Το έργο "Έσσεται ήμαρ..." του Γιώργου Κουμεντάκη σταχυολογεί το στιχουργικό υλικό του από τα δύο έπη του Ομήρου και ακολουθεί τη δομή της αναγεννησιακής όπερας. Γράφτηκε το 1986, ύστερα από παραγγελία του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης, και παρουσιάστηκε στο Ηράκλειο, το Όσλο και το Βερολίνο.

 

Στην παρτιτούρα, ως υπότιτλος, σημειώνεται: «μίμησις πράξεως σε επτά επεισόδια». Διαδοχικές εικόνες, μουσικά συνεχόμενες αλλά με χαλαρή δραματουργική σύνδεση, ξετυλίγουν στιγμές από τη ζωή ενός προσώπου. Ο μύθος μάς μεταφέρει στις τελευταίες μέρες της Τροίας αντιπαραθέτοντας την αινιγματική μορφή της Ελένης σε έναν ανδρικό κόσμο πόλεμου, θανάτου κι επικείμενης καταστροφής. Το κεντρικό επεισόδιο αντλείται από τη Ραψωδία Δ' της Ιλιάδας. Ο Μενέλαος και η Ελένη διηγούνται τη σκηνή στον Τηλέμαχο για να εξάρουν την ευφυΐα του πάτερα του: όταν ο Δούρειος Ίππος μπήκε στην Τροία μόνο η Ελένη αντιλήφθηκε το τέχνασμα των Αχαιών. Οδηγημένη, ίσως, από κάποιο δαίμονα, άρχισε να φέρνει γύρους το ξύλινο άλογο και να καλεί τους κλεισμένους μέσα Αχαιούς μιμούμενη τις φωνές των γυναικών τους. Οι ήρωες ξεγελασμένοι παραλίγο να προδοθούν, τους έσωσε όμως η ψυχραιμία του Οδυσσέα.

 

Το Ergon ensemble διευθύνει, στο νέο ανέβασμα του έργου, η Ζωή Τσόκανου. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο γνωστός για τις ιδιοσυγκρασιακές δημιουργίες του στο θέατρο και τον κινηματογράφο, Έκτορας Λυγίζος, ο οποίος σημειώνει: "Ένα έργο που στην αρχή σε κάνει να πιστεύεις πως έχεις προσγειωθεί στο σύμπαν του μπαρόκ, αλλά που αφήνει σιγά-σιγά να ακουστούν αντίλαλοι του μέλους και της ψαλμωδίας, και τελικά να ξεπηδήσουν κραυγές από αρχαίες τελετές. Κάπου εκεί ανάμεσα πήρα το θάρρος να αφήσω να ακουστεί γυμνός ο ήχος της ανθρώπινης ομιλίας. Γιατί κάποτε ομιλία και τραγούδι ήταν το ίδιο πράγμα".