Ένα μεγάλο γεωμετρικό ψηφιδωτό δάπεδο βγαίνει ξανά στο φως στην αρχαία Πομπηιούπολη, στη βόρεια Μικρά Ασία. Οι αρχαιολόγοι που εργάζονται στη βασιλική της πόλης, κοντά στο σημερινό Τάσκιοπρου της Κασταμονής, αποκάλυψαν περίπου 105 τετραγωνικά μέτρα επιδαπέδιων ψηφιδωτών, που χρονολογούνται στον 4ο αιώνα μ.Χ. Το δάπεδο, όμως, δεν έχει αποκαλυφθεί ακόμη ολόκληρο: η ανασκαφή δεν έχει φτάσει στα όριά του και το ψηφιδωτό συνεχίζεται κάτω από τμήματα που παραμένουν θαμμένα.
Το δεύτερο εύρημα δίνει στην ανακάλυψη άλλη ένταση. Στην ίδια ανασκαφή εντοπίστηκε μαρμάρινη κεφαλή Έρωτα, που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ. Το αντικείμενο βρέθηκε στο παστοφόριο, πλευρικό χώρο της μεταγενέστερης διάταξης της βασιλικής, αλλά η παρουσία του δεν σημαίνει ότι βρισκόταν αρχικά εκεί ως διακόσμηση χριστιανικού χώρου. Ανήκει σε παλαιότερη ρωμαϊκή φάση του κτιρίου ή του περιβάλλοντός του και βοηθά τους ερευνητές να καταλάβουν καλύτερα τις διαδοχικές ζωές του χώρου
Η Πομπηιούπολη, αρχαία πόλη της Παφλαγονίας, υπήρξε σημαντικό κέντρο της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής περιόδου. Η βασιλική όπου έγιναν τα ευρήματα δεν είναι ένα απλό κτίριο με μία μόνο χρήση. Τα αρχιτεκτονικά στοιχεία, η στρωματογραφία και τα κινητά ευρήματα δείχνουν ότι η πρώτη οικοδομική φάση της χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ., περίπου το 150-160 μ.Χ. Αργότερα, το κτίριο πέρασε από σημαντικές αρχιτεκτονικές και λειτουργικές μεταμορφώσεις, καθώς η πόλη απέκτησε αυξανόμενη θρησκευτική και διοικητική σημασία στην ύστερη αρχαιότητα.
Τα ψηφιδωτά που αποκαλύφθηκαν στο μεσαίο κλίτος είναι γεωμετρικά και, σύμφωνα με τις πρώτες ανακοινώσεις, διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση. Στα τμήματα που έχουν ήδη έρθει στο φως έχουν ολοκληρωθεί εργασίες συντήρησης και προστασίας, ενώ η ανασκαφή συνεχίζεται για να αποκαλυφθεί η υπόλοιπη έκταση του δαπέδου. Το γεγονός ότι δεν έχει βρεθεί ακόμη το τελικό όριό του αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η σωζόμενη ψηφιδωτή επιφάνεια να είναι μεγαλύτερη από τα 105 τ.μ. που έχουν καταγραφεί έως τώρα.
Η σημασία της ανακάλυψης βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διαδοχή. Η κεφαλή του Έρωτα ανήκει στον κόσμο της ρωμαϊκής Πομπηιούπολης και στο καλλιτεχνικό περιβάλλον της αυτοκρατορικής περιόδου. Τα ψηφιδωτά του 4ου αιώνα μ.Χ. δείχνουν μια μεταγενέστερη φάση διακόσμησης και χρήσης του μνημειακού κτιρίου. Οι μετατροπές που ακολούθησαν συνδέονται με τη χριστιανοποίηση της πόλης και με τον ρόλο της ως επισκοπικού κέντρου τον 5ο αιώνα μ.Χ.
Γι’ αυτό και η ανακάλυψη δεν είναι απλώς ένα ακόμη καλοδιατηρημένο ψηφιδωτό. Είναι ένα κτίριο που κρατά επάνω του τη μετάβαση από τη ρωμαϊκή αστική ζωή στην ύστερη αρχαιότητα, από ένα μνημειακό οικοδόμημα σε χώρο με χριστιανική λειτουργία. Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, μια κεφαλή Έρωτα και ένα εκτεταμένο γεωμετρικό δάπεδο δεν λένε την ίδια ιστορία, αλλά δύο διαφορετικές στιγμές της ίδιας πόλης.
Η Πομπηιούπολη ιδρύθηκε από τον Πομπήιο τον Μέγα τον 1ο αιώνα π.Χ., μετά τους πολέμους της Ρώμης με τον Μιθριδάτη ΣΤ΄ Ευπάτορα και την αναδιοργάνωση της βόρειας Μικράς Ασίας. Βρισκόταν σε στρατηγική θέση, στην κοιλάδα του αρχαίου ποταμού Αμνία, του σημερινού Gökırmak, και εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικά κέντρα της Παφλαγονίας. Οι συστηματικές ανασκαφές στην περιοχή έχουν αποκαλύψει σταδιακά δημόσια κτίρια, δρόμους, κατοικίες, λουτρά και ψηφιδωτά, ενώ οι εργασίες στη βασιλική ξεκίνησαν το 2025 και συνεχίστηκαν με νέα ευρήματα το 2026.
Το ενδιαφέρον τώρα είναι ότι η ανασκαφή δεν έχει κλείσει την εικόνα, αλλά την έχει ανοίξει. Το ψηφιδωτό συνεχίζεται κάτω από το χώμα, το αρχικό πλαίσιο της κεφαλής του Έρωτα χρειάζεται ακόμη διερεύνηση και η ίδια η βασιλική αποδεικνύεται ένα μνημείο πολλών εποχών.
Στην Πομπηιούπολη, η αρχαιολογία δεν βρήκε μόνο ένα δάπεδο και ένα γλυπτό. Βρήκε ένα σημείο όπου η πόλη άλλαζε χρήση, θρησκευτικό ορίζοντα και εικόνα, χωρίς να σβήνει εντελώς όσα υπήρχαν πριν.
Με στοιχεία από Anadolu, Arkeonews