Ο ποιητικός λόγος του Κώστα Βάρναλη «Το φως που πάντα καίει» ανεβαίνει για πρώτη φορά στη σκηνή και για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο της Ημέρας. Στον αρχικό τίτλο του έργου προστέθηκε η λέξη «πάντα», ώστε να υπογραμμιστεί τόσο η διαχρονικότητα όσο και η επικαιρότητά του.

Ο Βάρναλης, στην απόλυτη ωριμότητά του, ποιητική και ιδεολογική, ειδικά στη δεύτερη γραφή του έργου το 1934 (πρωτογράφτηκε το 1922), τολμάει και φέρνει στη σκηνή, δύο σημαντικά πρόσωπα του μύθου και της ιστορίας. Από τη μια τον Προμηθέα, που σύμφωνα με τον Αισχύλο (στην τριλογία του Προμηθέας Δεσμώτης-Λυόμενος-Πυρφόρος), έδωσε στους ανθρώπους τη γνώση και τους έμαθε τις τέχνες και τα γράμματα. Γεγονός που προκάλεσε την οργή του αφέντη-Δία με αποτέλεσμα να τον καρφώσει στον Καύκασο. Από την άλλη τον Χριστό, που δίδαξε την αγάπη και την ισότητα και κήρυξε την επανάσταση λέγοντας «φωτιά ήρθα να βάλω στη γη... και ο μη έχων πωλήσατω το ιμάτιον αυτού και αγοράσατω μάχαιραν». Αυτά είπε και οι αφέντες της Γης τον σταύρωσαν. Την αθάνατη Αριστέα (Εξουσία), την Μαϊμού της (γλύφτης και δούλος της) και τον Μώμο (Φωνή του Εργάτη και Φωνή του ποιητή), φωνή αποκαλυπτικού σαρκασμού ενάντια στο σκοταδισμό και στην εκμετάλλευση του ανθρώπου. Ο Μώμος εισάγει το θεατή στον εκπληκτικά επίκαιρο λόγο του αταλάντευτου υπερασπιστή του λαού που σταυρώνουν και θα σταυρώνουν οι εκμεταλλευτές του, όσο αυτός μένει «δειλός, μοιραίος και άβουλος αντάμα προσμένοντας κάποιο θάμα».

Είναι μια πολιτική σάτιρα που κάνει το θεατή να γελά, να διαπιστώνει αυτό που λέει ο Προμηθέας «ότι τόσο μοιάζουν το σήμερα με το χθες λες και γεννήθηκα τώρα δα και βλέπω το σήμερα» να προβληματίζεται, να αισθάνεται ανάταση ψυχής, να καταλαβαίνει τη δύναμη που έχει και να αγωνίζεται, γιατί τη λευτεριά του δε την κατακτά με ευχές και παρακάλια.