Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ' η πεταλούδα, Που 'χ 'ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο./

κόντες Διονύσιος

 


Φέτος λέω να μην τη γιορτάσω διπλή την εικοστή πέμπτη. Να μη με λένε Μαντώ και να μην αγαπήσω τον Πέτρο Φυσσούν/Υψηλάντη. Να μην πιάσω από πρωί το καρυοφύλλι και μπαμ μπαμ να μην σταθώ γενναία Σουλιώτισσα δίπλα στον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Να μην τα βάλω ολομόναχη κοπέλλα πράμα με τον παλιοΚωλέττη και τα γραφειοκρατικά του. Κουράστηκα τόσα χρόνια, δε με χωράει κι η στολή της βασιλίσσης Αμαλίας, προστάτιδος των γκιαούρηδων και του λήσταρχου Νταβέλη.

 

Φέτος δε θα παραστώ στη σφαγή της Χίου, δε θα ζητιανέψω στο Ανάπλι, ούτε θα μπλεχτώ με τις Προστάτιδες δυνάμεις. Ούτε Ψωροκώσταινα, ούτε Μαρία Πενταγιώτισσα, ούτε Κόρη των Αθηνών. Φέτος δε θ' αγαπήσω τον Μουχτάρ, ούτε θα πνιγώ στη λίμνη. Και να με συγχωρέσει ο Νίκος Αλιάγας που δε θα παραστώ στο Μεσολόγγι . Κουράστηκα - τόσα χρόνια στο κουρμπέτι, τόσα χρόνια να χτυπάω ξένες πόρτες, να τρέχω στις Παραδουνάβιες, να οργανώνω, να εκλιπαρώ. Τέλειωσε κι η προίκα μου - ούτε γρόσσι δε μου' μεινε για δείγμα.

 

 

Φέτος μονή γιορτή. Μόνο τον Ευαγγελισμό. Λέω να πάω στη γωνίτσα μου, να βάλω ένα λευκό πουκαμισάκι και μια σεμνούλα πλισσέ και να τον περιμένω να φανεί. Να πιάσει μια μεγάλη ζέστη και να ευωδιάσει γιούλια και βιόλες. Να μπει ο Άγγελος και να μου φέρει τη χαρμόσυνη. Να μου χαϊδέψει την κορδέλα και να μου ψιθυρίσει - μη σταματάς, κι άλλο, κι άλλο, δείξε μου πόσο με θέλεις, χάρισέ μου μια απώλεια και θα σου χαρίσω δέκα σωτηρίες.

 

Φέτος λέω να με λένε Ευαγγελία.
Εγώ κι ο άγριος κρίνος.
Εγώ σε κλειστό ραντεβού για Κορίτσι και Άγγελο.