Πάολα Ρεβενιώτη. Η Αθηναία της εβδομάδας Facebook Twitter

Πάολα Ρεβενιώτη (1958-2026): « Μη με ενοχλήσουν, καήκανε»

0

Γεννήθηκα στα Μανιάτικα του Πειραιά. Έζησα εκεί μέχρι 11 χρονών, μετά πήγαμε στο Κερατσίνι. Είμαι Πειραιώτισσα αλλά αισθάνομαι Αθηναία, παρ’ όλο που κρατάω λίγο το μάγκικο του Πειραιά. Ήμουν το αποτέλεσμα ενός τυχαίου έρωτα της μάνας μου με κάποιον Μανιάτη όμορφο. Την πάντρεψε η γιαγιά μου με το ζόρι και μετά χωρίσανε. Όσο κι αν με αγάπαγε, ήμουν πάντα ο διαφορετικός.

Έφυγα από το σπίτι μου μικρή, δεν μπορεί να μένεις στη γειτονιά και να κάνεις αυτήν τη ζωή. Για πολλά χρόνια δεν είχα επαφή με τους δικούς μου. Τους ξαναείδα μετά τα 23-24, που είχαν μεγαλώσει τα δύο αδέλφια μου - από άλλο πατέρα. Η μάνα μου τους είχε -και ακόμα τους έχει- αδυναμία, τα τακτοποίησε πρώτα κληρονομικά· αυτά που θα έκαναν παιδιά και οικογένεια. «Εσένα θα στα φάει κανένας γκόμενος» ήταν το αιτιολογικό. Έχουν αυτήν τη λογική και σε αφήνουν έτσι, δυστυχώς…

Όταν παίρνεις ένα σπαθί και κόβεις αυτό το σχοινί που σε συνδέει με τα καθωσπρέπει της κοινωνίας και βουτάς στα βαθιά, ξέρεις ότι θα υπάρχει και το τίμημα. Τα πάντα στη ζωή μου τα έκανα μόνη μου. Μετά τα 20 η παρέα του Ταχτσή με βοήθησε να αναπτυχθώ πνευματικά, να μη γίνω ένα αγρίμι της Συγγρού. Αν δεν είχα κάποια παιδεία, μόρφωση και κάποιο επίπεδο, θα είχα καταντήσει σαν τις περισσότερες της γενιάς μου: τρελαμένη, πρεζάκι ή δεν θα υπήρχα. Απλά.

Το «Κράξιμο» το εξέδωσα το ‘82-83 και κράτησε για 16 τεύχη, γραμμένο από μια πολύ σημαντική παρέα: Παπαϊωάννου, Μπίστικας. Το στήναμε με πολύ κόπο και είχαμε συνεντεύξεις από πολύ σπουδαία πρόσωπα - τα κείμενά μας τα αναδημοσίευαν κάθε φορά τα «Νέα» και η «Ελευθεροτυπία». Με τα χρόνια καταλαβαίνω ότι έκανε πολύ καλή δουλειά το περιοδικό. Όταν με συναντούν σαραντάρηδες και μου λένε ότι το έχουν ακόμα στη βιβλιοθήκη τους, παίρνω μια ικανοποίηση. Σήμερα πήγα να πάρω μια τυρόπιτα στο μαγαζί και ο νεαρός υπάλληλος δεν μου πήρε λεφτά. « Έμαθα να σέβομαι μερικά πράγματα από το “Κράξιμο”» μου είπε και έμεινα κάγκελο. Συγκινήθηκα.

Τη δεκαετία του ’80 ήταν πιο καυλωτικά στην Αθήνα. Υπήρχε καύλα, που λείπει σήμερα. Τώρα μπορεί να είναι πιο ήσυχα, πιο αδιάφορα, υποτίθεται πιο απελευθερωμένα, αλλά λείπει ο ερωτισμός. Δεν υπάρχει ένα σκοτεινό σημείο, μια γωνιά να πας να κάνεις μια πίπα, ρε παιδί μου, τα ’χουν φωτίσει όλα! Η Πλάκα πριν από τριάντα χρόνια είχε 16 γκέι μαγαζιά, τότε που στην Ευρώπη ζούσαν το gay liberation. Σήμερα έχουν ανοίξει ένα κάρο μαγαζιά στο Γκάζι και στα μισά δεν αφήνουν τραβεστί. Στα straight μαγαζιά στο Μπουρνάζι πας και σε κάνουν θεά. Το φαντάζεσαι; Στα γκέι μαγαζιά δεν αφήνουν τρανς. Είναι ρατσιστικό!

Το ρατσισμό στην Αμερική μπορώ να τον δικαιολογήσω γιατί είναι αστοιχείωτοι, είναι αγράμματοι, εδώ δεν τους δικαιολογώ. Ένας που κράζει μια αδελφή ή μια τραβεστί κράζει γιατί κι ο ίδιος θέλει να κρύψει το δικό του κουσούρι. Ο straight δεν έχει διάθεση να σε κακολογήσει. Μόνο αν έχει πρόβλημα. Όποιος τα έχει καλά με τον πούτσο του, δεν ασχολείται.

Η πρώτη βίζιτα έγινε για πλάκα. Δεν τρωγόμουν να γίνω τρανσέξουαλ, πάντα είχε μια γοητεία το να με πλησιάζουν με διάφορους τρόπους. Άλλες τις κλέβανε και τις βάραγαν, εμένα με είχαν θεά. Δεν ξέρω γιατί, ίσως επειδή δεν ήμουν το χυδαίο που περίμεναν. Τη γλίτωνα. Τις χειρότερες εμπειρίες μου δεν τις είχα από straight, ωστόσο, τις είχα από αδελφές.

Μη με ενοχλήσουν, καήκανε. Μερικές φορές αναγκάστηκα να γίνω κι εγώ αγρίμι. Αν δεν γίνεις αγρίμι, δεν μπορείς να επιβιώσεις. Σε έφαγαν. Όχι από άγνοια ή από ρατσισμό. Αλλά από κακία και φθόνο.

Σαν πουτάνα είμαι αποτυχημένη. Για να ’σαι πετυχημένη ως πουτάνα transexual πρέπει να γαμάς. Ασχέτως εμφάνισης. Όποια δεν γαμάει πια είναι ξοφλημένη. Τέλειωσε. Το πρώτο που ρωτάνε είναι τι «προσόντα» έχεις.

Έζησα δίπλα στον Ταχτσή 10-12 χρόνια. Τον έβλεπα καθημερινά. Ήταν ένας άνθρωπος πολύ αξιόλογος. Μπορεί να έλεγε πράγματα που ενοχλούσαν μερικούς, αλλά ήταν καλός άνθρωπος. Και δεν δολοφονήθηκε. Μαλακίες είναι αυτά που λένε, πέθανε επειδή δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Η αντίληψη ότι με τη ζωή που έκανε θα είχε κακό τέλος δημιούργησε αυτόν το μύθο. Είχε πιει, θα είχε πάρει και κανένα βαρβιτουρικό, και πάνω στην πράξη δεν μπόρεσε ν’ ανασάνει. Τον βρήκε το επόμενο πρωί η αδελφή του νεκρό. Οι ίδιοι οι μπάτσοι είπαν ότι δεν δολοφονήθηκε. Δεν βρήκαν τραύματα, κλοπές.

Μια λούγκρα δεν γίνεται να μεγαλώσει παιδιά. Τέρμα. Εγώ, μια αδελφή, δεν θα ’θελα να αναθρέψω ένα αγοράκι. Το παιδί που είναι φίλος μου και έχουμε -υποτίθεται- ερωτική σχέση είναι 18 χρονών. Από δω μέσα, του λέω, θα φύγεις άντρας!

Τη φοβάμαι τη μοναξιά. Πάντα μόνη μου ήμουν. Δυστυχώς. Έχω φίλους, αλλά μόνο από τα παλιά. Φίλοι μας είναι μόνο αυτοί που κάνουμε σαν παιδιά, μετά τα 30 κάνεις μόνο γνωριμίες. Μια φορά που κινδύνεψα να πάω φυλακή και ήταν μεγάλο το ποσό, έλπιζα ότι κάποια τραβεστί θα βάλει πενήντα ευρώ για να μείνει έξω η Πάολα. Δεν έχω πολλούς φίλους, αλλά με βοήθησαν… Δεν μπορώ να λέω τι έκανα και να κλαίω τη μοίρα μου. Επιλογές μου ήταν, και όπως στρώνεις θα κοιμηθείς. Έληξε η υπόθεση. Τι έτρεχες, μωρή, στα στρατόπεδα και δεν έβαλες λεφτά στην πάντα; Γιατί δεν κυνήγαγες να πας για δουλειά; Θα κάτσω τώρα να κλάψω; Σιγά… Είναι αχάριστο επάγγελμα. Αυτό που λέει και η Μπλανς Ντιμπουά: Πάντοτε στηριζόμουνα στην καλοσύνη των ξένων…

Τώρα υπάρχει το ίντερνετ. Δεν βγαίνει ο κόσμος. Πάει στα μαγαζιά μόνο για δημόσιες σχέσεις, για να δειχτεί. Είναι πιο συντηρητικά τα νέα παιδιά και πιο πολύ της μαλακίας. Μεγαλώνει μια γενιά με τη μαλακία μέσα απ’ το ίντερνετ. Καυλώνουν εξ αποστάσεως και όχι εξ επαφής, πώς το λέει ο Χριστιανόπουλος; Είναι αποξενωμένοι.

Έγραψα ένα βιβλίο με ποιήματα που το ονόμασα «Σαλτάρισμα». Κυκλοφόρησε πριν από χρόνια από την Οδό Πανός. Είναι πολύ επώδυνο το να γράφεις ποίηση. Είναι το ξεβράκωμα της ψυχής σου, πρέπει να υποφέρεις. Δεν το ξανάκανα. Βιώνεται μόνο με μοναξιά, λύπη και θάνατο. Χαρούμενη ποίηση δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Δεν ξαναγράφω. Μιζέρια. Μου αρέσει ο Καβάφης. Αυτός ο πονεμένος ερωτισμός μόνο από γκέι μπορεί να βγει. Στους straight, όσο πάθος κι αν έχουν μεταξύ τους, λειτουργεί το ένστικτο. Για τη συνέχιση της ζωής, τη γονιμοποίηση, τη διαιώνιση του είδους. Ενώ ανάμεσα σε δυο άντρες ή δυο γυναίκες που αγαπιούνται λειτουργούν το πάθος και η αγάπη του ενός προς τον άλλο. Μερικές φορές είναι πιο δυνατά.

Ερωτεύτηκα και έλεγα «αχ, δεν θα ξαναπάω με κανέναν» - τώρα μουντζώνομαι. Αν δεν την κυνηγήσεις τη ζωή και δεν τη ζήσεις όπως θέλεις, τι ωφελεί; Τσάμπα πούστης;

Οι Αθηναίοι
0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ρένη Πιττακή

Οι Αθηναίοι / Ρένη Πιττακή: «Το ταλέντο δεν είναι διαμέρισμα να σ’ το γράψει κάποιος»

Στην οντισιόν του Θεάτρου Τέχνης πήγε σχεδόν απροετοίμαστη. Αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο για να γίνει η αγαπημένη του Κουν και ένα από τα κομβικά πρόσωπα αυτής της ιστορίας. Κάνει θέατρο για να μπορεί να κάνει στη σκηνή όσα διστάζει στην αληθινή ζωή και αποφεύγει τους απολογισμούς. Η σπουδαία ηθοποιός αφηγείται τη ζωή της στη LifO.
ΜΑΤΟΥΛΑ ΚΟΥΣΤΕΝΗ
Xρήστος Φερεντίνος

Οι Αθηναίοι / Xρήστος Φερεντίνος: «Με ενοχλούν οι δικαστές του πληκτρολογίου»

Μεγάλωσε στα Εξάρχεια, σπούδασε Νομική, εργάστηκε ως ντετέκτιβ και ταμίας στον Ιππόδρομο, μέχρι να ανακαλύψει τη δημοσιογραφία και να βρει στην τηλεόραση το δεύτερο σπίτι του. Από το «Άκου να δεις» και το «Deal» μέχρι το «Studio 4», ο γνωστός παρουσιαστής αφηγείται στη LiFO μια ζωή γεμάτη επιτυχίες, αποτυχίες και εξηγεί γιατί δεν θέλει να μένει ποτέ στο ίδιο σημείο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
ΔΗΩ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗ θεατρολόγος

Οι Αθηναίοι / Δηώ Καγγελάρη: «Η γενιά μου δεν μπόρεσε να αλλάξει τον κόσμο»

Η διευθύντρια σπουδών στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου μιλά στη LiFO για τα παιδικά χρόνια στον «χαμένο παράδεισο» του Μεταξουργείου, για «το παιδί της ελπίδας μετά την ήττα» που υπήρξε, τους σημαντικούς δασκάλους του θεάτρου που γνώρισε, τη δύσκολη περίοδο του MeToo και την τραυματική αποχώρηση του Γιώργου Λούκου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
DJ ΜΙΚΕΕ: «Νοσταλγώ την εποχή του “βγαίνω για να χορέψω”»

Οι Αθηναίοι / DJ ΜΙΚΕΕ: «Νοσταλγώ την εποχή του “βγαίνω για να χορέψω”»

Θυμάται τον παππού του να τον πηγαίνει περίπατο με τις ώρες στο κέντρο της Αθήνας. Κατάλαβε από νωρίς πως με δύο πικάπ μπορούσε να μιξάρει πολύ ωραίους ήχους. Πιστεύει πως η ευκολία του ΑΙ εκτός από τυχάρπαστους που θα φέρει, θα δώσει και τεχνικές σε ταλαντούχους ανθρώπους. Ο θρυλικός DJ της ελληνικής τέκνο σκηνής αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
ΦΩΦΗ ΤΣΕΣΜΕΛΗ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Μάκης Μαλαφέκας, συγγραφέας

Οι Αθηναίοι / Μάκης Μαλαφέκας: «Τα social media παράγουν ακατάσχετα μέσους όρους»

Από τα παιδικά χρόνια στη Νεάπολη Εξαρχείων και τα πρώτα διαβάσματα μέχρι τις σπουδές στο Παρίσι και τη συγγραφή αστυνομικών, ο γνωστός συγγραφέας μιλάει στη LiFO για τη χαρά της δημιουργίας, την επιτυχία του «Deepfake» και για το πόσο μοιάζει στον ήρωά του Μιχάλη Κρόκο.
M. HULOT
Θωμάς Ζάμπρας: «Η ζωή είναι πολύ μικρή για να κάνεις κάτι που δεν θέλεις»

Οι Αθηναίοι / Θωμάς Ζάμπρας: «Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας είναι η αδιαφορία»

Από τα παιδικά χρόνια στα Τρίκαλα και τη μετακόμιση στην Αθήνα στα 18 του, μέχρι την ανακάλυψη του stand-up, τις πρώτες παραστάσεις και τη διαδρομή του στην κωμωδία, o Θωμάς Ζάμπρας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO και μιλά για τις επιλογές που τον διαμόρφωσαν, την Αθήνα, τις σχέσεις, την ψυχοθεραπεία και όλα όσα έμαθε μεγαλώνοντας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Δημήτρης Ποτηρόπουλος: «Με φοβίζει ότι αντιμετωπίζουμε την πόλη με αδιαφορία»

Οι Αθηναίοι / Δημήτρης Ποτηρόπουλος: «Με φοβίζει ότι αντιμετωπίζουμε την πόλη με αδιαφορία»

Από το Παλαιό Ψυχικό και τα φοιτητικά χρόνια στη Γερμανία ως τα μεγάλα αρχιτεκτονικά έργα και τη σημερινή Αθήνα. Ο Δημήτρης Ποτηρόπουλος, ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες, αφηγείται τη ζωή του στη LiFO και μιλά για την αρχιτεκτονική, τις πόλεις, την ομορφιά και όλα όσα κάνουν έναν κόσμο πραγματικά ανθρώπινο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ