Τον ένιωσα να με κοιτάζει έντονα. Δεν ήξερα πώς με κοιτούσε, για αρκετά λεπτά. Άλλωστε, μέσα στον κόσμο, κάθε μέρα, πόσοι βρίσκονται μέσα σου συνεχώς, δίπλα και μπροστά σου. Και πόσοι βρίσκονται μέσα από καθρεφτάκια πίσω σου;
Αυτός λοιπόν ήταν ένα ακόμα καθρεφτάκι. Ήτανε βράδυ και η κούραση θόλωνε το τζάμι, και θάμπωνε την κίνηση, την αίσθηση.


Η αστυνομία είχε κλείσει τον δρόμο και σάλευε στους οδηγούς ίσως καταφέρει και τους δώσει την δική της κατεύθυνση. Εγώ ακολουθούσα διαταγές και ας μην το ήξερα. Και ας με ακολουθούσαν και εμένα. Χωρίς σκοπό. Χωρίς να το ήθελαν.
Το μετάνιωσα.


Μου θύμισε μόνο όσα έκανα λάθος. Και λυπάμαι που με άφησε να κάνω μόνο λάθη και δεν με σταμάτησε ποτέ. Τον ένιωσα να με κοιτάζει. Έβλεπα μια φιγούρα στην αρχή μα δεν έδωσα σημασία. Και μετά γύρισα πίσω όταν συνειδητοποίησα ότι μάλλον είναι αυτός. Και τον κοίταξα μέσα από μια σειρά από τζάμια και αυτός προσποιήθηκε για μερικά δευτερόλεπτα πώς κοίταζε αλλού.


Ήτανε αυτός είμαι σίγουρη. Ξαφνικά είχαν ξυπνήσει όλα μέσα και ήλπιζαν, πονούσαν λίγο. ‘Ήθελαν να κατέβουν όλα και να πάρουν τον χρόνο πίσω. Και να κάνουν μόνα τα σωστά.

Άλλαξε πορεία. Τον ήθελα να με ακολουθεί μέχρι να αναλωθώ και ας έφευγε λίγο μετά. Μα δεν τα κατάφερα. Δεν ξέρω αν η πορεία που άλλαξε ήταν αυτή που ήθελε πραγματικά. Ή αν το βλέμμα μου μάλλον τον έδιωξε μακριά.
Όταν πια το καθρεφτάκι άδειασε, εγώ συνέχισα να οδηγώ με τις σκέψεις. Αυτές που θα ανάλωνε αν με ακολουθούσε ακόμα λίγο.Μόνο.