Η Αθήνα έχει ανάγκη από κινηματογραφικές αίθουσες, χώρους που μπορούν να σε ταξιδέψουν για λίγο σε διαφορετικούς κόσμους, να σε συγκινήσουν, να σε εμπνεύσουν, να σου δείξουν κάτι που ίσως δεν ήξερες ότι χρειαζόσουν. Παρ’ όλα αυτά, λιγοστεύουν.
Αυτή κόντεψε να είναι και η μοίρα αυτού του χώρου: όταν ετοιμαζόταν να αλλάξει χέρια, υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να αλλάξει και χρήση, καθώς οι άνθρωποι που είχαν κάνει προσφορά για τον χώρο προέρχονταν από το θέατρο.
«Εμείς μπήκαμε επιθετικά στη διεκδίκηση γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς», μου εξηγεί η Δάφνη Μπεχτσή. «Θα είχε πρόβλημα ο κινηματογράφος στο κέντρο αν άλλαζε χρήση αυτό το σινεμά – πού θα προβάλλονταν οι ταινίες;».
Όταν το Cinobo πήρε αυτό το σινεμά δεν υπήρχαν ούτε χρήματα ούτε χρόνος για μια μεγάλη ανακαίνιση. Από τη μέρα που μπήκε στο δίκτυό τους μέχρι τη στιγμή που τέθηκε ξανά σε λειτουργία μεσολάβησαν μόλις δύο εβδομάδες. «Απλά το καθαρίσαμε, φτιάξαμε εικόνα και ήχο, το βάψαμε όλο γκρι, γιατί ήταν σαν παιδική χαρά, και ξεκινήσαμε να το δουλεύουμε». Δούλεψαν τον χώρο και το πρόγραμμα με τόσο μεράκι και αγάπη που, η αίθουσα τετραπλασίασε τα εισιτήριά της.
Δεν πρόκειται για το «μπαρ του σινεμά», αλλά για ένα μπαρ μέσα στο σινεμά, όπου θα μπορείς να κατέβεις χωρίς να κόψεις εισιτήριο και το οποίο θα λειτουργεί 7/7, από τις 18:00 μέχρι τις 02:00. «Ένα σύμπαν στο οποίο μπορείς να δραπετεύεις ανά πάσα ώρα και στιγμή», λέει η Δάφνη Μπεχτσή.
Τώρα αυτό το σινεμά περνάει στην επόμενη φάση του. Κατεβαίνοντας τις σκάλες, περίμενα να δω τις δύο κλασικές αίθουσες του σινεμά, όμως προς έκπληξή μου η Δάφνη με ενημερώνει πως πλέον το σινεμά διαθέτει τρεις διαφορετικές αίθουσες. Η καθεμία θα παίζει διαφορετική ταινία, έχει διαφορετικό χρώμα (πράσινο, κόκκινο και μπλε) και, φυσικά, το δικό της vibe.
Εκεί που κάποτε υπήρχε το κυλικείο, βρίσκουμε πλέον το Bar 2046. Τα φώτα είναι ζεστά και ντιμάρουν, ενώ οι ξυλόγλυπτες επιφάνειες και οι πορτοκαλί και καφέ αποχρώσεις δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που μοιάζει βγαλμένη από άλλη εποχή. Με την ωραία μπάρα και την μπορντό ταπετσαρία με τα μεγάλα άνθη, μοιάζει σαν να βγήκε από την «Ερωτική Επιθυμία» του Γουόνγκ Καρ-γουάι – κι αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι, αφού το όνομά του το μπαρ το έχει πάρει από ταινία του σκηνοθέτη.
Η ιδέα είναι να συνυπάρχουν δύο διαφορετικοί κόσμοι: όσοι θα έρχονται για ένα χαλαρό ποτό, για ένα solo date ή με παρέα, και όσοι θα έρχονται να δουν μια ταινία αλλά να πιουν και ένα ποτό. Άλλωστε, η αποστολή του Cinobo είναι να εξαλείψει την εντύπωση πως ο ανεξάρτητος κινηματογράφος είναι «για λίγους». «Κάποτε λέγανε πως οι σινεφίλ στην Ελλάδα είναι μόνο 10.000. Το Cinobo έχει αποδείξει πως αυτό δεν είναι αλήθεια».
Ο χώρος θα ξεκινήσει τη λειτουργία του στις 17 Σεπτεμβρίου. Ένα μέρος ιδανικό για μετά τη δουλειά, όπου μπορείς να πιεις μια μπίρα ή ένα κοκτέιλ, να φας κάτι και να δεις μια ταινία. Τις πρώτες μέρες λειτουργίας του 2046 τη μουσική και το μενού θα τα επιμελείται η ομάδα του Burger Disco Club.
Δεν πρόκειται για το «μπαρ του σινεμά», αλλά για ένα μπαρ μέσα στο σινεμά, όπου θα μπορείς να κατέβεις χωρίς να κόψεις εισιτήριο και το οποίο θα λειτουργεί 7/7, από τις 18:00 μέχρι τις 02:00. «Ένα σύμπαν στο οποίο μπορείς να δραπετεύεις ανά πάσα ώρα και στιγμή», λέει η Δάφνη. Ένα σημείο συνάντησης για πριν και μετά την ταινία, που δεν είναι όμως το κυλικείο ‒ θα βρίσκεται λίγο πιο πέρα με όλα τα κλασικά σνακ: ποπκόρν, αναψυκτικά, νάτσος.
Σηκωνόμαστε από τα άνετα κυκλικά καναπεδάκια και περνάμε στη μεγάλη, καταπράσινη αίθουσα που πλέον έχει 332 θέσεις. Η Δάφνη μου εξηγεί: «Χωρίσαμε την παλιά μεγάλη αίθουσα και φτιάξαμε δύο. Αυτό έγινε για πολλούς λόγους. Οι συνθήκες προβολής μέχρι τώρα δεν ήταν οι ιδανικές, γιατί ήταν μια πολύ μεγάλη αίθουσα με μια μικρή οθόνη. Πλέον η οθόνη έχει πολύ καλύτερες αναλογίες για τον χώρο. Κάναμε από την αρχή τις διαβαθμίσεις στα καθίσματα ώστε να υπάρχει καλύτερη ορατότητα και εννοείται πως βελτιώσαμε την εικόνα και τον ήχο».
Υπήρχε ένα όραμα: να δημιουργηθεί ένας χώρος που σε παίρνει μαζί του και χάνεσαι. «Ξεκίνησε από μια ιδέα και έπειτα κάναμε ένα brainstorming group με πολλούς ανθρώπους που εμπιστευόμαστε. Κάπως έτσι, ξεκινήσαμε όλοι μαζί να δίνουμε σχήμα και εικόνα στο όραμά μας». Μια δημιουργική διαδικασία με έντονες επιρροές από το σινεμά Γουόνγκ Καρ-γουάι. «Δεν θέλαμε να είναι ο κόσμος του Καρ-γουάι καθαυτόν, θέλαμε να παραπέμπει σε μια πιο νοσταλγική εποχή. Θέλαμε μια mid-century modern αισθητική».
Έγινε μεγάλη έρευνα για το πώς ήταν τότε μια αίθουσα και κάπως έτσι προέκυψε, μεταξύ άλλων, η μονοχρωμία. Ένας συνδυασμός επιρροών, αναφορών και ιδεών οδήγησε τελικά στη νέα αισθητική του Cinobo Όπερα.
Προχωράμε στη δεύτερη αίθουσα, που είναι κατακόκκινη ‒ αυτή και η πράσινη είναι αίθουσες προσβάσιμες με αναπηρικό αμαξίδιο. Η τρίτη αίθουσα είναι η παλιά, η μπλε, η οποία έχει τα καθίσματα του Ideal (σ.σ. ένα ιστορικό σινεμά που πλέον έχει κλείσει) και είναι η πιο νοσταλγική από τις τρεις.
Όλα προχωρούν με τρελούς ρυθμούς – ο όγκος της δουλειάς που πρέπει να γίνει είναι τεράστιος. To Cinobo Όπερα ήταν ένα από τα βασικά σινεμά του κέντρου, αλλά κάποια στιγμή έκλεισε. Πέρασε πολλά χρόνια που έμενε ανενεργή, ώσπου ανέλαβε το Cinobo την επιμέλεια του προγράμματος και του χώρου συνολικά, καταφέρνοντας να τετραπλασιάσει τα εισιτήρια.
Η δημιουργία ενός σινεμά όπως το Cinobo Όπερα δεν είναι μια ιστορία που ξεκίνησε τώρα. Από την πρώτη στιγμή που δημιουργήθηκε η πλατφόρμα, υπήρχε η σκέψη ενός φυσικού χώρου. «Η πλατφόρμα του Cinobo φτιάχτηκε εξαρχής για το κοινό, και πάντα υπήρχε στο μυαλό μας η ιδέα μιας κινηματογραφικής αίθουσας. Κάθε φορά που βλέπαμε στα Εξάρχεια ένα γωνιακό κτίριο, αναρωτιόμασταν αν θα μπορούσαμε ποτέ να πάρουμε έναν τέτοιο χώρο να κάνουμε προβολές».
Ύστερα άρχισαν να κλείνουν τα σινεμά και η σκέψη έγινε πιο επιτακτική: «Κάποιος πρέπει να κάνει κάτι». Το Cinobo ήθελε να δημιουργήσει και να τροφοδοτήσει μια κοινότητα που αγαπά το σινεμά, καθώς η ομάδα του πιστεύει ότι το σινεμά έχει τεράστια δύναμη, μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. «Είναι ζητούμενο για εμάς το να δώσουμε χώρο και χρόνο σε ταινίες που μεταμορφώνουν τους ανθρώπους, τους κάνουν να συζητούν, σπάνε τα στεγανά και τους φέρνουν σε επαφή».
Εδώ ο σκοπός επετεύχθη: προστατεύτηκε ένα παλιό σινεμά και ταυτόχρονα δόθηκε στο κοινό ένας χώρος όπου μπορεί κανείς να ξεφύγει, να αλλάξει, να εμπνευστεί.
Στo νέο Cinobo Όπερα θα γίνονται 75 προβολές την εβδομάδα ‒ την Κυριακή θα ξεκινούν από τις 12 το μεσημέρι. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα μόνιμο «φεστιβάλ κινηματογράφου» στην Αθήνα που θα προβάλλει τα καλύτερα από όλα τα φεστιβάλ παγκοσμίως ‒ τουλάχιστον όσα δεν καταφέρνουν να βρουν διανομή. Ένας από τους λόγους που η μεγάλη αίθουσα χωρίστηκε σε δύο, πέρα από τους καθαρά τεχνικούς, είναι ακριβώς αυτός: να δοθεί χώρος σε περισσότερες ταινίες, να μπορέσει ο προγραμματισμός να ρισκάρει πιο πολύ.
Οι ταινίες που θα γεμίσουν τις αίθουσες είναι λίγες. Σύμφωνα με τα περσινά στοιχεία, ο Έλληνας πηγαίνει σινεμά μόλις 0,6 φορές τον χρόνο ‒ το νούμερο είναι αποκαρδιωτικό. Ίσως γι’ αυτό η Αθήνα χρειάζεται τώρα περισσότερο από ποτέ χώρους που να μας θυμίζουν όχι μόνο να πηγαίνουμε σινεμά αλλά και τον λόγο που θέλουμε να βλέπουμε ταινίες, να τις συζητάμε και να συνδεόμαστε μέσα από αυτές.
Cinobo Όπερα, Ακαδημίας 57