Κάθε καλοκαίρι στο ίδιο μέρος. Είναι αυτές οι καλύτερες διακοπές;

Γιατί επιστρέφουμε κάθε καλοκαίρι στον ίδιο τόπο; Facebook Twitter
Όσο μεγαλώνω μου είναι ακόμα πιο δύσκολο να αποχωρίζομαι τόπους και ανθρώπους. Φωτ.: Toa Heftiba/ Unsplash
0


ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ μέρες του Σεπτέμβρη, καθώς το ημερολόγιό μου γεμίζει και πάλι με ραντεβού, εκκρεμότητες και παραδοτέα, ενώ σε ένα ξεχωριστό ημερολόγιο που μοιάζει με Tetris του τρόμου προσπαθώ να συνδυάσω τις «υποχρεώσεις» των παιδιών,  η ιδέα ότι του χρόνου θα επιστρέψω (ή τουλάχιστον αυτό σκοπεύω) στον τόπο των διακοπών είναι μια παρηγοριά που λυτρώνει.

Αυτός είναι ο βασικός λόγος που τα τελευταία χρόνια κάθε καλοκαίρι παίρνω το πλοίο για έναν συγκεκριμένο προορισμό, ένα συγκεκριμένο δωμάτιο, με την ελπίδα ότι θα τα βρω όλα όπως τα άφησα το προηγούμενο καλοκαίρι. Η γοητεία του αναπάντεχου δεν με συγκινεί πια. Το island hopping το έκανα, το χόρτασα, το ευχαριστήθηκα και μάλιστα έτσι όπως του άξιζε – και μου άξιζε. Κανονίσματα τελευταίας στιγμής με ή χωρίς παρέα, ύπνος στο κατάστρωμα με το ένα αυτί alert να ακούσει ποιο είναι το επόμενο λιμάνι, με γνωριμίες της εβδομάδας που δεν ξανάδα ποτέ –προ σόσιαλ εποχή γαρ– και με όλη τη φόρα να γνωρίσω όσο περισσότερα νησιά μπορούσα, βάζοντας κάθε χρόνο νέες πινέζες στον χάρτη.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας τόπος με μαγεύει, αλλά ήταν ίσως η πρώτη φορά που είπα ότι δεν χρειάζεται να βάζεις κάθε χρόνο μια νέα πινέζα· ίσως να αντιστοιχεί τελικά μια πινέζα στον καθένα μας, κι αν την ανακαλύψεις είναι υπεραρκετό.

Έπειτα, κάνοντας οικογένεια, αποφάσισα ότι αυτή η φάση δεν είναι πια για εμένα –ούτε κι εγώ για εκείνη– και οι καλοκαιρινές διακοπές συνδέθηκαν με το τρομακτικό ερώτημα «πού να πάμε φέτος;». Και λέω τρομακτικό γιατί ξεκινώντας κάθε χρόνο να αναζητώ πιθανά καταλύματα σε πιθανούς προορισμούς, άρχισα να πέφτω πάνω σε απίθανες τιμές και ανθρώπους που –όχι πάντα, αλλά συχνά– γελούσαν στα μούτρα σου όταν τους έλεγες πως έψαχνες «γύρω στα μέσα Αυγούστου». Ξέρω ότι αυτή είναι μια ημερομηνία ταμπού, αυτό που δεν πρέπει να ξεστομίσεις αν θέλεις να πας κάπου όμορφα, οικονομικά και ήρεμα, αλλά τι να κάνουμε που ο Αύγουστος είναι ο μήνας των δικών μας διακοπών;

Γιατί επιστρέφουμε κάθε καλοκαίρι στον ίδιο τόπο; Facebook Twitter
Δονούσα. Φωτ.: Λίνα Ιντζεγιάννη/ LIFO

Λίγο προτού παρατήσω για πάντα την ιδέα των διακοπών στην Ελλάδα, δοκίμασα μια τελευταία φορά να πάω σε ένα νησί χωρίς αυτοκίνητο, χωρίς προσδοκίες και χωρίς πολλές αποσκευές. Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας τόπος με μαγεύει, αλλά ήταν ίσως η πρώτη φορά που είπα ότι δεν χρειάζεται να βάζεις κάθε χρόνο μια νέα πινέζα· ίσως να αντιστοιχεί τελικά μια πινέζα στον καθένα μας, κι αν την ανακαλύψεις είναι υπεραρκετό.

Δεν είχα ποτέ χωριό και πάντα μού έλειπε αυτή η αίσθηση της επιστροφής σε έναν τόπο γνώριμο. Ως παιδί πήγαινα κάθε χρόνο στην ορεινή Τερψιθέα, σε ένα σπίτι που νοίκιαζαν οι γονείς μου, αλλά κι αυτό σταμάτησε προτού προλάβω να το βαρεθώ. Έτσι μεγάλωσα ακούγοντας τα άλλα παιδιά να λένε ότι φεύγουν για το χωριό τους κι εγώ μιλούσα μέχρι να αλλάξουμε θέμα για να μη χρειαστεί να πω ότι εμείς δεν πάμε κάπου – οι οικογενειακές διακοπές στα ’80s και ’90s δεν ήταν καθόλου κάτι δεδομένο. Εν πάση περιπτώσει, χωριό εξακολουθώ να μην έχω, αλλά σκέφτομαι ότι αυτό είναι λίγο σαν τους συγγενείς που όταν δεν έχεις –ή δεν σου κάνουν–, τους αντικαθιστάς με φίλους που επιλέγεις προσεκτικά.

Κάπως έτσι διάλεξα το δικό μου προσωπικό χωριό. Ένα σημείο αναφοράς που σε κάνει να νιώθεις ριζωμένος. Εκεί όπου πλησιάζει κάθε καλοκαίρι το πλοίο και ξέρω ήδη πού θα πιω καφέ, πού θα κολυμπήσω και πού θα φάω. Χωρίς πολυτέλειες, χωρίς πολλές επιλογές και χωρίς γκουρμεδιές ή βόλτες σε κάποια Χώρα όπου γύρω σου μοσχοβολάνε όλοι ακριβές κολόνιες. Εδώ μοσχοβολάει μόνο αντηλιακό και Αύγουστος. Έχω μια φίλη που απορεί πώς και δεν με θλίβει που νυχτώνει πιο νωρίς όταν πάω διακοπές. Όμως τα ηλιοβασιλέματα του Αυγούστου έχουν ένα μοναδικό χρώμα και οι νύχτες στο νησί μια άλλη μαγεία. Είναι αυτές οι πολύτιμες στιγμές λίγο προτού έρθει ο Σεπτέμβρης που θέλεις να τις τιμάς και να τις ζεις με όλη σου την ψυχή.

Έχω φάει πολλές φόλες κάνοντας γύρα στα ελληνικά νησιά. Έχω πληρώσει το μπριάμ διπλάσια τιμή επειδή το ζήτησα για κύριο πιάτο, ενώ ο κατάλογος το είχε στα ορεκτικά, έχω μείνει σε δωμάτιο που είχε όλα τα πράγματα του ιδιοκτήτη –δεν είχαν μπει καν στον κόπο να αδειάσουν τις ντουλάπες– και το έχω πληρώσει πανάκριβα, έχω πέσει σε «κυκλοφοριακή κίνηση» λίγο έξω από τη Χώρα κι έχω φάει στα μούτρα το στρες που θυμίζει κέντρο της Αθήνας. Όταν λοιπόν βρήκα το μέρος όπου δεν συμβαίνουν όλα αυτά, σκέφτηκα ότι δεν χρειάζεται να ψάξω άλλο. Κι έπειτα, επειδή τον τόπο τον φτιάχνουν οι άνθρωποι, είναι και όλη η παρέα που κάθε χρόνο δίνουμε το ίδιο ραντεβού σε αυτό το σημείο του χάρτη. Με αυτούς τους φίλους κάνουμε παρέα σε παραλίες και ταβέρνες και χάρη σε αυτούς αποκτά νόημα η λέξη «διακοπές». Ένα «αν είναι τα λέμε εκεί», που σε αφήνει, αν δεν θέλεις, να μην πας – μόνο που πάντα πας, γιατί αυτή η παρέα είναι το ίδιο το καλοκαίρι.

Γιατί επιστρέφουμε κάθε καλοκαίρι στον ίδιο τόπο; Facebook Twitter
Σαμοθράκη. Φωτ.: Ελπισία Σπαθάρη/ LIFO

Ποτέ δεν μου άρεσαν οι αποχαιρετισμοί. Είναι θέμα χαρακτήρα. Όταν ήμουν μικρή έβαζα την αδερφή μου να μου ορκιστεί ότι στην ταινία που βλέπαμε οι πρωταγωνιστές δεν χωρίζουν στ’ αλήθεια και θα ξαναβρεθούν σίγουρα. Πριν από πολλά χρόνια, γυρίζοντας από το Λονδίνο μόνη, έπιασα κουβέντα μέσα στο αεροπλάνο με τον διπλανό μου, έναν Αυστραλό με τον οποίο λέγαμε διάφορα για τα ταξίδια, τις χώρες μας – τίποτα πονηρό ή που να θυμίζει φλερτ, απλώς δυο άνθρωποι που ήθελαν να περάσει η ώρα μέχρι την προσγείωση. Μόλις χαιρετηθήκαμε, σκέφτηκα ότι δεν θα τον ξαναδώ ποτέ και με έπιασε μεγάλη στενοχώρια.

Όσο μεγαλώνω μου είναι ακόμα πιο δύσκολο να αποχωρίζομαι τόπους και ανθρώπους. Θυμάμαι κάποιο καλοκαίρι σε ένα νησί, ένας ντόπιος που είχαμε γνωρίσει μας χαιρέτησε φωνάζοντας «καλή αντάμωση». Δεν υπάρχει σε καμιά άλλη γλώσσα αυτή η έκφραση (δεν είναι καν το αγαπημένο μου à bientôt). Αυτή είναι μια ευχή που ακούς στα νησιά το ελληνικό καλοκαίρι, καθώς μπαίνεις στο πλοίο της επιστροφής και, αν είναι να γυρίσεις του χρόνου, χαμογελάς και ανεβαίνεις τα σκαλιά με μια ελπίδα να περάσει γρήγορα ο καιρός μέχρι να ξανάρθεις. Με αρκετή φαντασία και λίγη καλή διάθεση ο χειμώνας μπορεί να μοιάζει ως μια περίοδος που απλώς παρεμβάλλεται μέχρι να έρθει το επόμενο καλοκαίρι – από το «καλή αντάμωση» στο «καλώς τους». Δεν είναι κι άσχημος τρόπος να μετράς τον χρόνο.

Ταξίδια
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η Ευτυχία είναι βέρα Αθηναία. Τα άφησε όλα για να ζήσει στη Σκιάθο. «Τα πρωινά πια τα έχω για να κάνω βουτιές»: Η Ευτυχία άφησε την Αθήνα για τη Σκιάθο

Γειτονιές της Ελλάδας / «Τα πρωινά πια τα έχω για βουτιές»: Η Ευτυχία άφησε την Αθήνα για τη Σκιάθο

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πρωτεύουσα. Πριν από μερικούς μήνες, αποφάσισε να τα αφήσει όλα και να κάνει μια καινούργια αρχή αρκετά μακριά από την πόλη. Δεν το έχει μετανιώσει ούτε μια στιγμή.
ΑΚΗΣ ΚΑΤΣΟΥΔΑΣ
Παντελή, πώς είναι να μεγαλώνεις ένα παιδί σ' ένα χωριό που σβήνει;

Γειτονιές της Ελλάδας / Παντελή, πώς είναι να μεγαλώνεις ένα παιδί σ' ένα χωριό που σβήνει;

Αυτή είναι η ιστορία του Παντελή Κατσιάκου, ο οποίος πήρε την απόφαση μαζί με τη γυναίκα του να κάνουν οικογένεια στη Φήκη Τρικάλων, κι ας ξέρουν ότι το σχολείο του χωριού μπορεί σε μερικά χρόνια να έχει κλείσει.
ΑΚΗΣ ΚΑΤΣΟΥΔΑΣ
«Έφυγα από την Αθήνα εξαιτίας των ενοικίων και της εργασιακής πίεσης»

Γειτονιές της Ελλάδας / «Τα ενοίκια ήταν ο λόγος που έφυγα από την Αθήνα»

Αυτή είναι η ιστορία της Ξένιας Χαμίτη, η οποία γύρισε στον τόπο που μεγάλωσε για να ξαναβρεί τον εαυτό της. Μόνο που αυτήν τη φορά ήταν ένας διαφορετικός άνθρωπος και ένας διαφορετικός τόπος.
ΑΚΗΣ ΚΑΤΣΟΥΔΑΣ
Στους αρχαιότερους αγώνες πάλης με λάδι στην Ελλάδα

Πομακοχώρια / Στους αρχαιότερους αγώνες πάλης με λάδι στην Ελλάδα

Tην περασμένη Κυριακή, στο Ύψωμα Χίλια, κοντά στα σύνορα Ελλάδας-Βουλγαρίας, στο νομό Έβρου, διεξήχθησαν ακόμη μια χρονιά οι αρχαιότεροι αγώνες πάλης με λάδι και κιουσπέτια στην Ελλάδα. Η ρίζα τους χάνεται στο μακρυνό 1354.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ