Φερνάντο Πεσσόα: Εγώ, ένας άλλος

Φερνάντο Πεσσόα: Εγώ, ένας άλλος Facebook Twitter
Εικονογράφηση: Dreyk the Pirate/ LIFO
3

Αν κάποιος έχει κατοικήσει με επιτυχία ανάμεσα στις λέξεις κι έχει αφουγκραστεί την πρώτη οσμή τους, αυτός είναι ο Φερνάντο Πεσσόα. Στο ακατάβλητο έργο του, που εκτείνεται από την ποίηση ως τη λογοτεχνία και από τα δοκίμια ως την υψηλή κριτική, υπάρχει ένα πρόσωπο –ή, μάλλον, καλύτερα ένα προσωπείο– που πάσχιζε να ξεφύγει από την τυραννία της ταυτότητας και να κατοικήσει αποκλειστικά στο ενδιαίτημα των λέξεων. Ο Πεσσόα υπογράφει τα βιβλία ως ένας άλλος –ως Αλμπέρτο Καέιρο, ως παράδοξος ναυπηγός μηχανικός Άλβαρο ντε Κάμπος, ως συνθέτης ωδών Ρικάρντο Ρέις και ως Μπερνάρντο Σοάρες, συγγραφέας του Βιβλίου της ανησυχίας– αλλά, κατ’ ουσίαν, θα ήθελε να γράφει χωρίς καμία ιδιότητα, ούτε καν ως άνδρας ή γυναίκα. «Δεν δυσκολεύομαι να ορίσω τον εαυτό μου» τονίζει στο επίμετρο του Γράμματα στην Οφέλια που παραθέτει η Μαρία Παπαδήμα. «Έχω γυναικεία ψυχοσύνθεση και αντρική ευφυΐα. Η ευαισθησία μου και οι ποικίλες εκφάνσεις της, διότι σε αυτό συνίστανται η ψυχοσύνθεση και οι εκδηλώσεις της, είναι γυναικείες. Οι ικανότητες συσχετισμού, η ευφυΐα και η θέληση που είναι η ευφυΐα της παρόρμησης, είναι αντρικές». Τίποτα στο έργο του δεν είναι αυτό που φαίνεται, και κυρίως τίποτα δεν φαίνεται αυτό που είναι – ούτε το φύλο, ούτε καν το πρόσωπο. Κι αυτό τελικά οφείλει κάθε συγγραφέας απέναντι στο κείμενο: να το αφήνει να τραβάει τον δικό του δρόμο ως ένα αυτόνομο παιχνίδι που οι κανόνες χρήσης του δεν υπαγορεύονται από το άτομο αλλά από τις ίδιες τις λέξεις. Μόνο έτσι, άλλωστε, θα μπορέσει να πορευτεί κάθε μελλοντική λογοτεχνία: «Είναι σημαντικό, με αυτή την έννοια, το γεγονός ότι ο Πεσσόα δημοσίευσε με την υπογραφή του Άλβαρο ντε Κάμπος το μεγάλο του προφητικό μανιφέστο που όριζε τη λογοτεχνία του μέλλοντος, την ποίηση μιας εποχής στην οποία το άτομο θα έπαυε να έχει οποιοδήποτε νόημα, στην οποία η ύπαρξη θα ήταν ολότελα αδιάφορη. Σήμερα, σε μια εποχή απόλυτης αλλοτρίωσης και υπαρξιακής ακύρωσης, μπορούμε να νιώσουμε και να καταλάβουμε τον μηδενισμό και την απελπισία που στοίχειωσαν τα οράματα του Μπερνάρντο Σοάρες ή του Άλβαρο ντε Κάμπος» υπογραμμίζει ο Χάρης Βλαβιανός στην εισαγωγή του στον Ηρόστρατο. Με τα έργα του Φερνάντο Πεσσόα που εκδίδονται τώρα με πανηγυρικό τρόπο από τον Gutenberg η προφητική δεινότητα του έργου του είναι εμφανέστερη σε κάθε επίπεδο: από τη σχέση του με την ποίηση (Ηρόστρατος) μέχρι τους πολλαπλούς ρόλους που αναλάμβανε ως δυνάμει εραστής (Γράμματα στην Οφέλια) και το πώς αντιλαμβανόταν τη λογοτεχνία (Ένα πολύ πρωτότυπο δείπνο).

Μέσα από αυτήν τη διαρκή αποσάρθρωση του εαυτού του ως συγγραφέα ο Πεσσόα ανακαλύπτει έναν λόγο πέρα από το ορατό, ορίζει το παράλογο και αναδεικνύει ως βασική δυναμική την αμφιβολία. Μιλάει με τον πιο ποιητικό τρόπο για θέματα ταμπού όπως η σοδομία, βγάζει τη γλώσσα στη λογική, φλερτάρει με την ανομία. Ακόμα κι όταν όλα δείχνουν ότι πρόκειται για την πιο απτή ιστορία, αυτός επιβάλλει την έκπληξη (ίσως γι’ αυτό του άρεσαν και τόσο τα αστυνομικά): χαρακτηριστικό είναι ότι το Πρωτότυπο Δείπνο ξεκινάει με ένα αβρό κάλεσμα μεταξύ των μελών ενός κλειστού ομίλου για να καταλήξει στον φόνο που φτάνει συμβολικά μέχρι την ανθρωποφαγία. Στο σημείο αυτό ο Πεσσόα φαίνεται να παίρνει υψηλά μαθήματα από την ψυχανάλυση και τις θεωρίες του Φρόιντ, ανιχνεύοντας προφανώς εκεί την πρώτη ανατροπή της αντιστοιχίας ανάμεσα στο νόημα και στη λέξη, επιμένοντας ότι τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Ο Φρόιντ είναι αυτός που έσπασε την απλοϊκή σχέση ανάμεσα στο αίτιο και το αιτιατό και υποστήριξε τη συμβολική δυναμική που έχουν η λεκτική έκφραση και η αλληγορία (γλώσσα λανθάνουσα, γλώσσα των ονείρων, αυτοματισμός). Αντίστοιχα, πάλι, κι ο Πεσσόα, αναζητώντας τη συμβολική δύναμη που είχαν οι λέξεις, θέλησε να βάλει φωτιά στις συμβάσεις της αφήγησης πέρα από κάθε προσδοκία: έφτασε να καταγράφει ακραίους θανάτους εκεί που κανείς περιμένει μια κυριλέ γαστρονομική συνεύρεση (στο νεανικό του κείμενο Ένα πρωτότυπο δείπνο) ή να μιλάει για έναν παθιασμένο καταστροφέα, την ώρα που αναλύει την υψηλή καταγωγή της ποίησης (Ηρόστρατος). Η αιτιακή εξήγηση έχει πλέον ανατραπεί και τη θέση της έχει πάρει η αμφιβολία. Στόχος είναι να ταραχθούν οι λογικοφανείς –και όχι λογικότροπες, για τις οποίες μιλούσε ο Πεσσόα– εξηγήσεις της αφήγησης και να διεγερθεί η κριτική σκέψη, «η οποία, όμως, άπαξ και διεγερθεί, θα καταλύσει όλες τις ψευδαισθήσεις του που σχετίζονται με την ανθρωπότητα (η οποία, ως γνωστόν, αδιαφορεί για την ανθρωπότητα) και τη δικαιοσύνη (στην οποία, ούτως ή άλλως, κανείς δεν πιστεύει)». Οι υλακές της αποδόμησης ηχούν δυνατά μέσα στα σκοτάδια της βεβαιότητας και το μόνο που επιβιώνει πια μετά την καταστροφή του νοήματος –για την οποία κάνει διαρκώς λόγο ο Πορτογάλος– είναι η δύναμη της λέξης.

Εξηγώντας την επίδραση που είχαν στο έργο του Πεσσόα οι θεωρίες περί καταστροφής και ζωτικής ορμής στο κατατοπιστικό του παράρτημα στο Πρωτότυπο Δείπνο, ο K.D. Jackson παραπέμπει στις θεωρίες του Μπεργκσόν περί ζωτικής ορμής αλλά και σε αυτές του Φρόιντ για την καταγωγή του πολιτισμού ως πηγής δυστυχίας. Η λέξη καλείται να αφουγκραστεί αυτό που η φύση θέλει πάντα να καταστρέψει, γνωρίζοντας ίσως ότι, αντί για το νόημα, θα συναντήσει το μηδέν. Εξού και ότι ο συγγραφέας πρέπει πάντα να γράφει σαν τον Ηρόστρατο, δηλαδή σαν απόλυτος καταστροφέας του σύμπαντος –αλλά και του εαυτού του–, έτοιμος να χρησιμοποιήσει τη λέξη με τον πλέον απόλυτο τρόπο, σαν να είναι η τελευταία του μέρα κι η τελευταία ώρα – πέρα από τις πρόσκαιρες ανάγκες του περιβάλλοντος ή της εποχής του. «Η επίμονη προσπάθεια που χρειάζεται για να δημιουργηθεί ακόμα κι ένα καλό σύντομο ποίημα υπερβαίνει τη δημιουργική ανικανότητα, την ευτέλεια της κατανόησης, τη ματαιότητα της ειλικρίνειας, τη διαταραγμένη έλλειψη της φαντασίας, που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Όταν ο Μίλτον έγραφε ένα σονέτο, έγραφε σαν η ζωή του να εξαρτιόταν από αυτό και μόνο το σονέτο» τόνιζε ο Πεσσόα για την ανάγκη του λογοτέχνη ή του ποιητή να είναι πάντα μπροστά και πέρα από τον χώρο και τον χρόνο όπου έζησε. Γι’ αυτό και ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ ο κλασικός εκπρόσωπος μιας πολυτάραχης εποχής, αλλά ένας άλλος, μια πυρπολημένη λέξη, μια κατηργημένη εξήγηση και μια δημιουργική αντίφαση που θα λάμπει ανά τους αιώνες.

Βιβλίο
3

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ;

Το πίσω ράφι / Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ρωτά: Τι κάνεις αν βρεις 350.000 ευρώ;

Στο μυθιστόρημά του «Η πόλη και η σιωπή», ο διακεκριμένος συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπου που παλεύει να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026)

Guest Editors / Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026): Η γυναίκα που μελέτησε πώς πενθούν οι Έλληνες

Καθηγήτρια επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην Έδρα Σεφέρη του Χάρβαρντ, η επιδραστική ερευνήτρια της ελληνικής γραμματείας έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη.
ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ
Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Βιβλίο / Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Λίγο προτού έρθει στην Ελλάδα, ο σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας μιλά αποκλειστικά στη LiFO για το νέο του μυθιστόρημα «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική αλλαγή, τη μνήμη και τους νέους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Μάκης Μαλαφέκας, συγγραφέας

Οι Αθηναίοι / Μάκης Μαλαφέκας: «Τα social media παράγουν ακατάσχετα μέσους όρους»

Από τα παιδικά χρόνια στη Νεάπολη Εξαρχείων και τα πρώτα διαβάσματα μέχρι τις σπουδές στο Παρίσι και τη συγγραφή αστυνομικών, ο γνωστός συγγραφέας μιλάει στη LiFO για τη χαρά της δημιουργίας, την επιτυχία του «Deepfake» και για το πόσο μοιάζει στον ήρωά του Μιχάλη Κρόκο.
M. HULOT

σχόλια

2 σχόλια
Αναμφισβήτητα μεγάλος ποιητής και συγγραφέας.Πάντως στην εποχή του ήταν λίγο δύσκολο να αναγνωριστεί, γιατί στα περισσότερα από τα γραπτά του χρησιμοποιούσε διάφορα ψευδώνυμα, αλλά και γιατί το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο μέρος του έργου του ανακαλύφθηκε και εκδόθηκε μετά το θάνατό του.