Οι χρωματιστές γυναίκες είναι μια σκηνική ελεγεία για τη χαμένη ελευθερία και την απελπισία της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Έλλη και η Άννα είναι δύο αδελφές εγκλωβισμένες στο πατρικό τους σπίτι, αλλά και σε κάτι μεγαλύτερο. Σε αυτό που αποκαλούν παρελθόν.


Ριζώνουν και στοιχειώνουν... Στη γωνία τους... Πιάνουν μια γωνιά και σκιάζονται, σκιάζονται... Όλο και πιο πολύ, ώσπου να γίνουν ένα με το σπίτι.


Ο φόβος, είναι το εργαλείο, είναι η «άγκυρα» που κρατά δεμένο το ταξίδι προς το άγνωστο, το διαφορετικό, όπου η διαδρομή γίνεται μόνο στο σκοτεινό πεδίο της φαντασίωσης, ανάμεσα σε ένα λαβύρινθο συμβόλων και αλληγοριών.


Η γραφή του Βασίλη Ζιώγα συνδυάζει την ποιητική διάσταση με το πικρό χιούμορ, την τρυφερότητα με τον κυνισμό. Στη σκιά του παραλόγου το έργο, μακριά από τις πομάδες και τις πούδρες του αισθητισμού, αναζητά την τέλεια γραμμή και τα «ωραία χρώματα», αναζητά καθετί ζωντανό που μετέπεσε σε κατάσταση ακινησίας και έγινε άψυχο, το καθετί ζωντανό που το κάρφωσαν τρεμάμενο στο πανί, όπως καρφιτσώνουμε τα έντομα σε μία συλλογή.