Πριν από σχεδόν επτά αιώνες, μια γυναίκα που λεγόταν Μαρία Σκουλαίνα μπορούσε να αφήσει το όνομά της πάνω σε ένα έγγραφο πιέζοντας ένα χρυσό δαχτυλίδι σε μαλακό κερί. Δεν γνωρίζουμε το πρόσωπό της, πού ακριβώς έζησε ή ποια έγγραφα πέρασαν από τα χέρια της. Γνωρίζουμε όμως ότι το όνομά της χαράχθηκε πάνω σε ένα αντικείμενο φτιαγμένο για να το επαναλαμβάνει κάθε φορά που χρειαζόταν η σφραγίδα της.
Το χρυσό σφραγιστικό δαχτυλίδι χρονολογείται στα μέσα του 14ου αιώνα και συνδέεται με την περιοχή του Ζλάτογκραντ, στην Ανατολική Ροδόπη της σημερινής Βουλγαρίας, κοντά στα ελληνικά σύνορα. Δεν προέρχεται από τεκμηριωμένη αρχαιολογική ανασκαφή: σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, βρέθηκε σε μια ζώνη τεσσάρων έως πέντε χιλιομέτρων προς τα σύνορα και αργότερα εντάχθηκε στην επίσημα καταχωρισμένη ιδιωτική συλλογή του μηχανικού Αλεξάντερ Μίτουσεφ. Η απουσία ασφαλούς ανασκαφικού πλαισίου είναι σημαντική, γιατί στερεί από τους αρχαιολόγους πληροφορίες που θα επέτρεπαν να ανασυνθέσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια την ιστορία του αντικειμένου.
Στην επίπεδη σφραγιστική επιφάνεια βρίσκεται η ελληνική επιγραφή με τον τίτλο και το όνομα της «σεβαστής Μαρίας Σκουλαίνας». Ο ειδικός στη σιγιλλογραφία Ντιμίταρ Στοΐμενοφ διαπίστωσε ότι τα γράμματα είναι χαραγμένα ανάποδα, σε αρνητικό, ώστε όταν το δαχτυλίδι πιεζόταν πάνω στο κερί η επιγραφή να εμφανίζεται σωστά. Αυτή η μικρή τεχνική λεπτομέρεια αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε το αντικείμενο: δεν κατασκευάστηκε μόνο για να φοριέται, αλλά και για να χρησιμοποιείται.
Στο Βυζάντιο, η σφραγίδα ήταν πολύ περισσότερο από ένα διακοσμητικό σημάδι. Χρησιμοποιούνταν για την πιστοποίηση εγγράφων, ενώ οι επιγραφές και οι εικόνες της μπορούσαν να δηλώνουν όνομα, αξίωμα, οικογενειακή ταυτότητα, κοινωνική θέση ή προσωπική ευσέβεια. Μόνο η συλλογή του Dumbarton Oaks περιλαμβάνει περίπου 17.000 βυζαντινές μολύβδινες σφραγίδες, ένα τεράστιο σώμα υλικού μέσα από το οποίο οι ιστορικοί μελετούν τη διοίκηση, την κοινωνία, την πίστη και την πολιτική της αυτοκρατορίας.
Τα σφραγιστικά δαχτυλίδια ανήκουν στην ίδια παράδοση, με τη διαφορά ότι ο κάτοχός τους μπορούσε να έχει το εργαλείο της σφράγισης πάνω στο ίδιο του το σώμα. Ένα κοντινό χρονικά παράδειγμα βρίσκεται σήμερα στο Metropolitan Museum of Art: το χρυσό δαχτυλίδι του Μιχαήλ Ζωριανού, γύρω στο 1300, το οποίο πιθανότατα χρησιμοποιούνταν επίσης για τη σφράγιση επίσημων εγγράφων. Η περίπτωση της Μαρίας είναι πιο ασυνήθιστη ακριβώς επειδή το όνομα που προοριζόταν να εμφανίζεται στο κερί ανήκει σε γυναίκα.
Τα σωζόμενα γυναικεία σφραγιστικά δαχτυλίδια αυτής της περιόδου είναι πολύ σπανιότερα από τα ανδρικά. Και στις γραπτές πηγές του ύστερου Βυζαντίου οι άνδρες εμφανίζονται πολύ συχνότερα να σφραγίζουν έγγραφα, να κατέχουν αξιώματα και να συμμετέχουν στους μηχανισμούς της διοίκησης. Το δαχτυλίδι της Μαρίας δεν αρκεί για να μας πει πόση εξουσία είχε· δείχνει όμως κάτι συγκεκριμένο: το όνομα και ο τίτλος της μπορούσαν να αποτυπωθούν σε μια σφραγίδα που χρησιμοποιούνταν για την επικύρωση εγγράφων.
Αυτό είναι ακριβώς το είδος της μαρτυρίας που αποκτά ιδιαίτερη αξία όταν μελετά κανείς τις γυναίκες του ύστερου Βυζαντίου. Οι γραπτές πηγές είναι αποσπασματικές και σε μεγάλο βαθμό συγκροτημένες γύρω από ανδρικές φωνές και θεσμούς. Ένα αντικείμενο, μια επιγραφή, ένα οικόσημο ή μια δωρεά μπορούν μερικές φορές να επαναφέρουν στο ιστορικό πεδίο γυναίκες που στα κείμενα εμφανίζονται ελάχιστα ή καθόλου.
Η Μαρία Σκουλαίνα είναι σχεδόν ιδανική περίπτωση αυτής της δυσκολίας. Δεν έχουμε βιογραφία της, έχουμε όμως ένα αντικείμενο που συνδέεται άμεσα με το όνομά της και με μια συγκεκριμένη χρήση. Το δαχτυλίδι δεν μας λέει τι σκεφτόταν, πόσα χρήματα διέθετε ή πόσο ελεύθερα κινούνταν στον κόσμο της· μας λέει όμως ότι το όνομά της είχε αρκετό βάρος ώστε να αποτυπώνεται σε κερί όταν απαιτούνταν η σφραγίδα της.
Ο τίτλος «σεβαστή» βοηθά να τοποθετήσουμε τη Μαρία στον κοινωνικό κόσμο της εποχής, αλλά χρειάζεται προσοχή. Πρόκειται για τη γυναικεία μορφή του τίτλου «σεβαστός», που είχε αποκτήσει ιδιαίτερο κύρος από την εποχή των Κομνηνών, αλλά στους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας είχε χάσει μεγάλο μέρος της αρχικής του βαρύτητας. Τον 13ο και τον 14ο αιώνα συνδεόταν συχνότερα με τις επαρχιακές ελίτ και με πρόσωπα που κατείχαν μεσαίες ή κατώτερες δικαστικές και φορολογικές θέσεις.
Δεν υπάρχει επομένως λόγος να φανταστούμε τη Μαρία ως κάποια πανίσχυρη κυρία της αυτοκρατορικής αυλής. Στην πρώιμη παλαιολόγεια περίοδο, γυναίκες της ελίτ μπορούσαν επίσης να φέρουν τίτλους που συνδέονταν με τη θέση των συζύγων τους, οπότε ο τίτλος από μόνος του δεν αποδεικνύει ότι η Μαρία κατείχε ανεξάρτητο διοικητικό αξίωμα. Το δαχτυλίδι έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή προσθέτει κάτι πιο απτό: το προσωπικό της όνομα πάνω σε ένα εργαλείο πιστοποίησης.
Η μορφή των γραμμάτων τοποθετεί την κατασκευή του περίπου ανάμεσα στις δεκαετίες 1330 και 1350, στα χρόνια των Παλαιολόγων. Ο αρχαιολόγος Νικολάι Οβτσάροφ θεωρεί ότι κατασκευάστηκε πιθανότατα σε επαρχιακό εργαστήριο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η παλαιογραφία, ο τίτλος και το οικογενειακό όνομα συγκλίνουν σε αυτή τη χρονολόγηση.
Το οικογενειακό όνομα ίσως μας φέρνει ακόμη πιο κοντά στον κόσμο της Μαρίας. Η μορφή Σκουλαίνα προέρχεται από το Σκουλής, όνομα που εμφανίζεται σε έγγραφα του 14ου αιώνα από τη Θεσσαλονίκη, τις Σέρρες, τη Χαλκιδική και περιοχές της Ροδόπης που επικοινωνούσαν με το Αιγαίο. Ανάμεσα στα πιο επιφανή πρόσωπα που έφεραν το όνομα ήταν ο Μιχαήλ Σκουλής, ο οποίος το 1370–1371 κατείχε τον τίτλο του «καθολικού κριτή των Ρωμαίων».
Ο Οβτσάροφ επισημαίνει επίσης ένα έγγραφο του 1338 στο οποίο αναφέρεται ένας σεβαστός Σκουλής που κατείχε γη στο ανατολικό τμήμα της πεδιάδας των Σερρών. Έχει προτείνει ότι η Μαρία θα μπορούσε να ήταν σύζυγός του, μια υπόθεση που ταιριάζει χρονολογικά και γεωγραφικά με το δαχτυλίδι. Δεν υπάρχει όμως μέχρι σήμερα πηγή που να κατονομάζει τη Μαρία ως σύζυγό του, επομένως η σύνδεση παραμένει πιθανή και όχι αποδεδειγμένη.
Η γεωγραφία εξηγεί τουλάχιστον γιατί η παρουσία ενός τέτοιου αντικειμένου στην Ανατολική Ροδόπη δεν είναι παράταιρη. Η περιοχή του σημερινού Ζλάτογκραντ βρισκόταν στον ευρύτερο χώρο της μεσαιωνικής Αχριδούς, με σημαντικό κέντρο το Υπερπεράκιον, που σήμερα συνδέεται με το Περπερικόν. Δρόμοι που ακολουθούσαν τις κοιλάδες του Άρδα και της Βάρμπιτσα ένωναν την Ανατολική Ροδόπη με το Αιγαίο και με πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Ξάνθη, η Δράμα και οι Σέρρες.
Μέσα σε αυτό το δίκτυο κινούνταν άνθρωποι, περιουσίες, έγγραφα και οικογενειακά συμφέροντα που δεν σταματούσαν στα σημερινά σύνορα. Αν η οικογένεια Σκουλή είχε κτήματα στην περιοχή των Σερρών και δεσμούς με τη Μακεδονία και το Αιγαίο, η παρουσία του δαχτυλιδιού κοντά στο Ζλάτογκραντ αποκτά ιστορική λογική. Αυτό όμως δεν αρκεί για να αποδείξει ότι η Μαρία κατοικούσε πράγματι εκεί, ότι είχε περιουσία στην Αχριδό ή ότι το αντικείμενο δεν έφτασε στην περιοχή με κάποιον εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Εδώ βρίσκεται και το βασικό όριο που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στη γοητεία του ευρήματος. Επειδή δεν διαθέτουμε ασφαλή ανασκαφική θέση, το δαχτυλίδι δεν μπορεί να συνδεθεί με συγκεκριμένη κατοικία, οικισμό ή αρχαιολογικό στρώμα. Δεν γνωρίζουμε πότε χάθηκε, πώς βρέθηκε στο σημείο όπου εντοπίστηκε ή αν πέρασε από άλλα χέρια πριν φτάσει εκεί.
Αυτό που γνωρίζουμε είναι ταυτόχρονα λιγότερο και περισσότερο συναρπαστικό. Δεν μπορούμε να κατασκευάσουμε μια ολόκληρη βιογραφία της Μαρίας Σκουλαίνας από ένα χρυσό δαχτυλίδι· μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε ότι μια συγκεκριμένη γυναίκα του 14ου αιώνα διέθετε ένα προσωπικό αντικείμενο που ένωνε κόσμημα, κοινωνικό κύρος και πρακτική λειτουργία. Και σε έναν κόσμο όπου οι γυναίκες περνούν πολύ συχνά από το ιστορικό αρχείο ως κόρες, σύζυγοι ή χήρες κάποιου άνδρα, εδώ έχουμε πρώτα απ’ όλα το δικό της όνομα.
Σχεδόν επτά αιώνες αργότερα, η Μαρία εξακολουθεί να μας διαφεύγει. Δεν ξέρουμε τι έγγραφα σφράγισε, πόση γη είχε, αν η υπόθεση για τον σύζυγό της είναι σωστή ή τι απέγινε το δαχτυλίδι την ημέρα που έπαψε να βρίσκεται στο χέρι της. Το αντικείμενο, όμως, εξακολουθεί να κάνει ακριβώς αυτό για το οποίο φτιάχτηκε: να αφήνει πίσω το όνομα της Μαρίας Σκουλαίνας.
Με στοιχεία από Arkeonews