Κάτω από το σημερινό κέντρο της Σμύρνης, δίπλα στην αρχαία Αγορά και όχι μακριά από το θέατρο, οι αρχαιολόγοι άνοιξαν τρεις χώρους που είχαν μείνει θαμμένοι για περίπου 1.500 χρόνια. Δύο διατηρούν ψηφιδωτά δάπεδα, ο τρίτος είναι στρωμένος με μάρμαρο. Στους τοίχους όμως εμφανίστηκε κάτι που η ανασκαφική ομάδα δεν είχε συναντήσει μέχρι τώρα στις συγκεκριμένες ζώνες: ζωγραφική διακόσμηση.
Οι τοιχογραφίες δεν έχουν ακόμη παρουσιαστεί αναλυτικά. Δεν γνωρίζουμε τα χρώματα και τα θέματά τους ούτε αν περιλαμβάνουν μορφές, φυτικά μοτίβα ή καθαρά διακοσμητικά σχήματα. Αυτό έχει σημασία, γιατί το εύρημα δεν επιτρέπει ακόμη ασφαλή συμπεράσματα για τη χρήση των δωματίων. Γνωρίζουμε όμως ότι οι χώροι χρονολογούνται στον 5ο και τον 6ο αιώνα μ.Χ. και ότι, σύμφωνα με τον επικεφαλής της ανασκαφής Akın Ersoy, είναι η πρώτη φορά που εντοπίζεται τέτοιου τύπου ζωγραφικός διάκοσμος στις ανασκαφές γύρω από την Αγορά και το θέατρο.
Η αρχαιολογική Σμύρνη είναι ήδη πλούσια σε επιγραφές, γκράφιτι, ψηφιδωτά και μνημειακά κτίρια. Οι νέοι χώροι προσθέτουν τώρα μια διαφορετική κατηγορία υλικού: τοίχους που δεν ήταν απλώς επιχρισμένοι αλλά έφεραν ζωγραφική διακόσμηση. Αν η συντήρηση επιτρέψει να διαβαστούν καλύτερα οι επιφάνειές τους, οι τοιχογραφίες μπορεί να βοηθήσουν τους αρχαιολόγους να καταλάβουν όχι μόνο πώς έμοιαζαν αυτά τα δωμάτια αλλά και ποιοι τα χρησιμοποιούσαν και για ποιον σκοπό.
Το νήμα είχε αρχίσει να ξετυλίγεται ήδη από την προηγούμενη ανασκαφική περίοδο, όταν αποκαλύφθηκε ψηφιδωτό δάπεδο στη βόρεια οδό της Αγοράς. Καθώς η έρευνα επεκτάθηκε, έγινε σαφές ότι οι αρχαιολόγοι δεν είχαν μπροστά τους ένα μεμονωμένο δωμάτιο αλλά τμήμα μεγαλύτερου κτιριακού συνόλου. Οι τρεις χώροι που αποκαλύφθηκαν τώρα επιτρέπουν να εξεταστούν μαζί τα διαφορετικά δάπεδα, οι ζωγραφισμένοι τοίχοι και η διάταξή τους.
Ένα από τα ψηφιδωτά είχε ήδη προκαλέσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις αρχές του 2026. Σε δάπεδο περίπου τριών επί τεσσάρων μέτρων, γεωμετρικά διάχωρα πλαισιώνουν στο κέντρο τον λεγόμενο Κόμπο του Σολομώντα. Πρόκειται για μοτίβο που απαντά ευρέως στα ψηφιδωτά της Ύστερης Αρχαιότητας και έχει συχνά συνδεθεί με προστατευτικές ή αποτροπαϊκές σημασίες. Όταν παρουσιάστηκε το εύρημα, η ομάδα δεν μπορούσε ακόμη να πει με βεβαιότητα αν ο χώρος ανήκε σε ιδιωτική κατοικία ή σε κτίριο δημόσιας χρήσης.
Οι νέες αίθουσες κάνουν αυτό το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Ο Ersoy έχει εντοπίσει ομοιότητες με τις περίφημες Οικίες της Πλαγιάς στην Έφεσο, όπου πολυτελείς κατοικίες διατηρούν ψηφιδωτά, τοιχογραφίες και πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο. Στη Σμύρνη όμως η ανασκαφική ομάδα δεν θεωρεί δεδομένο ότι πρόκειται για κατοικία. Το ενδεχόμενο οι χώροι να είχαν δημόσια χρήση παραμένει ανοιχτό και γι’ αυτό η μελέτη των τοιχογραφιών, των δαπέδων και της μεταξύ τους σχέσης μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Η χρονολόγηση μας μεταφέρει αρκετούς αιώνες μετά την ακμή της Σμύρνης κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Οι χώροι ανήκουν στον 5ο και τον 6ο αιώνα μ.Χ., όταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε ήδη χωριστεί σε ανατολικό και δυτικό τμήμα και ο χριστιανισμός είχε αποκτήσει καθοριστική θέση στη δημόσια και κοινωνική ζωή. Οι πόλεις της ανατολικής Μεσογείου δεν εξαφανίστηκαν, άλλαξαν. Παλαιότερα κτίρια απέκτησαν νέες χρήσεις, νέες κατασκευές εγκαταστάθηκαν ανάμεσα στα μεγάλα ρωμαϊκά μνημεία και η καθημερινότητα οργανώθηκε διαφορετικά μέσα στον ίδιο αστικό χώρο.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον των νέων ευρημάτων. Δεν προέρχονται από τη μνημειακή Σμύρνη των μεγάλων ρωμαϊκών οικοδομικών προγραμμάτων, αλλά από μια μεταγενέστερη πόλη που εξακολουθούσε να κατοικεί και να μεταμορφώνει τον ίδιο τόπο. Τα δωμάτια μπορούν επομένως να προσφέρουν στοιχεία για το τι συνέβαινε στα κεντρικά τμήματα της Σμύρνης όταν οι παλαιότερες λειτουργίες της Αγοράς και των γύρω μνημείων είχαν πάψει να είναι αυτονόητες.
Η ίδια η Αγορά είχε άλλωστε ήδη γνωρίσει καταστροφή και ανοικοδόμηση. Μεγάλο μέρος της μνημειακής μορφής που σώζεται σήμερα συνδέεται με την αποκατάσταση μετά τον καταστροφικό σεισμό του 178 μ.Χ., με την ανοικοδόμηση της πόλης να υποστηρίζεται από τον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο. Η Αγορά παρέμεινε επί αιώνες βασικό κέντρο δημόσιας, διοικητικής και εμπορικής ζωής, αλλά η ιστορία του χώρου συνεχίστηκε πολύ μετά την εποχή των μεγάλων ρωμαϊκών μνημείων. Οι τρεις νέες αίθουσες ανήκουν σε αυτό ακριβώς το μεταγενέστερο κεφάλαιο.
Λίγο ψηλότερα, το αρχαίο θέατρο αφηγείται μια συγγενική ιστορία μεταβολών. Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε φέτος στο αρχαιολογικό περιοδικό Höyük, οι Akın Ersoy, Sarp Alatepeli και Ozan Çakmak συγκεντρώνουν τα νεότερα αρχαιολογικά δεδομένα για το μνημείο. Το θέατρο, που είχε οικοδομηθεί κατά την ελληνιστική περίοδο, υπέστη εκτεταμένες επεμβάσεις στους ρωμαϊκούς χρόνους, ιδιαίτερα επί Τραϊανού και Αδριανού. Από τον 5ο αιώνα μ.Χ. και μετά φαίνεται ότι έχασε την αρχική του λειτουργία και άρχισε να χρησιμοποιείται για άλλους σκοπούς.
Η χρονική συνύπαρξη έχει ενδιαφέρον, χωρίς να σημαίνει ότι τα δύο φαινόμενα συνδέονται άμεσα. Την εποχή που το θέατρο παύει να λειτουργεί με τον παλιό τρόπο, κοντά στην Αγορά χρονολογούνται χώροι με ψηφιδωτά, μαρμάρινα δάπεδα και ζωγραφισμένους τοίχους. Τα στοιχεία δεν επιτρέπουν να ενωθούν αυτά τα δεδομένα σε μία ενιαία ιστορία, δείχνουν όμως καθαρά μια πόλη που δεν εγκαταλείφθηκε. Μετασχηματίστηκε: ορισμένα κτίρια έχασαν την παλιά τους χρήση, άλλα απέκτησαν νέα λειτουργία και η ζωή συνέχισε να εγκαθίσταται ανάμεσα στα κατάλοιπα της προηγούμενης πόλης.
Η Σμύρνη προσφέρεται ιδιαίτερα για μια τέτοια ανάγνωση, επειδή η αρχαία πόλη δεν βρίσκεται αποκομμένη από τη σύγχρονη. Η ελληνιστική και ρωμαϊκή Σμύρνη αναπτύχθηκε στις πλαγιές του Πάγου μετά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ενώ η νεότερη πόλη συνέχισε να απλώνεται πάνω και γύρω από αυτά τα αρχαία στρώματα. Σήμερα η Αγορά και το θέατρο βρίσκονται μέσα σε έναν ζωντανό αστικό ιστό και όχι σε κάποιον απομονωμένο αρχαιολογικό χώρο.
Γι’ αυτό και η ανασκαφή δεν θυμίζει την αποκάλυψη μιας «χαμένης πόλης». Η πόλη δεν εξαφανίστηκε ώστε να ξαναβρεθεί. Συνέχισε να κατοικείται, να αλλάζει και να χτίζεται πάνω στον εαυτό της. Κάθε νέο εύρημα εμφανίζεται έτσι μέσα σε ένα σημερινό κέντρο που εξακολουθεί να κινείται και να οικοδομείται γύρω από τα αρχαία κατάλοιπα.
Οι τοίχοι της Αγοράς έχουν ήδη προσφέρει ένα από τα σημαντικότερα σώματα αρχαίων γκράφιτι που έχουν βρεθεί τα τελευταία χρόνια. Στο υπόγειο της ρωμαϊκής βασιλικής σώζονται εκατοντάδες επιγραφές και σχέδια: πλοία, μονομάχοι, πουλιά, ονόματα, ερωτικές και σεξουαλικές αναφορές, λογοπαίγνια και σχόλια για την τοπική ζωή και πολιτική. Η μεγάλη επιστημονική έκδοση του 2016 συγκέντρωσε αυτό το υλικό ως ένα σπάνιο αρχείο της ανεπίσημης γραφής στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.
Ανάμεσά τους υπάρχει και μια εξαιρετικά ανθρώπινη μικρή σκηνή αστικού ανταγωνισμού. Σε ένα γκράφιτι διαβάζεται η φράση «στους πρώτους της Ασίας». Ένα δεύτερο χέρι πρόσθεσε από κάτω «στους Εφεσίους», μετατρέποντας την αρχική φράση σε ένα μικρό πείραγμα ανάμεσα σε δύο μεγάλες πόλεις της εποχής. Η αρχαιολογία διασώζει έτσι όχι μόνο ναούς, θέατρα και θεσμούς αλλά και ανθρώπους που αστειεύονταν ή τσακώνονταν για την πόλη τους πάνω στον σοβά.
Οι τοιχογραφίες που ανακοινώθηκαν τώρα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν αποτελούν αυθόρμητες παρεμβάσεις κατοίκων πάνω σε έναν ήδη υπάρχοντα τοίχο, αλλά μέρος του διακόσμου των ίδιων των χώρων. Αν η συντήρηση και η μελέτη επιτρέψουν να διαβαστούν τα μοτίβα, τα χρώματα και η τεχνική τους, μπορεί να δώσουν στοιχεία για την αισθητική των δωματίων, τη φροντίδα που είχε επενδυθεί στην κατασκευή τους, τη χρήση τους και ίσως για το κοινωνικό περιβάλλον των ανθρώπων που τα χρησιμοποιούσαν.
Κάτω από αυτό το πυκνό αστικό παλίμψηστο συνεχίζει να λειτουργεί και κάτι ακόμη παλαιότερο. Οι αρχαιολόγοι έχουν ακολουθήσει περίπου 150 μέτρα ενός ρωμαϊκού καναλιού ύδρευσης που εξακολουθεί να μεταφέρει νερό προς την περιοχή της Αγοράς. Η ακριβής πηγή του δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί.
Δεν είναι το σημαντικότερο νέο της φετινής ανασκαφής, αλλά είναι ίσως η καθαρότερη εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στη σημερινή Σμύρνη. Πάνω από το έδαφος, ζωγραφισμένοι τοίχοι του 5ου και του 6ου αιώνα εμφανίζονται ύστερα από περίπου 1.500 χρόνια. Κάτω από αυτούς, νερό εξακολουθεί να περνά μέσα από ρωμαϊκή υποδομή σχεδόν δύο χιλιετιών.
Οι ανασκαφές θα επεκταθούν πέρα από τους τρεις νέους χώρους και αργότερα η έρευνα θα στραφεί και στο ήδη εντοπισμένο συγκρότημα λουτρών και γυμνασίου. Το βασικό ερώτημα, όμως, έχει ήδη μετακινηθεί. Δεν είναι μόνο τι βρισκόταν κάποτε δίπλα στην Αγορά, αλλά πώς χρησιμοποιήθηκε αυτό το κομμάτι της πόλης όταν η Σμύρνη των μεγάλων ρωμαϊκών μνημείων είχε αρχίσει να γίνεται κάτι διαφορετικό.
Οι απαντήσεις μπορεί να βρίσκονται στα ψηφιδωτά, στη διάταξη των δωματίων και, κυρίως, στους ζωγραφισμένους τοίχους που μόλις άρχισαν να αποκαλύπτονται. Για την ώρα δεν ξέρουμε τι απεικονίζουν.
Ξέρουμε όμως κάτι ίσως εξίσου ενδιαφέρον: στη Σμύρνη της Ύστερης Αρχαιότητας, δίπλα στα μεγάλα μνημεία μιας παλαιότερης πόλης, κάποιοι εξακολουθούσαν να φροντίζουν τους χώρους τους αρκετά ώστε να ζωγραφίζουν τους τοίχους τους.
Με στοιχεία από Arkeonews, Höyük, NYU Press