Λίγες μέρες πριν τη Μεγαλοβδομάδα που βρίσκεται κοντά στην αφετηρία της. Τα μαγαζιά όπως κάθε χρόνο ανοιχτά και οι καταστηματάρχες περιμένουν το πλήθος αυτό του κόσμου που ασυναίσθητα καταναλώνει λαμπάδες, σοκολατένια αυγά, διακοσμητικά και κάθε όλου είδους δώρο για να αυξήσουν οι προαναφερόμενοι ιδιοκτήτες λίγο παραπάνω το εισόδημα τους. Περιμένουν ακόμη μια χρονιά το Μεσσία ή σχεδιάζουν άραγε τον τρόπο που θα αλληλοκαυχηθούν στην εκκλησία περιμένοντας στην ουρά με το άγιο φως για την ακριβή ενδυμασία ή ακόμη πιο συγκεκριμένα για τον πλουσιοπάροχο ιδανικό τρόπο οικογενειακής ζωής τους ενώ η ψυχούλα τους ξέρει πως βγάζουν δε βγάζουν το μήνα.


Τα μέσα μαζικής μεταφοράς ακόμη πιο γεμάτα. Το τρένο κοντεύει να βουλιάξει. Όχι σαν τις πλαστικές βάρκες πολλών από τους πρόσφυγες που μεταφέρει, αλλά από την ποσότητα των ποικιλόμορφων λαθρεπιβατών του καθώς οι περισσότεροι στερούνται την πολυτέλεια του εισιτηρίου .


Βρίσκομαι στο τελευταίο βαγόνι. Σχεδόν τέσσερις στάσεις πριν από τον προορισμό μου. Μια γυναίκα αναμαλλιασμένη με ένα μάτσο κοσμήματα στο λαιμό και τα χέρια μπαίνει μέσα. Κρατάει ένα άσπρο γέρικο σκυλί. Παραμιλάει και περιφέρεται στον λίγο χώρο που τις «χάρισε» ο μετά βδελυγμίας απομακρυσμένος όχλος. Μιλάει μόνη της θα έλεγε κάποιος. Όχι, απευθυνόταν στο σκυλί λες και είχε παράπονο περιθωριοποίησης. Σίγουρα είναι χρήστης ναρκωτικών. Δε δίστασα να της κολλήσω την ταμπέλα. Ξαφνικά το σκυλί της φεύγει από την αγκαλιά. Τρέχει σχεδόν ποδοπατημένο ανάμεσα μας. Εκείνη ένιωσε την εγκατάλειψη να της χτυπά την πόρτα. «Ρεξ γύρνα πίσω, Ρεξ» φώναζε απελπισμένη. Τελικά το ζώο υπάκουσε και εκείνη το αγκάλιασε σαν το ετοιμόγεννη μάνα.
Μία στάση αργότερα ένας νεαρός με σκισμένα ρούχα «εισβάλει» στο χώρο. Μιλάει σιγά. Ίσα που καταλαβαίνω τις κουβέντες του. «Σας παρακαλώ, δώστε μου κάτι να πάρω να φάω. Πεινάω. Δε θέλω χρήματα μονάχα κάτι να φάω». Όλοι το παίζαμε αδιάφοροι. Εκείνος αγανακτισμένος φανερά ζητιάνεψε έλεος αυτή τη φορά. Καμία ανταπόκριση. Μονάχα η-τρελή για το ευρύ κοινό- ιδιοκτήτρια του σκύλου έβγαλε κάτι ψιλά από την τσέπη της και του τα έδωσε. «Πάρε να φας. Δεν έχω άλλα. Μόνο τον Ρεξ» έδειξε το κατοικίδιο της με λυπημένη ματιά.


Δεν είμαι σίγουρη αν κανείς εκτός από εμένα και τις ερινύες μου άκουσε τις τελευταίες της κουβέντες λίγο πριν αναχωρήσει .Με απεύθυνση πάλι στο πλάσμα που τη συντρόφευε ψέλλισε: «Η ζωή Ρεξ είναι ρόδα και γυρίζει. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Εκείνοι που κάνουν τα στραβά μάτια στη δυστυχία κάποτε θα πάρουν αυτό που τους αξίζει».


Έμεινα φανερά σοκαρισμένη. Όχι μονάχα για τη δική μου στάση μα και για όλους εμάς τους δήθεν καλούς χριστιανούς. Άραγε γιατί γιορτάζουμε την Ανάσταση; Και ακόμη και αυτοί που δε γιορτάζουν, γιατί αρκούνται στο να γεύονται φαγητά τεράστιων μπουφέδων αντί να γεύονται και να μοιράζουν αγάπη; Ίσως γιατί δεν έχουν αγάπη ούτε προσπαθούν να τη δημιουργήσουν. Τα πραγματικά συναισθήματα είναι πεταμένα στους κάδους των δρόμων. Εκεί όπου βρίσκουν στέγη ή τροφή οι διπλανοί μας. Για αυτό έχουν και περισσότερο φιλότιμο. Αλήθεια μόνο αν συνειδητοποιήσεις την κακή πλευρά του βίου μαθαίνεις να εκτιμάς; Γιατί όμως πρέπει πάντα να πάθεις για να μάθεις;


Καλό Πάσχα σε όλους και στις οικογένειες σας. Ας είναι αφορμή για το πέρασμα από τον εγωισμό στην πράξη και την αυτοκριτική.