«Σας ενημερώνω ότι τις προάλλες, [...] είχε ορισθεί η τελετή ταφής της μητέρας μου [...] στο κοιμητήριο [...] της Αττικής» ξεκινά την αφήγησή της η Α.

 

Δεν μπορώ να φανταστώ καν πώς είναι να πεθαίνει ο κοντινότερός σου άνθρωπος κι από πάνω να νιώθεις το αίσθημα της πίκρας και της αδικίας. 

 

Ο σκοπός της Α. δεν είναι να κερδίσει δημοσιότητα ούτε να βρει το δίκιο της ιντερνετικά αλλά να ενημερώσει για ένα θέμα που θεωρείται σχεδόν ταμπού και αφορά στο κόστος μιας κηδείας και στη συμπεριφορά κάποιων.

 

Συνεχίζει η ίδια: «Το Γραφείο Τελετών [...] με το οποίο είχα έρθει σε επικοινωνία από τη Δευτέρα βράδυ για τη παραλαβή της σορού της μητέρας μου από την κλινική [...] όπου κατέληξε αλλά και τη ταφή της- μου είχε ζητήσει ένα ποσό της τάξης των 951 ευρώ -επικοινωνία επιβεβαιωμένη με μηνύματα στο κινητό μου με αριθμό [...]. Δεδομένου του φόρτου εργασίας μου ζήτησα όλη η επικοινωνία να γίνεται με μηνύματα -έτσι ώστε να διατηρώ γραπτό αρχείο επικοινωνίας. Η συμφωνία ήταν επίσης να πληρώσω ό,τι αφορά το κοιμητήριο: τάφο, δικαίωμα στην εκκλησία, καθαριότητα και δυο ψυγεία.

 

Στην τράπεζα έγινε καθ' υπόδειξη η κατάθεση του ποσού των 951 ευρώ αντίστοιχα και των 220 ευρώ για το κοιμητήριο. Μία ημέρα πριν τη κηδεία, στις 14 Φεβρουαρίου, το εν λόγω γραφείο άρχισε να μου ζητάει επιπλέον χρήματα της τάξης των 250 ευρώ και μάλιστα να επιμένει να τα δώσω χέρι-με χέρι στο κοιμητήριο για να κάνει την τελετή. Μάλιστα ο [...] άρχισε να με καλεί στις 11.00 το βράδυ - απάντησα λέγοντας ότι είναι ακατάλληλη ώρα και δε μπορώ να μιλήσω και με καλούσε στο κινητό επιμένοντας μέχρι τις 12:30 τα μεσάνυχτα με καταγεγραμμένες κλήσεις. Αρνήθηκα όποια συναλλαγή εκτός συμφωνίας και άνευ παραστατικού.

 

Την ημέρα της τελετής, με κάλεσε πριν την κηδεία στο νεκροθάλαμο, παρουσία του φίλου ιατρού [...] λέγοντας ότι αν δεν δώσω επιπλέον 250 ευρώ δε θα κάνει την τελετή. Του ζήτησα να βγούμε στο προαύλιο για να μη μιλάμε δίπλα στη σορό της μητέρας μου θέλοντας επίσης να γίνει η συζήτηση παρουσία άλλων, για να έχω μάρτυρες. Επίσης ζητούσε επιπλέον των 250 ευρώ, άλλα 70 ευρώ για τους ιερείς για να γίνει η τελετή (η εκκλησία πίεζε δηλαδή να δώσω χρήματα ως δωρεά - απαιτώντας τα όμως και ορίζοντας μία ταρίφα δική της, ακυρώνοντας έτσι την έννοια της δωρεάς ως οικειοθελούς πράξης).

 

Ο κύριος του Οίκου Τελετών επέμενε ότι αν δε δώσω τα επιπλέον 250 ευρώ και τα 70 για την εκκλησία θα διακόψει τη τελετή. Την διέκοψε όντως! Ενημέρωσα ΑΤ και επίσης κάλεσα τον Αρχιμανδρίτη πατέρα Αρσένιο, τον οποίο θεωρώ πνευματικό πατέρα- για να κάνει τη τελετή. Η τελετή έγινε όντως με τον πατέρα Αρσένιο κι έγινε η ταφή παρουσία στενού οικογενειακού/φιλικού κύκλου.


Παρουσία των φίλων και συγγενών ο κυριος [...] αρνήθηκε να μου δώσει τιμολόγιο για το ποσό των 951 ευρώ που είχα καταθέσει δυο μέρες πριν για την εξόφληση της κηδείας, επιμένοντας να δώσω επιπλέον κι άλλα χρήματα μαύρα σε αυτόν και επίσης 70 ευρώ για την εκκλησία.

 

Άνθρωποι που είδαν το εν λόγω περιστατικό, με πλησίασαν λέγοντάς μου ότι το ίδιο συνέβη και σε αυτούς - αλλά αποφάσισαν να μη μιλήσουν, λόγω της πίεσης και της στενοχώριας που είχαν.


Με εξύβρισε λέγοντάς με τρελή, ότι"βγήκα από το Δαφνί", "βρωμιάρα", είπε ότι πεινάω και μου "χαρίζει την κηδεία" και ότι είμαι "αμόρφωτη και γελοίο υποκείμενο" - όλα αυτά παρουσία αυτήκοων μαρτύρων αλλά και καταγεγραμμένων ηχητικά. Στο τέλος μάλιστα προσπάθησε να με χτυπήσει, και με έριξε κατω -κάτι που έχει καταγραφεί από κάμερες του νεκροταφείου και κινητά. Είπα με κάθε τρόπο ότι δε συμμετέχω σε παράνομες ενέργειες, δεν οφείλω να δώσω πέραν του συμφωνηθέντος ποσού, ούτε θέλω επ' ουδενί να δώσω χρήματα χωρίς παραστατικό. Τον ενημέρωσα ότι κρατώ αρχείο των συνομιλιών και διατηρώ κάθε νόμιμο δικαίωμα και η απάντηση ήταν "να κόψω το λαιμό μου κατά λέξη..." "να τρέξω να βγάλω άκρη". Επίσης όλα αυτά έγιναν παρουσία ανθρώπων της εκκλησίας, του ιερέα, των φραγκοφόρων που στέκονταν εκεί αλλά κανείς δε μιλούσε. Όταν στο τέλος ερωτήθηκαν τι θέση παίρνουν είπαν «Καμία, δεν είναι δικό μας θέμα...». 

 

Φυσικά αν είχα ενδώσει στη πίεση και είχα δώσει τα μαύρα χρήματα, όλα θα κυλούσαν ομαλά. Άνθρωποι που είδαν το εν λόγω περιστατικό, με πλησίασαν λέγοντάς μου ότι το ίδιο συνέβη και σε αυτούς - αλλά αποφάσισαν να μη μιλήσουν, λόγω της πίεσης και της στενοχώριας που είχαν. Είχαν επιλέξει να δώσουν απλά τα χρήματα χωρίς παραστατικό. Μου είπαν πως άλλη τιμή τους είχαν πει στην αρχή κι άλλη στο τέλος, και πως εν τέλει εκτός απ' το γραφείο ήταν και η εκκλησία που πίεζε για επιπλέον λεφτά μαύρα.

 

Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι ότι υπάρχουν κυκλώματα που ασκούν πίεση - φαίνεται αποτελεί πρακτική μεγάλης χυδαιότητας, γιατί βασίζονται στην πίεση της στιγμής...»