Το πρώτο πλάνο δεν χρειάζεται να είναι τα γυαλιά αεροπόρου, τα μακριά μαλλιά ή μια γυναίκα στο βήμα, μπροστά στα μικρόφωνα. Ας αρχίσουμε από ένα ποσό: 35,90 δολάρια. Το 1963, όταν η 29χρονη Γκλόρια Στάινεμ μπήκε ως Marie Catherine Ochs στο Playboy Club της Νέας Υόρκης για το ρεπορτάζ που θα γινόταν το «A Bunny’s Tale», δεν κατέγραψε μόνο το κοστούμι, τα αυτιά, την επιτήρηση του σώματος και αυτή την παράξενη εργασία όπου η θηλυκότητα έπρεπε να φοριέται επί οκτάωρο και να μην τσαλακώνεται. Κατέγραψε τον μισθό, τις κρατήσεις, την απλήρωτη εκπαίδευση, τον πόνο των παπουτσιών, την ιατρική εξέταση, την απόσταση ανάμεσα στην υπόσχεση των 200 ή 300 δολαρίων την εβδομάδα και στα λεφτά που τελικά έμεναν στο χέρι.
Ο μύθος κράτησε φυσικά τη στολή, επειδή η στολή φωτογραφίζεται ωραία. Εκείνη η πρώτη μεγάλη δημοσιότητα, όμως, έκρυβε ήδη κάτι πιο επίμονο από μια έξυπνη μεταμφίεση: μια δημοσιογράφο που ήξερε να μπαίνει σε έναν κλειστό χώρο και, αφού κοίταζε τη βιτρίνα, να ψάχνει τον λογαριασμό. Ποιος κερδίζει, ποιος πληρώνει, ποιος πονάει, ποιος μένει αόρατος όταν τα φώτα χαμηλώσουν και τα Bunny ears μπουν πάλι στο ντουλάπι.
Περισσότερα από εξήντα χρόνια αργότερα, η Γκλόρια Στάινεμ πέθανε στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026, σε ηλικία 92 ετών. Ο θάνατός της ανακοινώθηκε την επόμενη ημέρα από το Gloria’s Foundation, χωρίς να ανακοινωθεί αιτία θανάτου. Και το σπίτι έχει εδώ μια κάποια σημασία, γιατί δεν ήταν απλώς η ιδιωτική διεύθυνση μιας διάσημης γυναίκας. Επί δεκαετίες περνούσαν από εκεί ακτιβίστριες, οργανώτριες, συγγραφείς, δωρητές, φίλες, νεότερες γυναίκες, άνθρωποι που ήθελαν να ακουστούν ή απλώς να βρουν κάποιον που γνώριζε κάποιον άλλον. Η συζήτηση γινόταν επαφή, η επαφή σχέδιο, το σχέδιο καμιά φορά οργάνωση. Το Gloria’s Foundation επιχειρεί τώρα να κρατήσει τον χώρο ζωντανό ως τόπο οργάνωσης, αρχείου και ανάπαυσης για το φεμινιστικό κίνημα. Είναι μια ωραία μεταθανάτια ειρωνεία: μια γυναίκα που πέρασε τη ζωή της ανοίγοντας περάσματα αφήνει πίσω της, κυριολεκτικά, ένα δωμάτιο.
Η πιο βολική λέξη για τη Στάινεμ είναι «σύμβολο». Τα σύμβολα όμως έχουν ένα ελάττωμα: όσο λάμπουν τόσο χάνεται από πίσω τους η δουλειά. Ίσως η πιο χρήσιμη λέξη να είναι «πέρασμα». Δεν εφηύρε τον αμερικανικό φεμινισμό, δεν ήταν η μόνη ηγέτιδά του, δεν σκέφτηκε πρώτη όλα όσα αργότερα πέρασαν από εξώφυλλα, τηλεοπτικά πάνελ και πανεπιστημιακά αμφιθέατρα. Στεκόταν όμως συχνά στο κατώφλι: ανάμεσα στη μαρτυρία και στη δημόσια γλώσσα, στη ριζοσπαστική αίθουσα και στο μεγάλο περιοδικό, στην ακτιβίστρια και στον δωρητή, στο κίνημα και στην τηλεόραση. Είχε ένα σπάνιο χάρισμα μετάδοσης. Μπορούσε να πάρει ιδέες, θυμούς, τοπικές γνώσεις, προσωπικές ιστορίες και πολιτικά αιτήματα και να τους δώσει μορφή που ταξίδευε: άρθρο, ομιλία, περιοδικό, επιστολή, δίκτυο, συνάντηση, καμπάνια, ένα ανοιχτό δωμάτιο. Αυτό την έκανε τεράστια. Και επειδή η δημόσια ζωή δεν είναι ένα σεπτό, καθαρό εργαστήριο αλλά αγορά, τηλεόραση, χρηματοδότηση, φιλοδοξία, εξουσία και ανθρώπινη ματαιοδοξία, αυτό ακριβώς την έκανε και αντιφατική.
Η ιστορία της, βεβαίως, δεν αρχίζει ξαφνικά το 1969, όπως συχνά βολεύει τις νεκρολογίες, που αγαπούν τις καθαρές αφετηρίες περίπου όσο αγαπούν και τις καθαρές καταλήξεις. Πριν γίνει δημόσιο πρόσωπο του δεύτερου κύματος του αμερικλανικου φεμινισμού είχε ζήσει παιδικά χρόνια μετακινήσεων, οικονομικής αστάθειας και φροντίδας δίπλα στη μητέρα της, Ρουθ Στάινεμ, μια γυναίκα με δημοσιογραφικές φιλοδοξίες, ασθένεια και οικονομική εξάρτηση από άλλους. Χρόνια αργότερα, στο «Ruth’s Song», η κόρη θα επέστρεφε στη ζωή της μητέρας της και θα προσπαθούσε να τη δει όχι μόνο σαν οικογενειακό δράμα αλλά και σαν αποτέλεσμα ενός κόσμου όπου μια γυναίκα μπορούσε να στερηθεί χρήμα, επαγγελματική συνέχεια, επιλογές, χώρο. Δεν χρειάζεται εμείς τώρα, τόσα χρόνια μετά, να κάνουμε διάγνωση στη Ρουθ ή να μετατρέψουμε κάθε λύπη μιας γυναίκας σε κοινωνιολογική απόδειξη. Αρκεί το γεγονός ότι η Στάινεμ έμαθε νωρίς κάτι που θα την ακολουθούσε για όλη της τη ζωή: το ιδιωτικό μπορεί να φαίνεται κλειστό σαν υπνοδωμάτιο, αλλά μέσα του συχνά έχει μπει ήδη ολόκληρη η κοινωνία.
Το 1957, στο Λονδίνο, χρειάστηκε να κάνει άμβλωση. Ο γιατρός Τζον Σαρπ δεν πραγματοποίησε ο ίδιος την παράνομη επέμβαση, όπως συχνά γράφεται πρόχειρα, αλλά την παρέπεμψε, με προσωπικό ρίσκο, σε γυναίκα γιατρό. Μια μικρή διόρθωση, που όμως αλλάζει λίγο τη θερμοκρασία της ιστορίας. Δεν υπάρχει ένας μοναχικός σωτήρας. Υπάρχει μια πληροφορία που περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο, μια πόρτα που ανοίγει επειδή κάποιος ξέρει πού βρίσκεται η επόμενη. Ακολούθησε η Ινδία, όχι σαν εξωτικό επεισόδιο σε ένα καλογραμμένο βιογραφικό, αλλά ως περίοδος ταξιδιών, ακρόασης και επαφής με μορφές οργάνωσης λιγότερο ιεραρχικές, τις οποίες αργότερα η ίδια θα συνέδεε με τους κύκλους συζήτησης. Ακόμη και το περίφημο «δύο χρόνια στην Ινδία» είναι λίγο πιο τακτοποιημένο από τη ζωή. Η ασφαλέστερη διατύπωση μιλά για περίπου δεκαοκτώ μήνες. Οι βιογραφίες, ως γνωστόν, αγαπούν τους στρογγυλούς αριθμούς. Οι ζωές σπανίως τους κάνουν τη χάρη.
Η σκηνή που αγαπά περισσότερο η ιστορία είναι η δημόσια συνάντηση μαρτυριών των Redstockings για την άμβλωση, το λεγόμενο abortion speak-out, στις 21 Μαρτίου 1969, στη μεθοδιστική εκκλησία της Washington Square. Αλλά και εδώ, αν καθαρίσεις λίγο το μεταγενέστερο βερνίκι, το ενδιαφέρον βρίσκεται κάπου λοξότερα. Η Στάινεμ δεν ήταν μία από τις γυναίκες που σηκώθηκαν να μιλήσουν για την άμβλωσή τους. Ήταν δημοσιογράφος, ακροάτρια, καθισμένη σε περβάζι, ενώ άλλες γυναίκες έπαιρναν πίσω από γιατρούς, νομοθέτες και κληρικούς το δικαίωμα να μιλούν οι ίδιες για το σώμα τους. Αργότερα θα ονόμαζε εκείνη τη στιγμή το πρώτο μεγάλο «click» της. Δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητήσουμε το click, αλλά υπάρχει λόγος να μην το μετατρέψουμε σε σκηνή αποκάλυψης με μουσική από πίσω. Λίγο πριν, η Στάινεμ είχε ήδη δημοσιεύσει το «After Black Power, Women’s Liberation», όπου συνέδεε τη σεξουαλική ιεραρχία με την εργασία, την οικογένεια, τη φυλή και την πολιτική. Δεν μπήκε λοιπόν στην εκκλησία κενή για να βγει φωτισμένη. Η αλλαγή είχε αρχίσει, όπως συνήθως συμβαίνει, νωρίτερα και πιο ακατάστατα. Από εκείνο το περβάζι βγήκε κυρίως με έναν καινούργιο τρόπο να ακούει.
Από εκεί και πέρα έγινε η πιο αναγνωρίσιμη γέφυρα ανάμεσα σε έναν κόσμο που ήδη έβραζε και σε μια Αμερική που δεν είχε ακόμη μάθει ή δεν ήθελε να ακούει. Τα ριζοσπαστικά φυλλάδια, οι μικρές συναντήσεις, οι οργισμένες ομιλίες, οι μαρτυρίες για άμβλωση, εργασία, γάμο, βία, σεξουαλική παρενόχληση και άνιση αμοιβή υπήρχαν πριν από εκείνη. Η δική της ιδιοφυΐα δεν ήταν η πρώτη ανακάλυψη ήταν η μετάδοση. Ήξερε να φτιάχνει μια πρόταση που δεν έχανε εντελώς τη φωτιά της πηγής της, αλλά μπορούσε να περάσει από το περιοδικό New York, από την τηλεόραση, από μια αίθουσα ομιλιών ή από ένα τραπέζι όπου κάθονταν άνθρωποι με λεφτά. Αυτό, αν το καλοσκεφτείς, είναι από μόνο του ένα δύσκολο επάγγελμα. Πρέπει να φέρεις τη φωτιά μέσα χωρίς να κάψεις το σπίτι, αλλά και χωρίς να καταλήξεις να πουλάς ένα ωραίο ηλεκτρικό τζάκι. Η Στάινεμ πέρασε τη ζωή της σ’ αυτή την επικίνδυνη θερμοκρασία.
Το Ms. ήταν το καθαρότερο εργαστήριο αυτής της αντίφασης. Δεν εμφανίστηκε από το πουθενά και, ασφαλώς, δεν γεννήθηκε από μία μόνο γυναίκα. Πέρασε από τρία στάδια: ένθετο στο New York τον Δεκέμβριο του 1971, αυτόνομο δοκιμαστικό τεύχος στις αρχές του 1972 και, τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, πρώτο κανονικό τεύχος με τη Wonder Woman στο εξώφυλλο. Δίπλα στη Στάινεμ υπήρχε μια ολόκληρη συντακτική και επιχειρηματική ομάδα: η Πατρίσια Καρμπάιν, η Λέτι Κότιν Πόγκρεμπιν, η Σουζάν Μπράουν Λεβίν, η Τζοάν Έντγκαρ, η Μέρι Τομ, η Μάργκαρετ Σλόαν-Χάντερ και άλλες. Στο νομικό αρχείο εμφανίζεται και η Ελίζαμπεθ Φόρσλινγκ Χάρις, πρώτη εκδότρια και αρχική ιδιοκτήτρια, μια γυναίκα που σχεδόν χάθηκε αργότερα από την πολιτισμική μνήμη. Το όνομα της Στάινεμ άνοιγε δρόμο και τραβούσε το φως. Δεν γέμιζε μόνο του τις σελίδες, δεν σήκωνε τα τηλέφωνα, δεν πλήρωνε τους λογαριασμούς, δεν έκανε όλη τη δουλειά. Αλλά έτσι λειτουργεί συχνά η φήμη: ένα πλήθος ανθρώπων εργάζεται και, στο τέλος, η εποχή ζητά ένα πρόσωπο για τη φωτογραφία.
Ούτε αυτό που έκανε το Ms. περιγράφεται επαρκώς με τη φράση ότι «έβαλε τον φεμινισμό στα περίπτερα», μια φράση καλή για επετειακό βίντεο αλλά κάπως φτωχή για ό,τι πραγματικά συνέβη. Το περιοδικό έδωσε σε εμπειρίες μέχρι τότε διάσπαρτες τη δυνατότητα να αναγνωριστούν μεταξύ τους. Το «We Have Had Abortions» δεν ήταν μόνο μια λίστα ήταν πρόσκληση προς τις αναγνώστριες να βάλουν και εκείνες το όνομά τους, να περάσουν από τη σιωπή στην καταγραφή. Και τα γράμματα που έφταναν στα γραφεία δεν ήταν απλώς επιστολές θαυμασμού προς τις διάσημες φεμινίστριες. Ήταν ένας πρόχειρος, ζωντανός χάρτης της χώρας: προβλήματα, αντιρρήσεις, αιτήματα, επαφές, ιδέες για ρεπορτάζ, τοπικές αγωνίες. Έφταναν σε ένα γραφείο και ξαναέβγαιναν ως ύλη, υπηρεσία, παραπομπή, καμιά φορά πολιτική δυνατότητα. Μια γυναίκα στην άλλη άκρη της Αμερικής μπορούσε για πρώτη φορά να δει τυπωμένο ότι αυτό που της συνέβαινε είχε όνομα και, κυρίως, ότι δεν συνέβαινε μόνο σ’ εκείνη. Για ένα περιοδικό, δεν είναι μικρή δουλειά.
Βεβαίως, όλο αυτό κόστιζε. Η καθαρή αφήγηση αγαπά τη Wonder Woman στο εξώφυλλο, το αρχείο, ευτυχώς, είναι πιο πεζό και κρατά και την τιμή της συνδρομής. Όταν η αρχική ετήσια συνδρομή των 6 δολαρίων κρίθηκε μη βιώσιμη, το προσωπικό άλλαζε χειρωνακτικά το 6 σε 9. Είναι μια σχεδόν κωμική σκηνή, αλλά μέσα σε αυτά τα τρία δολάρια χωρά αρκετό από το δράμα του φεμινισμού όταν βγήκε από τις συνελεύσεις και χρειάστηκε χαρτί, μισθούς, διανομή, διαφημιστές, ιδιοκτησία και εταιρικό κεφάλαιο. Η Στάινεμ και οι συνεργάτιδές της έπρεπε να πείσουν αυτοκινητοβιομηχανίες ότι οι γυναίκες αγοράζουν αυτοκίνητα, να συνομιλούν με διαφημιστές που τρόμαζαν με τις «σεξουαλικές» λέξεις, να αντιμετωπίζουν στελέχη για τα οποία η λέξη «λεσβία» ακουγόταν σαν απειλή για τις πωλήσεις. Η διασημότητά της άνοιγε μια πόρτα. Από τη στιγμή όμως που η πόρτα άνοιγε, άρχιζε το κανονικό, άχαρο μέρος της ιστορίας: ποιος πληρώνει, ποιος αποφασίζει, πόσο αντέχει ένα έντυπο να θυμώνει εκείνους από τους οποίους χρειάζεται διαφήμιση.
Γι’ αυτό και η εικόνα της Στάινεμ θέλει περισσότερη προσοχή από την εύκολη φράση ότι «έκανε την ομορφιά της όπλο». Η αλήθεια είναι λιγότερο αυτάρεσκη. Η δημόσια εικόνα ενός ανθρώπου δεν του ανήκει ποτέ ολόκληρη, ιδίως όταν ο άνθρωπος αυτός γίνεται έμβλημα. Τη Στάινεμ την κατασκεύαζαν ταυτόχρονα η ίδια, οι φωτογράφοι, οι αρχισυντάκτες, η τηλεόραση, τα ανδρικά περιοδικά, οι διαφημιστές και η μόνιμη ανάγκη του κοινού να συμπυκνώνει μια περίπλοκη ιστορία σε ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Ήταν όμορφη, λευκή, λεπτή, κομψή, ετεροφυλόφιλη με έναν τρόπο που καθησύχαζε μια κοινωνία η οποία είχε ήδη φτιάξει την καρικατούρα της φεμινίστριας ως άσχημης, θυμωμένης γυναίκας που μισεί τους άντρες. Η εμφάνιση της Στάινεμ τής επέτρεψε να περάσει από πόρτες που για άλλες έμεναν κλειστές. Αλλά ταυτόχρονα βοήθησε τα media να κάνουν κάτι που ξέρουν πολύ καλά: να πάρουν ένα πολυφυλετικό, ταξικά άνισο, συχνά λεσβιακό και πολύ πιο άγριο κίνημα και να του δώσουν ωραία μαλλιά.
Η φωτογραφία της με τη Ντόροθι Πίτμαν Χιουζ, με τις δύο γυναίκες να υψώνουν τις γροθιές στο στούντιο του Νταν Γουίν το 1971, είναι σχεδόν μια μικρή παραβολή αυτής της διαδικασίας. Δεν πρόκειται για στιγμιότυπο διαδήλωσης αλλά για πορτρέτο στούντιο, δύο γυναίκες που κοιτούν τον φακό ως ισότιμες παρουσίες. Η εικόνα είχε δύο γυναίκες. Η μεταγενέστερη μνήμη συχνά κράτησε τη μία. Η Χιουζ έγινε σε αμέτρητες αναδρομές «η γυναίκα δίπλα στη Στάινεμ», παρότι υπήρξε σημαντική οργανώτρια, συνομιλήτρια και πολιτική της δασκάλα, άνθρωπος που έφερνε μέσα στη συζήτηση την παιδική φροντίδα, τη φυλή, την τροφή, τα καταφύγια, τη γειτονιά. Έτσι δουλεύει συχνά η φήμη: μπορεί να φωτογραφίσει τη συμμαχία και ύστερα, στην ίδια φωτογραφία, να ξαναμοιράσει την εξουσία.
Και η Στάινεμ δεν έγινε δημόσια ομιλήτρια μόνη της. Η Χιουζ, η Φλόρινς «Φλο» Κένεντι, η Σίρλεϊ Τσίζολμ, η Μπέλα Άμπζουγκ, η Γουίλμα Μάνκιλερ και άλλες γυναίκες δεν ήταν δευτεραγωνίστριες μιας σταρ που είχε ήδη βρει τη φωνή της. Της έδωσαν πολιτική εκπαίδευση, αντοχή στη σκηνή, πρόσβαση σε άλλες κοινότητες, άλλο μέτρο για το τι μπορεί να σημαίνει ηγεσία. Η Κένεντι έφερνε τη νομική οξύτητα και το περίφημο «verbal karate» των μαύρων ριζοσπαστικών και εργατικών χώρων. Η Μάνκιλερ, αργότερα, της έδωσε ένα μοντέλο ηγεσίας όπου η δύναμη δεν μαζεύεται για να λάμπει στην κορυφή αλλά γυρίζει στην κοινότητα. Δεν έχει λοιπόν μεγάλο νόημα να πούμε απλώς ότι η Στάινεμ είχε σπουδαίες συμμάχους, σαν να της πιστώνουμε μια γενναιόδωρη στάση. Πιο αληθινό είναι ότι ένα κομμάτι της δικής της δύναμης φτιάχτηκε μέσα στις σχέσεις με γυναίκες που η ιστορία θυμήθηκε λιγότερο.
Το ίδιο δύσκολα χωρούν σε μία φράση και οι κριτικές που την ακολούθησαν. Η ετικέτα «λευκός φεμινισμός» πιάνει κάτι αληθινό, αλλά όταν χρησιμοποιείται μόνη της κάνει την ιστορία να μοιάζει με τακτοποιημένο ντουλάπι: εδώ οι σωστές, εκεί οι λάθος, όλα στη θέση τους, τίποτα πραγματικά λυμένο. Η Στάινεμ υπήρξε συχνά πιο μπροστά από το λευκό κέντρο σε ζητήματα λεσβιακής ορατότητας και πολυφυλετικών συνεργασιών. Περιόδευσε με μαύρες οργανώτριες, στήριξε τη Σίρλεϊ Τσίζολμ, έβαλε την πρόνοια, την εργασία, την παιδική φροντίδα και μαύρες φεμινιστικές φωνές σε δημόσια κυκλοφορία. Την ίδια στιγμή, το Lesbian Tide κατέγραψε το 1974 πόσο ελάχιστη ύλη του Ms. επικεντρωνόταν στις λεσβιακές ζωές, η Άλις Γουόκερ παραιτήθηκε το 1986 διαμαρτυρόμενη για τον επίμονα λευκό κόσμο των εξωφύλλων, ενώ η Μισέλ Γουάλας θυμήθηκε ότι, όταν επρόκειτο να φωτογραφηθεί για δικό της εξώφυλλο, της αφαίρεσαν τις κοτσίδες και άλλαξαν με μακιγιάζ την όψη του δέρματός της. Δεν υπάρχει λόγος να διαλέξουμε ποια από τις δύο εκδοχές μάς βολεύει περισσότερο. Υπήρξε πραγματική ένταξη και πραγματική αφομοίωση. Συχνά στο ίδιο δωμάτιο, από τους ίδιους ανθρώπους, με τις καλύτερες προθέσεις.
Υπάρχει βέβαια και η σκοτεινότερη προϊστορία του Ψυχρού Πολέμου, που δεν ταιριάζει πολύ με τις μεταγενέστερες αγιογραφίες. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η Στάινεμ συνδιηύθυνε τον Independent Research Service, μια φαινομενικά ανεξάρτητη οργάνωση που στήριξε αμερικανικές παρουσίες σε φεστιβάλ νεολαίας στη Βιέννη και στο Ελσίνκι με συγκαλυμμένη χρηματοδότηση της CIA. Η ίδια γνώριζε από πού έρχονταν τα χρήματα και αργότερα υπερασπίστηκε αυτή τη συνεργασία ως ψυχροπολεμικό πραγματισμό. Η ιστορία σταματά εδώ πριν γίνει φτηνό κατασκοπικό μυθιστόρημα. Δεν αποδεικνύει ότι η Στάινεμ ήταν επαγγελματίας πράκτορας ούτε, ασφαλώς, ότι κάποια σκοτεινή υπηρεσία κατασκεύασε αργότερα τον αμερικανικό φεμινισμό. Δείχνει όμως κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από τις συνωμοσίες: πριν γίνει σύμβολο ενός κινήματος βάσης, είχε ήδη δει από κοντά πώς φτιάχνονται δίκτυα, πώς κινείται ένα πολιτικό μήνυμα, πώς η χρηματοδότηση περνά από ενδιάμεσους φορείς και πώς μια δημόσια θέση αποκτά κυκλοφορία. Η εξουσία δεν της ήταν ένας αφηρημένος δράκος. Είχε ήδη δει τα καλώδια πίσω από τη σκηνή.
Ίσως γι’ αυτό οι πιο δύσκολες στιγμές της ζωής της είναι εκείνες όπου ο τρόπος με τον οποίο συνήθως διάβαζε την εξουσία έπαψε ξαφνικά να λειτουργεί. Το 1998, στο περίφημο άρθρο της για τον Μπιλ Κλίντον, δεν είπε απλώς ότι δεν πίστευε τις γυναίκες. Ζήτησε, αντιθέτως, να θεωρήσουμε( για χάρη του επιχειρήματος φυσικά) ότι οι καταγγελίες της Κάθλιν Γουίλι, της Πόλα Τζόουνς και της Μόνικα Λεβίνσκι ήταν αληθείς, και παρ’ όλα αυτά τις πέρασε από ένα στενόμυαλο μέτρο κρίσης: αν η άρνηση έγινε δεκτή, αν υπήρξε επανάληψη, αν υπήρξαν αντίποινα, αν , αν, αν. Το ενδιαφέρον δεν είναι να την πιάσουμε τώρα επ’ αυτοφώρω και να της κουνήσουμε το δάχτυλο είκοσι οκτώ χρόνια αργότερα. Είναι ότι μια γυναίκα που είχε περάσει δεκαετίες ακούγοντας μια προσωπική μαρτυρία και κοιτάζοντας αμέσως τη δομή εξουσίας γύρω της, εκεί άκουσε πολύ δυνατά την πολιτική συνέπεια. Ο Κλίντον υποστήριζε το δικαίωμα στην άμβλωση και αυτό το γεγονός μπήκε, θέλοντας και μη, μέσα στην κρίση. Το 2017 η Στάινεμ είπε ότι δεν θα έγραφε ξανά το ίδιο κείμενο, χωρίς όμως να ακυρώσει ολοκληρωτικά τον τότε συλλογισμό της. Η ζωή έχει και τέτοιους λογαριασμούς, που δεν κλείνουν με μια μεταγενέστερη σωστή δήλωση.
Το 2008, στην αναμέτρηση της Χίλαρι Κλίντον με τον Μπαράκ Ομπάμα, η ίδια αντίφαση πήρε άλλη μορφή. Έναν χρόνο πριν, η Στάινεμ είχε απορρίψει ως καταστροφικό το δίλημμα «γυναίκα ή μαύρος υποψήφιος». Μετά την Αϊόβα όμως έγραψε ότι το φύλο ήταν πιθανώς η πιο περιοριστική δύναμη στην αμερικανική ζωή και επικαλέστηκε την τυπική συνταγματική προτεραιότητα της ψήφου των μαύρων ανδρών απέναντι στις γυναίκες, χωρίς να κρατήσει στο κέντρο τον τρόμο, τους φόρους στην κάλπη, τα τεστ γραμματισμού, το καθεστώς Jim Crow και την πραγματικότητα των μαύρων γυναικών, που δεν χωρούσε καθόλου βολικά σε αυτή τη σύγκριση. Η Στάινεμ είχε πραγματικό, μακρύ ιστορικό πολυφυλετικών συνεργασιών. Ακριβώς γι’ αυτό η στιγμή αυτή είναι αποκαλυπτική. Η οικειότητα με ανθρώπους διαφορετικούς από εμάς δεν μας εξασφαλίζει ισόβια καλή κρίση. Θα ήταν πολύ βολικό αν συνέβαινε, αλλά δεν συμβαίνει. Όταν η πολιτική πίεση ζητά να βάλεις τους πόνους σε σειρά, ακόμη και οι πιο έμπειροι μπορούν να φτιάξουν κακή αριθμητική.
Θα ήταν όμως άδικο και κυρίως βαρετό να παγώσουμε τη Στάινεμ σε μία δεκαετία, περίπου όπως τα media πάγωσαν για πάντα τα μαλλιά και τα γυαλιά της. Το Revolution from Within, το 1992, μετακίνησε το λεξιλόγιό της προς την αυτοεκτίμηση και την εσωτερική αυτεξουσιότητα, προκαλώντας τότε εύλογες αντιδράσεις: μήπως ο συλλογικός αγώνας γινόταν σιγά σιγά θεραπευτική γλώσσα, ευκολότερα διαθέσιμη σε ανθρώπους που είχαν χρόνο, ασφάλεια και πρόσβαση σε τέτοιου είδους εργαλεία; Το ερώτημα έμεινε, όπως έμειναν και πολλά άλλα. Ο γάμος της με τον Ντέιβιντ Μπέιλ το 2000 προσφέρθηκε επίσης για εύκολες ειρωνείες περί φεμινίστριας που τελικά παντρεύτηκε, αλλά η ζωή είναι ευτυχώς πιο ακατάστατη από τα παλιά μας συνθήματα: υπήρχε αγάπη, άλλο νομικό πλαίσιο, πρακτικές ανάγκες. Το 2013 αναθεώρησε καθαρά παλαιότερη προβληματική γλώσσα της για τα τρανς άτομα.
Το 2017, στο Women’s March, δεν εμφανίστηκε σαν παλιά στρατηγός που επέστρεφε να πάρει πίσω τον στρατό της, περισσότερο έμοιαζε με άνθρωπο που παραδίδει τη σκυτάλη, πράγμα πολύ δυσκολότερο για τα δημόσια πρόσωπα απ’ όσο συνήθως παραδέχονται. Και μετά την ανατροπή του Roe v. Wade με την απόφαση Dobbs, η άμβλωση ξαναμπήκε στη γλώσσα της όχι ως ένδοξη ανάμνηση μιας μάχης που η γενιά της είχε κερδίσει για πάντα, αλλά ως τοπική στρατηγική, πρακτική οργάνωση, άνιση πρόσβαση, εξαναγκαστικές στειρώσεις, σώματα που δεν έχουν όλα την ίδια προστασία. Η ιστορία βλέπεις έχει αυτή τη μικρή κακία: σου επιστρέφει τα παλιά θέματα την ώρα που νόμιζες ότι είχες τελειώσει μαζί τους.
Στα τελευταία χρόνια της, πάντως, η πιο δυνατή εικόνα δεν είναι απαραίτητα η Στάινεμ σε ένα ακόμη βήμα. Είναι πάλι το σπίτι. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο χώρος αυτός γέμιζε με συναντήσεις για το Ms., κύκλους οργάνωσης και χρηματοδότησης, ακτιβιστές, συνεργάτες, ανθρώπους που χρειάζονταν δωμάτιο, τραπέζι, μια επαφή. Τα βιβλία και οι προκαταβολές αγόρασαν επιπλέον χώρο. Ο χώρος έφερε ανθρώπους, οι άνθρωποι ιστορίες, οι ιστορίες σχέδια, τα σχέδια δίκτυα και καμιά φορά τα δίκτυα θεσμούς. Δεν είναι το εντυπωσιακότερο μέρος της βιογραφίας της και μάλλον γι’ αυτό είναι ένα από τα πιο αληθινά. Είμαστε συνηθισμένοι να λέμε ότι κάποιοι άνθρωποι «ενέπνευσαν» τους άλλους, μια λέξη τόσο πολυχρησιμοποιημένη ώστε πια σχεδόν δεν σημαίνει τίποτα. Η Στάινεμ έκανε συχνά κάτι πεζότερο και χρησιμότερο: έβρισκε πού θα καθίσουν οι άλλοι και ποιον έπρεπε να γνωρίσουν.
Πέθανε σε μια Αμερική όπου πολλά από όσα η γενιά της έβγαλε από το ιδιωτικό σκοτάδι δεν έχουν λυθεί και μερικά έχουν επιστρέψει αγριότερα: η άμβλωση, η εργασία της φροντίδας, η σεξουαλική πίεση, η πολιτική εκπροσώπηση, η γλώσσα της ισότητας, η απόσταση ανάμεσα στο τυπικό δικαίωμα και στην πραγματική δυνατότητα να το ασκήσεις. Τα νέα της απομνημονεύματα, An Unexpected Life, είχαν προγραμματιστεί να κυκλοφορήσουν στις 22 Σεπτεμβρίου 2026 και, όταν πέθανε, παρέμεναν ανέκδοτα. Θα μπορούσε εδώ να γραφτεί μια ωραία φράση για την τελευταία λέξη που δεν πρόλαβε να πει οι νεκρολογίες λατρεύουν τέτοιες συμμετρίες. Μόνο που στη δική της περίπτωση θα ήταν κάπως ψεύτικη. Το έργο της δεν χωρά σε τελευταία λέξη, επειδή δεν υπήρξε ποτέ υπόθεση μίας φωνής.
Ούτε χρειάζεται τώρα να την κάνουμε αθώα για να την τιμήσουμε. Οι μεγάλοι νεκροί παθαίνουν συχνά αυτό το κακό: με το που πεθαίνουν, κάποιοι τους περνούν ένα φωτοστέφανο κι άλλοι, εξίσου πρόθυμοι, αρχίζουν να απαριθμούν τις αμαρτίες τους, λες και η ιστορία είναι δικαστήριο με δύο μόνο έδρες. Η Στάινεμ είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα αν μείνει ολόκληρη. Έζησε στο σημείο όπου μια ριζοσπαστική μαρτυρία συναντά την αγορά, την εικόνα, τον εκδότη, τον διαφημιστή, τον δωρητή, το κόμμα, το κράτος, την τηλεόραση· κι εκεί, κάθε φορά, κάτι κερδιζόταν και κάτι χανόταν. Κερδιζόταν πρόσβαση, γλώσσα, ακροατήριο, χρήμα, διάρκεια. Χανόταν καμιά φορά η οξύτητα, η ασυμβίβαστη διαφορά, το πλήθος πίσω από το πρόσωπο, το όνομα κάποιας άλλης γυναίκας στη λεζάντα. Δεν είναι μια ιδιαιτερότητα της Στάινεμ. Είναι το τίμημα της δημόσιας ζωής, που στη δική της περίπτωση φαίνεται με ασυνήθιστη καθαρότητα επειδή έζησε αρκετά ώστε να δούμε όλες τις μετατροπές.
Γι’ αυτό και ο θάνατός της δεν κλείνει μόνο τη ζωή ενός διάσημου προσώπου. Κλείνει, ίσως, και μια εποχή κατά την οποία ένα κίνημα μπορούσε για καλό και για κακό να χωρέσει τόσο πολύ μέσα σε ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο ήταν φωτογενές, αναγνωρίσιμο, εύκολο να μπει στο εξώφυλλο, κι έτσι η ιστορία το κράτησε. Η δυσκολότερη κληρονομιά βρίσκεται πίσω του, σε πράγματα πολύ λιγότερο λαμπερά: στα γράμματα και στις λίστες, στις συνδρομές που έγιναν από έξι εννιά δολάρια, στις αίθουσες και στις περιοδείες, στα τηλεφωνήματα, στις γυναίκες που συστήθηκαν μεταξύ τους, στα χρήματα που πέρασαν από χέρια σε σχέδια, στα δωμάτια που άνοιξαν για να ακουστεί κάτι που μέχρι τότε δεν είχε όνομα.
Η Γκλόρια Στάινεμ δεν ήταν μόνη, και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο πράγμα να πεις για μια τόσο διάσημη γυναίκα χωρίς να νομίσει κανείς ότι τη μικραίνεις. Συμβαίνει το αντίθετο. Γιατί, αν κάτι έμαθε στη διάρκεια αυτής της μακράς και συχνά αντιφατικής ζωής, ήταν ότι καμιά σοβαρή αλλαγή δεν γίνεται από ένα πρόσωπο, όσο ωραία κι αν βγαίνει στις φωτογραφίες. Κάποιος ανοίγει την πόρτα, κάποιος φέρνει την πληροφορία, κάποιος γράφει το γράμμα, κάποιος βρίσκει τα χρήματα, κάποιος μιλά πρώτος κι ένας άλλος ακούει από το περβάζι.
Δεν ήταν μόνη. Αυτό, τελικά, δεν είναι η υποσημείωση της ζωής της. Είναι το έργο της αν το καλοσκεφτείς.