Μια ιστορία απο τη ελληνική πραγματικότητα μιας "επαρχίας".

 

Σήμερα, καθώς γυρνούσαμε με μια συμμαθήτρια μου απο το σχολείο, βλέπουμε να βγαίνει καπνός απο ένα κάδο. Όλοι γύρω συνέχιζαν ανενόχλητοι τον δρόμο τους και δεν τους απασχολούσε το θέαμα. Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως κάπως πρεπει να σβηστεί (και μάλλον θα το έκανα εγώ αυτό αφού κανείς άλλος δεν έκανε κίνηση) και αυτό που άκουσα όταν την εξέφρασα ήταν ένα: "Είσαι τρελή;".

 

Ήμουν. Λίγα μέτρα πιο κάτω ήταν ένα μανάβικο. Τους ζήτησα να στείλουν κάποιον να ρίξει λίγο νερό πρίν ανάψει εντελώς, μιας που εγώ έπρεπε να γυρίσω σπίτι λόγω υποχρεώσεων. Ήταν μόνο ένα άτομο μέσα και δεν μπορούσε να αφήσει το μαγαζί. Έτσι ζήτησα να μου δώσει κάτι με νερό, ένα μπουκάλι, μια κανάτα, οτιδήποτε. Μου γέμισε ένα μεγάλο ποτιστήρι με νερό και πήρα τη φίλη μου για να πάμε ξανά στον κάδο.

 

Εκεί βρήκα άλλους δύο συμμθητές μου σταματημένους να κοιτάνε με απορία τις φλόγες που είχαν αρχίσει να καταλαμβάνουν τον κάδο. Τους συναντήσαμε τρέχοντας. Ρίξαμε το νερό μέσα στο κάδο. Οι φλόγες έσβησαν και ο καπνός ξεθύμανε. Όμως το καπάκι ήταν λιωμένο και δεν μπορούσαμε να αποκόψουμε το οξυγόνο.

 

Σύντομα άρχισαν πάλι οι φλόγες να εμφανίζονται. Απο το πίσω σπίτι έρχεται ένας άντρας να δει την κατάσταση. Λίγο πιο μετά θα μας πει: "Έίχα δει οτι έβγαιναν καπνοί αλλά πίστευα οτι θα σταματήσει, νόμιζα οτι ήταν απο κανένα τσιγάρο".

 

Στην αυλή του σπιτιού υπήρχε ένα λάστιχο συνδεμένο σε μια βρύση. Πρότεινα, λοιπόν, να χρησιμοποιήσουμε το λάστιχο για να ρίξουμε νερό στον κάδο. Ήταν αργά όμως, οι φλόγες είχαν μεγαλώσει και η καλύτερη λύση θα ήταν ένας πυροσβεστήρας -που δεν είχαμε-. Τελικά, χρησιμοποιήσαμε το λάστιχο, ρίχνοντας νερό όλο και περισσότερος καπνός έβγαινε. (Πράγμα που ήταν επικίδυνο λόγω των αερίων που προκαλεί η καύση πλαστικού αλλά και της περίπτωση που βρίσκονταν λάδι στο κάδο. Τονίζω, το νερό ΔΕΝ ήταν η καλύτερη λύση, αλλά η μόνη που είχαμε.) Βρισκόμασταν εκεί πάνω απο πέντε λεπτά, πέντε άτομα (εγώ, η φίλη μου, οι δύο συμμαθητές μας και ο κάτοικος του πίσω σπιτιού), μέσα στους καπνούς ενώ κόσμος διέβαινε το πεζοδρόμιο άνετος. Ένας παππούς, ένας μπαμπάς με μωρό στο καρότσι (τον οποίο μάλλον "εμποδίζαμε" κιόλλας), απλά περνούσαν χωρίς να δώσουν σημασία.

 

Μετά απο λίγο απομακρυνθήκαμε αφού η ώρα είχε περάσει και μας πίεζε ο χρόνος και αφήσαμε εκείνον τον άντρα να ρίχνει νερό στους λίγους καπνούς που είχαν μείνει.

 

Τώρα, αφού διαβάσατε όλο αυτό, παραθέτω κάποιους συλλογισμούς.

 

-Ποιός ασυνείδητος, μη γνωρίζοντας τον κίνδυνο, ξεκίνησε τη φωτιά;
-Σε περίπτωση που δημιουργήθηκε απο στάχτες και κάρβουνα απο σόμπα, δεν θα έπρεπε να είναι πιο προσεχτικός; Αλλά και πάλι δεν δικαιολογείται.
-Γιατί κανείς δεν φιλοτιμήθηκε να κάνει κάτι, ή έστω να τηλεφωνήσει στην πυροσβεστική;
-Γιατίι το αγνοούσαν επιδεικτικά;
-Γιατί κανείς δεν νοιάζεται για το περιβάλλον της πόλης του αλλά μόνο για το σπίτι του;
-Γιατί η αστυνομία που πέρασε απο το σημείο δεν σταμάτησε;
-Γιατί έπρεπε ένα παιδί να πάρει την πρωτοβουλία;
-Γιατί έπρεπε να ξεκινήσει όλο αυτό;
-Δεν θα έπρεπε να μην συμβεί καθόλου;
-Η κοινωνία δεν έχει μερίδιο ευθύνης;