Το εδώ και χρόνια εξαντλημένο βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού «Τα καμάκια», που διέδωσε και επέβαλε τον -γνωστό μέχρι τότε μόνο στην Αργοναυπλία- χαρακτηρισμό «καμάκι» σε όλη την Ελλάδα, μόλις επανακυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Στερέωμα.

 

Ελεγεία μιας εποχής, σατιρική μετα-ηθογραφία, πορτρέτο ενός τόπου, μερική πολιτική φαντασία και λιγότερο ερωτογράφημα, «Τα καμάκια» ισορροπούν μεταξύ «συμβατικής» πεζογραφίας, εναλλακτικής ιστορίας, δημοσιογραφίας, ημερολογίου και διήγησης.


Γραμμένο το 1978, όταν βρισκόταν στο αποκορύφωμά του το φαινόμενο των «καμακιών», των νεαρών ανδρών που περνούσαν τα καλοκαίρια τους προσφέροντας ερωτικές υπηρεσίες στις αλλοδαπές τουρίστριες, το βιβλίο αποτυπώνει την εποχή με ευφρόσυνο χιούμορ και παιγνιώδη μελαγχολία.


Άνδρες που εγκαταλείπουν τα παραδοσιακά επαγγέλματα κυνηγώντας ένα «όνειρο» ελευθεριότητας, νέοι χωρίς προοπτικές που αλληθωρίζουν προς μια ζωή που δεν τους περιέχει, ολόκληρη η ελληνική επαρχία, που παραζαλισμένη από την γνωριμία με τα νέα, εξ Εσπερίας, απελευθερωμένα σεξουαλικά ήθη προσπαθεί να βρει τον βηματισμό της σ' έναν κόσμο που αλλάζει, χωρίς να τα καταφέρνει.


Ένα μυθιστόρημα παρεξηγημένο στον καιρό του, το οποίο σήμερα, πέρα από την αμιγή αναγνωστική απόλαυση, προσφέρει την ολοζώντανη εικόνα μιας μεταβατικής εποχής.


«Υπάρχει ένα είδος Homo sapiens που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, γνωστό σαν "καμάκια", που αναγνωρίζονται απ τα μαυριδερά στήθη τους, τα γυαλιστερά μεγάλα μουστάκια πάνω σε πελώρια χαμόγελα και από τη λάμψη του κυνηγιάρικου στα μάτια.

 

Το καμάκι (ενικός), όπως θα το καθόριζε το λεξικό, είναι ένα αγκιστρωτό εκτοξευόμενο όπλο... που το χρησιμοποιούν για να χτυπούν τα μεγάλα ψάρια. Και το ψάρι αυτό είστε εσείς, μια γυναίκα. Νέα ή γριά, χοντρή ή αδύνατη, όμορφη ή άσχημη, κάθε γυναίκα αποτελεί βορά για ένα καμάκι.


Περιμένει όλο το χειμώνα βουρτσίζοντας τα μουστάκια του, γυαλίζοντας τα παπούτσια του και τα δόντια του, δοκιμάζοντας τις πρώτες ατάκες του: «Μπορώ να σας δείξω» (το παλάτι, το μουσείο, το νάιτ-κλαμπ) (Φροϋλάιν, Μις, Μαντεμουαζέλ, Σινιορίνα, Σενορίτα, Φρόκεν;) για την καλοκαιρινή χρήση, όταν καταφτάνουν οι γυναίκες.

 

Μετά είναι στο χέρι σας πια το πώς αυτή η στιγμιαία επαφή θα ωριμάσει ή θ αφορμίσει. Μπορεί, φυσικά, ποτέ να μη δείτε το (παλάτι, μουσείο, νάιτ-κλαμπ), αλλά θα έχετε αποκτήσει έναν καινούργιο φίλο.»


Info

Βασίλης Βασιλικός, Τα καμάκια

Επίμετρο: Δημήτρης Φύσσας

Εκδόσεις Στερέωμα