Eνα αστυνομικό μυθιστόρημα χρειάζεται μια εξαφάνιση, ένα ημερολόγιο και δύο ανθρώπους πρόθυμους ν’ αναλάβουν τους ρόλους θύτη και θύματος. Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με κοινωνικοπολιτική διάσταση χρειάζεται επιπλέον μια χώρα που καταρρέει και δεκάδες ανθρώπους που καταρρέουν ως χώρα. Κι ένα αστυνομικόμυθιστόρημα με κοινωνικοπολιτική διάσταση και κεντρικό ζήτημα την αγάπη χρειάζεται το κυνήγι του χαμένου θησαυρού, μερικά επεισόδια «CSI» κι έναν «χρυσό κανόνα»: ποτέ μη διαβάζεις Χαρούκι Μουρακάμι στον μήνα του μέλιτος. Η Τζίλιαν Φλιν, συγγραφέας των Αιχμηρών Αντικειμένων και του Σκοτεινού Τόπου, επιστρέφει μ’ ένα νέο βιβλίο. Προσοχή! Ένα κορίτσι εξαφανίστηκε.

 

Το νέο σας βιβλίο, «Το κορίτσι που εξαφανίστηκε», δεν είναι απλώς μια ιστορία για ένα εξαφανισμένο κορίτσι αλλά για το πώς χάνεις τον εαυτό σου μέσα σε μια σχέση, σε μια οικογένεια, σε μια κοινωνία, μέσα σε σένα τον ίδιο...

Ακριβώς. Μιλώ για το πώς χανόμαστε μέσα στην εικόνα που φτιάχνουμε για τον εαυτό μας και για τους άλλους. Τη δήθεν τέλεια γυναίκα, τον δήθεν τέλειο άνδρα, το δήθεν τέλειο ζευγάρι. Για το γεγονός ότι κατασκευάζουμε μια μάσκα για τον εαυτό μας, αντί να είμαστε ο εαυτός μας. Ζούμε σε μια κοινωνία που παρασύρεται και κατευθύνεται από την εικόνα, τις διαφημίσεις, την τηλεόραση, τις ταινίες.

 

Μιλάτε επίσης και για το διαχρονικό παιχνίδι της εξουσίας επάνω στον άλλο, πέρα από ηθική και όρια...

Πρόκειται για τον κίνδυνο που διατρέχει κανείς, όταν θέλει πάντα να κερδίζει. Ζούμε σε ανταγωνιστικές κοινωνίες, οι οποίες μας επιβραβεύουν όταν κερδίζουμε. Έτσι, είναι αδύνατον να κατευνάσεις την επιθυμία του να κερδίζεις. Για μένα το να είσαι πραγματικά αυθεντικός στις σχέσεις σου αποτελεί μια πρόκληση, ακριβώς επειδή έχουμε εμμονή με το να είμαστε τέλειοι, αλάνθαστοι. Είμαστε, κάπως, σαν τα κακομαθημένα παιδιά. Θέλουμε τα πράγματα να εξελίσσονται με τον δικό μας τρόπο και πιστεύουμε ότι αυτό δικαιολογεί κάθε κακή πράξη.

 

Πόσο εύκολα ο θύτης γίνεται θύμα και το αντίστροφο;

Νομίζω πως εξαρτάται από το ζευγάρι. Σε μερικές σχέσεις, ο ένας από τους δύο έχει πάντα τον έλεγχο. Σε πιο περίπλοκες σχέσεις, είναι σχετικά εύκολο να αντιστρέφονται και να εναλλάσσονται οι ρόλοι. Έτσι, οι άνθρωποι μπαίνουν σ’ έναν φρικτό, φαύλο κύκλο εκδίκησης και παγιδεύονται σ’ αυτόν. Όμως, υπάρχουν ζευγάρια στα οποία αρέσει αυτό. Είναι ο μόνος τρόπος να σχετιστούν, να συνδεθούν μεταξύ τους.

 

Το πρώτο μέρος του βιβλίου έχει κάτι από την ατμόσφαιρα του «Κουρδιστού Πουλιού» του Χαρούκι Μουρακάμι. Έχετε επιρροές από το λογοτεχνικό σύμπαν του Μουρακάμι;

Θα το εκλάβω ως κοπλιμέντο αυτό! Δεν το έκανα συνειδητά. Ήταν απλώς στο πλαίσιο ενός «μηνύματος» που ήθελα να στείλω στον άνδρα μου. Μάλιστα, στο βιβλίο υπάρχουν μερικά ακόμη τέτοια «μηνύματα». Στον μήνα του μέλιτος πήρα μαζί μου ένα σωρό δύσκολα βιβλία, ενώ ο άνδρας μου είχε μαζί του εύκολα κι αστεία βιβλία. Με πείραζε, λοιπόν, που, διαβάζοντας, εκείνος πέρναγε καλύτερα από μένα. Τότε πήρα ένα σημαντικό μάθημα. Ποτέ μην παίρνεις μαζί σου δύσκολα βιβλία στον μήνα του μέλιτος.

 

Λένε ότι η φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος είναι ιδανική για να γράψει κανείς ένα βιβλίο με κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο. Συμφωνείτε με αυτή την αντίληψη;

Απολύτως. Πιστεύω ότι οι καλύτερες και πιο ενδιαφέρουσες πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές διαπιστώσεις γίνονται μέσα από τα βιβλία μυστηρίου. Αρκετοί αναγνώστες αποφεύγουν τα βιβλία με πολιτικό ή κοινωνικό περιεχόμενο. Αν όμως εντάξεις το περιεχόμενο αυτό σε μια ιστορία μυστηρίου, τότε τους κερδίζεις. Αυτό δεν θα συνέβαινε, αν τους έλεγες «να, ορίστε ένα βιβλίο για την οικονομική κρίση».

 

Στο «Κορίτσι που εξαφανίστηκε» σκιαγραφείτε μια αμερικανική κοινωνία που αναζητά δολοφόνους και ήρωες, επηρεασμένη από το «CSI», μια κοινωνία επιφανειακών, αφελών, συντηρητικών...

Έχουμε εξελιχθεί σε κοινωνία που ψάχνει για ιστορίες και που συχνά λειτουργεί επιφανειακά. Θέλουμε να μας λένε ποιος είναι ο ήρωας και ποιος ο κακός, έτσι ώστε να μη χρειαστεί να το ανακαλύψουμε μόνοι μας. Αυτό εξηγεί και τον λόγο που είμαστε τόσο επιρρεπείς σε καθετί που ακούμε. Πιστεύουμε ό,τι μας λένε από την τηλεόραση -ειδικά όταν μας το λένε με πάθος- κι έτσι δεν ξοδεύουμε χρόνο κι ενέργεια για να μάθουμε την αλήθεια. Στις ΗΠΑ υπάρχουν τηλεοπτικές εκπομπές που παρουσιάζουν πραγματικούς φόνους, λες και είναι προϊόντα προς κατανάλωση. Μάλιστα, πάντα βγάζουν την ετυμηγορία, χωρίς να έχουν στα χέρια τους όλα τα δεδομένα.

 

Η ιστορία διαδραματίζεται σε μια χώρα που καταρρέει οικονομικά, όπου δεκάδες άνθρωποι μένουν άνεργοι καθημερινά. Οι ήρωές σας καταρρέουν μαζί με τη χώρα, οι ήρωές σας καταρρέουν ως χώρα. Αναφέρεστε εκτενώς στην κρίση που πέρασαν και περνάνε οι ΗΠΑ.

Ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο στην αρχή της κρίσης κι επέλεξα συνειδητά να μιλήσω γι’ αυτήν και τις συνέπειές της. Για την αίσθηση που έχουμε όταν χάνουμε το βιοτικό επίπεδο που είχαμε. Για το γεγονός ότι είμαστε η πρώτη γενιά που θα ζήσουμε φτωχότερα απ’ τους γονείς μας. Νομίζω ότι για τη γενιά μου -τους ανθρώπους μεταξύ 30-40 ετών- είναι σοκαριστικό αυτό που συμβαίνει. Ως παιδιά της δεκαετίας του ’80 μεγαλώσαμε έχοντας χρήματα, ενώ η επαγγελματική μας σταδιοδρομία ξεκίνησε μέσα στην ευημερία της εποχής «Κλίντον». Έτσι, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν βιώσαμε μια τέτοια κρίση. Όταν εκδηλώθηκε η κρίση, εργαζόμουν ως δημοσιογράφος και απολύθηκα μαζί με άλλους συναδέλφους μου. Ξέρω, λοιπόν, από προσωπική εμπειρία πώς νιώθουν οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του βιβλίου, οι οποίοι έχασαν τη δουλειά τους ως «γραφιάδες». Γνωρίζω καλά την αίσθηση του να έχεις επιλέξει ένα επάγγελμα που αγαπάς και να σου το παίρνουν μέσα από τα χέρια. Στο βιβλίο αυτό επέλεξα επίσης να επινοήσω μια φανταστική πόλη που είχε στηριχτεί οικονομικά σε ένα εμπορικό κέντρο, που τελικά κατέρρευσε. Θεώρησα ότι αυτός είναι ένας ισχυρός συμβολισμός για τη σκοτεινή περίοδο που διανύουμε: ένα μεγάλο, άδειο, κατεστραμμένο κτίριο που κάποτε υπήρξε ο ναός του κέρδους.

 

Ξέρετε, και στην Ελλάδα πολλοί δημοσιογράφοι έχουν χάσει τη δουλειά τους τα τελευταία δύο χρόνια. Σ’ ένασημείο γράφετε χαρακτηριστικά: «Οι γραφιάδες είχανξοφλήσει. Ήμασταν κάτι σαν τους καπελάδες ή τους κατασκευαστές καμτσικιών: η εποχή μας είχε τελειώσει». Πιστεύετε ότι το επάγγελμα αυτό φτάνει στο τέλος του;

Είναι αποκαρδιωτικό να βλέπεις τόσες θέσεις εργασίας να χάνονται. Σπούδασα δημοσιογραφία επειδή ήθελα να γράφω, επειδή πίστευα ότι αυτή ήταν μια ασφαλής επιλογή. Σκεφτόμουν ότι πάντοτε θα υπάρχουν περιοδικά κι εφημερίδες! Έκανα λάθος. Στις ΗΠΑ οι δημοσιογράφοι «χτυπήθηκαν» έντονα από την κρίση, επειδή οι εφημερίδες και τα περιοδικά δημοσιεύουν δωρεάν όλη τους την ύλη στο διαδίκτυο και δεν έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής να έχουν ένα σταθερό κέρδος από αυτό. Ελπίζω ότι αυτή η κατάσταση θ’ αλλάξει. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι αναζητούν την ποιοτική δημοσιογραφία και κατανοούν ότι για να έχεις ποιοτική δημοσιογραφία, θα πρέπει να είσαι πρόθυμος να πληρώσεις γι’ αυτό.

 

Παραφράζοντας τον τίτλο του βιβλίου σας, τι κάνει μια χώρα να εξαφανιστεί;

Νομίζω πως μια χώρα είναι πολλά παραπάνω από την οικονομία της. Τουλάχιστον, αυτό πιστεύει η ιδεαλίστρια μέσα μου. Αλλά μου είναι αδύνατον να αγνοήσω τις επιπτώσεις που έχει στον άνθρωπο η ανεργία. Τον φόβο, την εξάντληση, την αίσθηση ότι η ζωή σου δεν εξαρτάται από σένα. Η καρδιά μου είναι στην Ελλάδα και στον λαό της. Έχουμε εξελιχθεί σε κοινωνία που ψάχνει για ιστορίες και που συχνά λειτουργεί επιφανειακά. Θέλουμε να μας λένε ποιος είναι ο ήρωας και ποιος ο κακός, έτσι ώστε να μη χρειαστεί να το ανακαλύψουμε μόνοι μας.