Η σκηνή τεράστια, ενοποιημένη με την πλατεία με την ίδια μοκέτα. Δύο τραπέζια ενωμένα στα δεξιά (ποτήρια, φλιτζάνια, μπουκάλια κρασιού, τσαγιέρα πάνω τους). Δύο άνδρες που κάθονται σε κομψές, ξύλινες παλιομοδίτικες καρέκλες με κόκκινο βελούδο στην πλάτη, πίνουν, συζητούν, παρακολουθούν την οθόνη στο βάθος: Μια ταινία του Ντοβζένκο κάθε τόσο διακόπτεται και τα φώτα ανάβουν. Δύο πόντιουμ είναι τοποθετημένα στη σκηνή και στην κλίμακα της πλατείας, ένα πιάνο στα αριστερά. Η δράση μοιάζει χαλαρή, σύνολο αποσπασματικών κινήσεων και λόγων των 5+1 προσώπων που κινούνται επί σκηνής (και τα οποία, πληροφορούμαστε από την οθόνη, εκπροσωπούν έννοιες ή περιοχές της ιστορίας).

Ο τρόπος που υφαίνεται το κείμενο της παράστασης (ιδέες και σκέψεις του Μιχαήλ Μαρμαρινού και του Ακύλα Καραζήση για τη φιλοσοφία της ιστορίας, για την πολιτική και τις επαναστάσεις, για τη μεταπολίτευση στην Ελλάδα, για το θέατρο της τελευταίας 25ετίας και για το θέατρο ως τέχνη που διαρκώς διαφεύγει των κριτηρίων με τη βοήθεια των οποίων προσπαθούμε να την προσεγγίσουμε, λίστες ηθοποιών, σκηνοθετών, δημοσιογράφων/κριτικών αλλά και διαδρομών σωτηρίας ή καταδίκης, ανέκδοτα από τη ζωή του Στάλιν, πρόσωπα που καταδιώχθηκαν και εκτελέστηκαν από το καθεστώς του, ένα αγαπημένο τραγούδι του και πολλά άλλα), μαζί με τις παράλληλες δράσεις, τροφοδοτεί διαρκώς τους δεκτικούς θεατές με αφορμές για νοερούς διαλόγους. Κάποια στιγμή μία νεαρή γυναίκα από τη Γεωργία απευθύνεται έντονα προς τους δύο άνδρες - κανείς δεν καταλαβαίνει τι λέει γιατί μιλάει τη γλώσσα της πατρίδας. Η παρουσία της ίσως θεωρηθεί περιττή από τους βιαστικούς και ανυπόμονους θεατές. Κάτι λέει, το νόημα ξεγλιστράει ανεπίδοτο, υπάρχει απροσπέλαστο, σαν άνθρωπος ή έργο τέχνης που αδυνατούμε να εκτιμήσουμε στην πληρότητά του - το ίδιο συμβαίνει και στις στιγμές που ο θεατής δεν ξέρει σε ποιον από τους διαλόγους ή τις δράσεις που εξελίσσονται παράλληλα να εστιάσει.

Κριτική; Ποιος τη χρειάζεται; Σκέψεις μόνο μπορώ να διατυπώσω εδώ, στην κατεύθυνση μιας από τις βασικές αρχές της παράστασης Στάλιν μια συζήτηση για το ελληνικό θέατρο, αυτήν της «θραυσματικότητας, που εξάπτει τη φαντασία». Χωρίς το κείμενο της παράστασης στο χέρι -δεν έχει ακόμη εκδοθεί- ας προσθέσω στις αφορμές που δίνει η παράσταση για συζήτηση μερικές ακόμη.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 το μπλοκ των Ελλήνων θεατρικών κριτικών λειτουργούσε μ' έναν κανόνα σημαντικών ηθοποιών και σκηνοθετών της προηγούμενης 30ετίας. Οι νεότεροι δημιουργοί που ένιωθαν ότι η εποχή είχε προχωρήσει σ' άλλα πεδία κι αιτήματα, και οι οποίοι πίστευαν ότι το θέατρο που προτεινόταν δεν μπορούσε να εκφράσει τις δικές τους ανησυχίες, βίωσαν στο πετσί τους την άρνηση και συχνά τον περιορισμό τους στο περιθώριο της θεατρικής αγοράς. Τα χρόνια πέρασαν, οι εν λόγω κριτικοί ξεπεράστηκαν από τη δυναμική της νέας εποχής, τα περιθώρια άνοιξαν, η αναγνώριση ήρθε, αλλά τα 15-20 χρόνια άτυπης ρήξης με τις κατεστημένες αξίες άφησαν υπόλοιπα και λογαριασμούς που παραμένουν ανοιχτοί.

Πόλεμος δεν κηρύχθηκε ποτέ, γιατί θα 'πρεπε πρώτα να κατονομαστεί καθαρά ο εχθρός. Ακόμη και σήμερα οι πικρές αλήθειες λέγονται off the record. Aντί να χτυπήσεις συγκεκριμένα πρόσωπα και φαινόμενα, λες «η κριτική είναι ηθικολογία», «αρνούμαστε την εξειδίκευση της γνώμης» και δεν «εμπιστευόμαστε το θεατρολόγο ή τον ιστορικό». Αλλά τότε αυτή η κατεξοχήν κριτική παράσταση ηθικολογεί; Έπειτα, δεν ξέρω κανέναν πιο τρομακτικό κριτικό από τον ανυποψίαστο, ανεκπαίδευτο, με αμβλυμμένες από την τηλεόραση συνείδηση και ευαισθησίες, θεατή.

Οι επιστήμονες, και οι ιστορικοί, είναι φορείς συγκεκριμένης ιδεολογίας που δεν μπορεί παρά να φωτίζει με συγκεκριμένο τρόπο το έργο τους. Αλλά απόψεις και ιδεολογίες αντιπαρατίθενται μέσα στις ιστορικές μελέτες με τρόπο που να επιτρέπει τελικά σχετικά ασφαλή συμπεράσματα. Είναι μήπως προτιμότερο να βάλουμε στη θέση της εξειδικευμένης γνώσης των ιστορικών την ημιμάθεια και το θράσος που επιτρέπει στον καθένα να μιλάει επί παντός επιστητού;

«Καταδέχεται να μιλήσει κανείς σήμερα για επανάσταση;» αναρωτιέται ο Μιχαήλ Μαρμαρινός κάποια στιγμή της παράστασης, για να πάρει μία σαφώς θετική απάντηση από τον Επισκέπτη (διαφορετικό πρόσωπο σε κάθε παράσταση). Η επανάσταση είναι δυνατότητα, ακούστηκε και πάλι. Μια δυνατότητα, σκέφτομαι, που αυτήν τη στιγμή συνειδητοποιούν στη Λατινική Αμερική ο Τσάβες, ο Μοράλες, ο Κορέα κι οι λαοί τους. Και μαζί τους κι εμείς.

Παρένθεση στην παράσταση η αναφορά στη Σιβηρία ως μετωνυμία όλων όσων εκτοπίστηκαν, βασανίστηκαν, έχασαν τη ζωή τους στην «παγωμένη πριγκίπισσα». Υπάρχει, όμως, και μία καιόμενη πριγκίπισσα, ζωντανή ακόμη, βουτηγμένη στο αίμα, διψασμένη και άρρωστη από το ΑIDS - στην Αφρική. Μόνο που δεν έχει (ή δεν τους γνωρίζουμε) ποιητές όπως η Αχμάτοβα, η Τσβετάγεβα ή ο Όσιπ Μάντελσταμ, ούτε σκηνοθέτες όπως ο Μέγιερχολντ. Να πώς, χωρίς να το θέλουμε, το ανθρώπινο σώμα που βασανίζεται και πεθαίνει, έλκει την προσοχή μας ανάλογα με το πολιτιστικό περιβάλλον στο οποίο ανήκει, και ανάλογα με τη σχέση που αυτό έχει ή δεν έχει με τα μοντέρνα καλλιτεχνικά κινήματα και τις ιστορικές, Δυτικές πρωτοπορίες...

Με τον Στάλιν δεν τελειώσαμε γιατί οι πολλοί μικροί Στάλιν που κυκλοφορούν γύρω μας τον κρατούν ζωντανό. Αλλά οι μυριάδες που οδηγήθηκαν και πέθαναν στα γκούλαγκ αντιστοιχούν σε πολλές περισσότερες μυριάδες που επιβίωσαν. Ο ποιητής Τσελάν αυτοκτόνησε επειδή δεν άντεξε το γεγονός ότι γλίτωσε, ότι έζησε.

Όλα τα ζητήματα είναι εδώ, αλλά στο θέατρο σπανίως μας ζητείται η άμεση εμπλοκή σε μια ζωντανή, σε εξέλιξη συζήτηση. Γι' αυτό, όσοι πιστοί προσέλθετε στη Νέα Σκηνή Εθνικού Θεάτρου.