Λαζόπουλου), δεν υπάρχει καλλιτέχνης που να έχει αυτή την περίοδο την επικοινωνιακή δύναμη που έχει ο Λαζόπουλος. Σαφώς κι ένα μέρος της μεγάλης επιδραστικότητάς του την οφείλει στους δημοσιογράφους - που αν έκαναν σωστά τη δουλειά τους, δεν θα χρειαζόταν ο Λαζόπουλος για να διατυπώσει ό,τι σκέφτεται η πλειονότητα, δηλαδή τη γελοιότητα της πολιτικής συνθήκης και την ανικανότητα των πολιτικών. Όπως και να ‘χει, και παρά τις υπερβολές στις οποίες υποκύπτει κάποτε, ο Λάκης Λαζόπουλος είναι αυτός που έδωσε ξανά νόημα στη λαϊκή διάσταση του θεάτρου (μέσα από την τηλεόραση), αφουγκραζόμενος αυτά που λένε οι πολλοί, αγκαλιάζοντας τους Έλληνες της πρωτεύουσας και της επαρχίας, μιλώντας ακόμη και εκ μέρους των μη προνομιούχων (τι θυμήθηκα τώρα), των συνταξιούχων και των άνεργων νέων, γλυκαίνοντας την απογοήτευση με λυτρωτικό γέλιο. Αν αυτό σε κάποιους φαίνεται λαϊκισμός και υποκρισία, πρόβλημά τους.