Το παίξιμo του "Manu" Katché, είναι μια ανάμειξη αφρικανικού ρυθμού και κλασικών ντραμς η οποία για κλάσματα του δευτερολέπτου φωταγωγείται από την επήρεια της τζαζ. «Όταν παίζω τζαζ με λένε "ροκ ντράμερ". Όταν κάνω ροκ μουσική, οι κριτικοί γράφουν για τον "τζαζ ντράμερ Manu Katché"… «Είμαι απλά ο εαυτός μου, προσπαθώντας να είμαι όσο καινοτόμος όσο και η μουσική που παίζω, και, υποθέτω, πως αυτή είναι μια "τζαζ" αντιμετώπιση».

Μουσική στην ECM ήταν ένα όνειρο του Katché από παιδί: «άκουσα το πρώτο ECM άλμπουμ όταν ήμουν περίπου δεκαπέντε και ξετρελάθηκα από τον ήχο και τον τρόπο με τον οποίο παίζονταν η μουσική: τρανή και τολμηρή αλλά με σεβασμό για τη σιγή και με μια πραγματική ισορροπία μεταξύ των μουσικών οργάνων...».

Το «Playground», ο τρίτος του δίσκος (που κυκλοφόρησε το 2007) είναι μια μουσική που δημιούργησε έχοντας στο μυαλό του τους βασικούς μουσικούς του συνεργάτες. «Εξερευνήσαμε συναφείς ιδέες με τις προηγούμενες συνεργασίες μας, αλλά, νομίζω πως κατάφερα να βρω λίγο περισσότερο χώρο για εμένα και τα ντραμς», λέει ο Manu Katché, μιλώντας για την τελευταία δουλειά του.

Ο τρόπος που ο Manu Katché παίζει, τον τοποθετεί σε ένα άλλο επίπεδο από τους σύγχρονους τζαζ ντράμερς. Ο εύστροφος ρυθμός του, χτίζει ένα ρυθμικό σχήμα, δημιουργώντας το ρυθμικό περιβάλλον που κινητοποιεί τους πνευστούς και «δένει» αυτονόητα το πιάνο με το μπάσο. «Πάντα προσπαθώ να φτιάχνω ρυθμικά σχήματα τόσο ανοιχτά ώστε να "δημιουργούν υποδοχές" και να χρωματίζουν τα πράγματα. Αυτή είναι η φιλοσοφία μου σχετικά με την δημιουργία της μουσικής είτε παίζω τζαζ είτε ροκ είτε οτιδήποτε άλλο, ή δουλεύω με τους Sting ή Peter Gabriel ή όποιον άλλο. Χτίζω μια υποδομή για να εμπνεύσω τους σολίστες και, ελπίζω, τον εαυτό μου».