Δύο γυναίκες µάς µαγειρεύουν µία σούπα και ο άντρας παράγει τη µυσταγωγική µελωδία του βρασµού. Ανακατεύουν µαζί µε τα υλικά τις ζωές τους και τη σερβίρουν στους θεατές µε µόνη απαίτηση να τις νιώσουν, να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι και να την χωνέψουν.

 

Η µία γυναίκα βράζει στο ζουµί της ιστορίας της µε αγάπη, επιβιώνει σιωπηλά και βλέπει ό,τι αντέχει δίνοντας σηµασία σε ό,τι πονά λιγότερο. Η άλλη ενοχλεί, προκαλεί µιλώντας για το «εδώ που φτάσαµε» και την αχόρταγη ψυχή, θέλοντας να παρακινήσει όλους όσους κατέληξαν απαθείς θεατές της ζωής τους.