Λύσσαξε, άφριζε το στόμα της ! Γύρισαν τα χέρια της, οι παλάμες της διπλώθηκαν και σφίχτηκαν . Έκανε γροθιά τα δάχτυλά της τόσο δυνατά που τα νύχια της μάτωσαν τις παλάμες. Τα μάτια της άλλαξαν έκφραση. Άνοιξαν σα να ήθελαν να πεταχτούν έξω, αλληθώρισαν. Άναρθρες κραυγές βγήκαν από το στόμα της. Η όψη της αλλοιώθηκε, το κορμί της γινόταν άκαμπτο και κατόπιν ταράζονταν από σπασμούς σα να δεχόταν χτυπήματα από έναν αόρατο εχθρό. Το βλέμμα της καρφωνόταν κάπου έντονα και νόμιζες ότι αν σε κοίταζε, έβλεπε στο πρόσωπό σου τον εχθρό της τον ίδιο, το φονιά της.


Η ανάσα της λες και έβγαινε από το βάθος του σώματός της, αναδύοντας ατμούς, καπνό ζεστό, πυκνό, σαν να ήταν ένα κακό τζίνι, που απειλούσε τους γύρω του με την καυτή του ανάσα, σαν δράκος του παραμυθιού, σαν ένας δαιμονισμένος κουασιμόδος, που αφήνιαζε στη θέα των ανθρώπων. Λαχάνιαζε στην προσπάθειά της να διώξει όλους όσοι είχαν μαζευτεί κοντά της. Ήταν κάμποσοι, κυρίως οι γείτονες , που άκουσαν τις διαπεραστικές στριγγλιές της και έσπευσαν αρχικά σε βοήθεια. Μετά ήρθαν άλλοι κι άλλοι να την παρατηρούν σαν αξιοθέατο, σαν το αγρίμι του τσίρκου, σαν το τέρας στο κλουβί. Έτσι μαζεύτηκαν γύρω της και ήταν έτοιμοι να γιουχάρουν λες και βρισκόταν σε αρένα, αλλά οι φωνές της ήταν τόσο δυνατές, τόσο σπαρακτικές, που δεν τόλμησε κανείς να κάνει ο,τιδήποτε.


Τα μαλλιά της μακριά καστανά, πάντοτε περιποιημένα και δεμένα σε μακριά αλογοουρά, ήταν τώρα ξέπλεγα και γεμάτα χώματα σαν κάποιος να την είχε σύρει με κάρο στον χωματόδρομο. Επίσης τα ρούχα της, προσεγμένα πάντα, πλυμένα και κολλαρισμένα σύμφωνα με την αυστηρή , κλασική εμφάνιση αυτής της σεμνής κοπέλας, ήταν τώρα σκισμένα, μέσα στο χώμα και τα κλαδιά. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια κατάληξη γι' αυτό το καθωσπρέπει κορίτσι. Βέβαια δεν είχαν συμβεί και λίγα. Όλοι το ήξεραν στο χωριό όμως δεν μίλαγαν. Γνώριμη αυτή η σιωπή των κλειστών κοινωνιών, που τους κάνει όλους τελικά συνενόχους σε ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Να έχεις σκοτώσει χωρίς όπλο στο χέρι, ε; Καταπληκτικό δεν είναι; Ασύλληπτο! Αυτή η ζήλεια, ο φθόνος καλύτερα, που ελλοχεύει στις ψυχές των ανθρώπων, που διογκώνεται μέσα στο χρόνο και όταν φανεί η δυστυχία, η ασθένεια, η ψύχωση, οι θεατές μιζερολάγνοι απολαμβάνουν το θέαμα της πτώσης, και ετοιμάζονται σαν το αγριεμένο κοινό στο Κολοσσαίο , σαν εκείνους στις ταυρομαχίες ή σαν τους άλλους στις κυνομαχίες να απολαύσουν τη θέα του αίματος από τον πιο αδύναμο, να γευτούν τη θυσία του ενός, ζητωκραυγάζοντας με αλαλαγμούς ξέφρενου ενθουσιασμού τη νίκη του άλλου.


'Έτσι κι εδώ η Μελπομένη, μοναχοκόρη αυτού του συμβολαιογράφου της κοινότητας, έλαβε την καλύτερη μόρφωση στο ιδιωτικό σχολείο που πήγε και στο κατηχητικό, με τις ξένες γλώσσες της, κι αργότερα ολοκληρώνοντας τις σπουδές της διαδέχτηκε τον πατέρα της στη θέση του συμβολαιογράφου παίρνοντας το γραφείο του. Ορφάνεψε μικρή από μητέρα, αλλά ο πατέρας της αφοσιωμένος, της στάθηκε μέχρι να ορθοποδήσει και να σταθεί επαγγελματικά. Ήταν πολύ καλή, ευγενική, υπερβολικά ντροπαλή και άτολμη. Δειλό παιδί, χωρίς παρέες στο χωριό, δεν είχε δώσει ποτέ δικαιώματα για κουβέντες.


Όταν ανέλαβε το γραφείο, ήρθαν και οι προξενήτρες, που βέβαια όλες τις απέπεμπε. Δεν είχε κάνει όνειρα για οικογένεια και τέτοια, εξάλλου, ο πατέρας της ήδη ήταν πολύ ηλικιωμένος και χρειαζόταν τη συμπαράστασή της. Ερχόταν καλά προξενιά, που εκείνη απέρριπτε. Το γραφείο ήταν δίπλα στο σπίτι και η ζωή της κινούνταν σε αυτό το τρίγωνο σπίτι, γραφείο και εκκλησία, όπου πήγαινε τακτικά. Δεν ήταν καθόλου κοινωνική, δεν πήγαινε σε πανηγύρια και άλλες συνεστιάσεις του χωριού, ούτε σε καλέσματα σε σπίτια. Η ζωή της ήταν μοναστική. Όταν πια έφυγε από τη ζωή και ο πατέρας της λες και η θλίψη στοίχειωσε αυτό το κορίτσι. Το έβλεπες τα βράδια να διαβάζει στο δωμάτιό της ή να κάθεται τον χειμώνα κοντά στο τζάκι με ένα βιβλίο και τα πρωινά στο υποθηκοφυλακείο και στο γραφείο της με εκείνη την αυστηρή αλογοουρά και το αυστηρό φόρεμα ή ταγιέρ.


Μελπομένη, όνομα και πράγμα με λόγο ευγενικό για όλους. Κανείς δεν κατάλαβε ότι κάτι την απασχολούσε και κάποιοι τη φθονούσαν για αυτήν την αψεγάδιαστη εικόνα, ενώ άλλοι οίκτιραν την «γεροντοκόρη», «την ακατάδεκτη», «τη λεσβία».


Εκείνη μάλλον ένιωθε εγκλωβισμένη σε ένα περιβάλλον που δεν ήταν εύκολο να εγκαταλείψει , ενώ στην πραγματικότητα θα το ήθελε πολύ. Μεγάλωσε όμως μοναχοκόρη και διάδοχος μια περιουσίας και μιας εργασίας, μαζί με ένα μεγάλο και αξιοσέβαστο όνομα στη μικρή αυτή κοινωνία. Ένιωθε γυναίκα του Καίσαρα, που έπρεπε όχι μόνο να είναι αλλά και να δείχνει άξια της θέσης της. Τέρμα ! Αυτή ήταν η αποστολή της.


Ποιος ξέρει αυτό το ανθρώπινο ρομπότ πώς λειτούργησε και σε αρκετά μεγάλη ηλικία αποφάσισε ότι ήθελε και αυτή έναν διάδοχο. Δεν ήθελε να υιοθετήσει καθώς δεν επιθυμούσε να μπλέξει σε περιπέτειες με τους συγγενείς του παιδιού να αμφισβητούν τη νομιμότητα του ρόλου της και έτσι έψαξε και βρήκε γιατρό στα πενηνταπέντε της χρόνια να της κάνει παιδί.


Χωρίς να το πει σε κανέναν πήγαινε σε τακτά διαστήματα στην Αθήνα για εξετάσεις και βέβαια για προετοιμασία του σώματός της για αυτή τη γέννα. Ακόμα και ο γυναικολόγος της έλεγε: « Γιατί δεν υιοθετείτε ένα παιδάκι; Να κάνετε ένα καλό; Θα βάλετε τη ζωή σας αλλά και του παιδιού σε κίνδυνο, ποιος ο λόγος;» Εκείνη αυστηρά του το ξέκοβε: « Τέρμα γιατρέ, θα το γεννήσω εγώ το παιδί μου!»


Οι χωριανοί που την έβλεπαν να λείπει κάθε τόσο ήταν πια πεπεισμένοι ότι είχε βρει έναν πρωτευουσιάνο για εραστή. Τι να κάνει αυτή, αρχοντοπούλα με αυτούς τους τσοπάνηδες;


Άλλοι έλεγαν ότι έκανε διπλή ζωή, ότι την είχαν δει σε μπαρ με άνδρες, ότι είναι μια ξετσίπωτη και μόνο στο χωριό το παίζει θεούσα και χαμηλοβλεπούσα. Κάποιοι ήθελαν να της δώσουν και ένα μάθημα και σε αυτό σιγοντάρανε και οι κυράτσες του χωριού.


Είχε κάπως δρομολογήσει την εγκυμοσύνη της και περίμενε μετά από διάφορες προσπάθειες ότι αυτή τη φορά η σπερματέγχυση θα πετύχαινε και θα ήταν επιτέλους έγκυος. Θα είχε τον ή την διάδοχο, τον δικό της τον άνθρωπο, από σώμα και αίμα δικό της, όπως ήταν αυτή για τους γονείς της, ο ένας ασπίδα για τον άλλον απέναντι στην κακία του κόσμου. Θα δημιουργούσε τον δικό της άνθρωπο. Η ελπίδα άνθιζε μέσα της και η προσμονή την έκανε ανυπόμονη και καμιά φορά πιο εκδηλωτική στους άλλους. Της ξέφευγε κανένα χαμόγελο, κάποιος πιο εγκάρδιος χαιρετισμός , που έφερνε τον άλλο σε αμηχανία, γιατί δεν τους είχε συνηθίσει έτσι.


Ένα απόγευμα και ενώ εκείνη ήταν πια σε μια τέτοια κατάσταση ευφορίας, κάποιοι άρχισαν να της πετούν βελανίδια και πέτρες στα παραθυρόφυλλα. Τρόμαξε καθώς αντιλήφθηκε ότι από κάποια πλευρά του σπιτιού για να πετάξει βελανίδι κάποιος θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στον κήπο της, άρα στο σπίτι της. Αυτό είναι καταπάτηση ιδιωτικής περιουσίας. Τι να ήθελαν από εκείνη, που δεν έχει πειράξει κανέναν;


Η ταραχή της ήταν μεγάλη. Αυτό συνέβαινε σχεδόν κάθε βράδυ. Έχανε σιγά-σιγά τον ύπνο της και το πρωί δεν πήγαινε στο γραφείο. Το ανέφερε στην αστυνομία, αλλά και οι αστυνομικοί εξεπλάγησαν. Ποιος θα μπορούσε να το κάνει αυτό σε μια τέτοια οικογένεια, σε αυτή την κυρία του χωριού;


Η ίδια δουλειά που συνεχιζόταν για κάποια βράδια, τώρα πια «διανθιζόταν» και με βρισιές ασύλληπτες. Κάποιο άρρωστο μυαλό στο χωριό τα είχει βάλει μαζί της και αυτό ήταν τρομερά επικίνδυνο.


Ένα βράδυ της μύρισε καπνός. Κοιτά πίσω και βλέπει να έχει πάρει φωτιά ο φράχτης της. Τρελάθηκε. Βγήκε έξω σαν την αλλοπαρμένη με ξέπλεκα μαλλιά και προσπαθούσε να σβήσει τη φωτιά. Ούτε βοήθεια δεν μπορούσε να φωνάξει. Πίστευε ότι κάποιος θα έτρεχε. Φωτιά ήταν, προς θεού! Κάποιοι την έβλεπαν μόνη να πασχίζει με κλαδιά και χώμα να σβήσει τη φωτιά με υπεράνθρωπη προσπάθεια. Έγδαρε τα χέρια της, το πρόσωπό της , τις γάμπες της, ξέσκισε το φόρεμά της, τα μαλλιά της γέμισαν χώμα και κλαδιά, αλλά το χειρότερο ήταν ότι αίμα έτρεχε ανάμεσα στα πόδια της. Εκεί λες και το μυαλό της φρέναρε απότομα. Το έχασε και αυτό το παιδί! Η φωνή της άλλαξε χροιά ξαφνικά, τα μάτια της γούρλωσαν , το σώμα αλύγιστο έκανε σπαστικές κινήσεις, αφροί έβγαιναν από το στόμα της, η αναπνοή της με δυσκολία έβγαζε έναν απόκοσμο ήχο. Με τα λόγια που ξεστόμιζε, νόμισε κάποιος ότι δαιμονίστηκε και φώναξε: «Φέρτε αγιασμό να της ρίξουμε να γιάνει! Την κατέλαβε ο Σατανάς!», ενώ άλλος με κρυφή χαρά φώναζε: «Πάει τρελάθηκε!». Ο τρίτος, σίγουρος αποφάνθηκε: «Λύσσαξε! Φέρτε να της ρίξουμε νερό να πεθάνει!» Εκείνη τους έβλεπε απειλητικά, αν μπορούσε θα τους σκότωνε όλους, καταλάβαινε όμως ότι αυτό ήταν αδύνατο και ότι εκείνη τους είχε επιτρέψει αυτή τη συμπεριφορά. Έτσι είναι, αδίστακτοι, ανερμάτιστοι, κοιτούν την ασχήμια τους και θέλουν να καταστρέψουν ό,τι τους την τονίζει.


«Φέρτε νερό βρε παιδιά!» Ευθύς έρχεται μια μεγάλη λεκάνη κρύο νερό που την πετούν πάνω στη μαινάδα. Εκείνη μένει για λίγο σύξυλη, άγαλμα, ξόανο που ατενίζει το παράλογο μπροστά της και αφήνεται μεμιάς στο έδαφος νεκρή. Αυτό ήταν! Σώθηκαν και εκείνοι και αυτή.
«Ο Θεός ας αναπαύσει τη ψυχή της!»

H Μαρία Μαρή είναι θεατρολόγος.