Το «Θέλω να δω τον Πάπα!» είναι ένα από τα έργα σύγχρονης αστικής θεματολογίας του σπουδαίου Σακελλαρίδη, στα οποία υποσκάπτονται τα θεμέλια της αστικής ζωής και ασκείται βιτριολική κριτική στο θεσμό της οικογένειας. Ακολουθώντας, βεβαίως, τα πρότυπα του είδους, ο συνθέτης (με την ιδιότητα μάλιστα και του λιμπρετίστα στα περισσότερα από τα έργα αυτής της θεματικής) επιδεικνύει ιδιαίτερη μουσικοθεατρική επινοητικότητα στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων που δυναμιτίζουν τις σταθερές της οικογενειακής ζωής.


Η σφιχτή φάρσα του Εννεκέν, στην οποία βασίζεται το «Θέλω να δω τον Πάπα!», αποδίδεται σε ρέοντα θεατρικό λόγο από τον Σακελλαρίδη, ο οποίος και στο έργο αυτό επιτυγχάνει μία ιδεώδη δραματουργία διανθίζοντας την πλοκή με τα δεκαπέντε μουσικά νούμερα της οπερέτας.


Η υπόθεση της οπερέτας αφορά τον διακαή πόθο της νεόνυμφης Άννας να δει τον... Πάπα κατά τη διάρκεια του γαμήλιου ταξιδιού της με τον Αδριανό στην Ιταλία. Καθώς ο σύζυγός της δεν εκπλήρωσε την επιθυμία της, το ζευγάρι διέκοπτει το «μήνα του μέλιτος» και επέστρεφει. Ακούγοντας τις συμβουλές της μητέρας της, η Άννα οδηγεί τα πράγματα στα άκρα. Όταν, όμως, συνειδητοποιεί ότι με τη στάση της κινδυνεύει να διαλύσει το γάμο και να χάσει τον αγαπημένο σύζυγό της, αλλάζει συμπεριφορά. Οι παρεξηγήσεις λύνονται και η κατάληξη του έργου είναι για όλους αίσια.


Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο θέατρο Παπαϊωάννου από τον ομώνυμο θίασο στις 6 Ιουλίου του 1920. Είχε ολοκληρωθεί από τον συνθέτη του μερικούς μήνες νωρίτερα, τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου. Σημείωσε άμεση επιτυχία, ενώ το ομότιτλο τραγούδι όχι μόνο τραγουδήθηκε, αλλά έγινε και νούμερο επιθεωρήσεων και οπωσδήποτε το μεγάλο σουξέ της χρονιάς. Δόθηκαν 72 παραστάσεις του έργου μέσα στο 1920, κατατάσσοντάς το έτσι στις μεγάλες επιτυχίες της εποχής.