Είναι δύσκολο να γράψεις για το καλοκαίρι χωρίς να πεις μια ιστορία. Κάθε καλοκαίρι έχει μία. Κι αν όσο μεγαλώνουμε τα καλοκαίρια μικραίνουν -και μαζί κι οι ιστορίες τους-, κάθε Σεπτέμβρης θα έχει κάτι από τη μελαγχολία αυτών που γλίστρησαν αθόρυβα μέσα από τα χέρια μας. Αυτών που δε θα ξαναέρθουν ως βίωμα αλλά σαν ανάμνηση πια. Και οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν, χάνονται ή μας βρίσκουν απροειδοποίητα στο μέλλον· σε εκείνα τα καλοκαίρια που δεν έφτασε η άδεια από τη δουλειά, που οι φίλοι δεν τα κατάφεραν, που ο χρόνος δε βρήκε να ξαποστάσει.

 

Τότε που παραφυλούν εκείνες οι διακοπές πάνω στο τέλος της αθωότητας ή εκείνα τα παιδικά καλοκαίρια στο χωριό. Όταν το καλοκαίρι δεν ήταν γένους ουδετέρου, άλλα θηλυκού ή αρσενικού. Τότε που ταυτιζόταν με το κορίτσι (ή το αγόρι), το όνειρο, τη παροδικότητα του ενθουσιασμού. Όταν τα συστατικά που συνέθεταν το μωσαϊκό του ήταν πιο απλά κι από εκείνα του ομώνυμου γλυκού στο ψυγείο της γιαγιάς. Έφτανε η θάλασσα κι ο ουρανός· και να 'ναι μακριά τα φώτα της πόλης για να μπορείς να της δείξεις τη Μεγάλη ή τη Μικρή (τι σημασία έχει;) Άρκτο: τον μοναδικό αστερισμό που είχες μάθεις να εντοπίζεις για να την εντυπωσιάσεις. Και σε μια κίνηση του χεριού χωρούσε όλη η απεραντοσύνη του κόσμου.

 

Εκείνο που μοιάζει ανεπηρέαστο με τα χρόνια είναι η επίδραση της εποχής επάνω μας. Κάτω από το καλοκαιρινό φως βρίσκει θέση μόνο ένα αίτημα: μιας πιο ανέμελης, ανεπιτήδευτης ζωής. Η ενοχική απραξία, η πολυτέλεια του μεσημεριανού ύπνου, ο χρόνος που αφήνεται τελετουργικά να περνά, σκοντάφτουν πάνω στην ψευδαίσθηση ενός καλά οργανωμένου κόσμου. Κάθε που παίρνουμε απόσταση από τον εαυτό μας, θα αναγνωρίζουμε εκείνα τα déjà vu στις θερινές εξομολογήσεις, στη γλώσσα του σώματος πίσω από ανομολόγητα πάθη, στις σκηνοθετημένα τυχαίες συναντήσεις· όσα επιμελώς μας κρύβουν οι χειμώνες και εκθέτουν αβίαστα τα καλοκαίρια.

 

Κάθε φορά -που έστω και για λίγες μέρες πια- το μέρος θα είναι ίδιο και οι συγγενείς εκεί, ο χρόνος θα μοιάζει σα να μη κινείται γραμμικά αλλά κυκλικά. Σα να σταματά κάθε καλοκαίρι για να πιάσει το νήμα από το προηγούμενο. Στη βεράντα που ανταλλάσσονται τα νέα, αναμετριόνται τα όνειρα, οι προσδοκίες και οι ατέλειωτες μεταθέσεις στο χρόνο όσων υποσχεθήκαμε στο μέσα μας. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτό το μονότονο μοτίβο, διακρίνεται η κοινή αφετηρία: η ανάγκη να ονειρευτούμε, να ζήσουμε πιο απλά, πιο ελεύθερα.

 

Όσο πιο δύσκολοι γίνονται οι καιροί, τόσο περισσότερη ανάγκη έχουν τα καλοκαίρια. Κι εμείς τα αφήνουμε να περνούν σα να ήταν ανεξάντλητα, σα να τα μεταθέτουμε κι αυτά στο μέλλον. Εκθρέφουμε τη νοσταλγία για όσα δε ζήσαμε, ενώ το καλοκαίρι είναι μπροστά μας, με τα υλικά του να μας περιμένουν εκεί όπως μας περίμεναν παιδιά. Ανάμεσα στον ήλιο που δύει και τη σελήνη που ανατέλλει από απέναντι, ανάμεσα σε ατέλειωτες φιλοσοφικές κουβέντες κι ακόμα μεγαλύτερες σιωπές. Δε χάσαμε εκεί χρόνο· εκεί ξεγλίστρησε το νόημα της ζωής.