Ο Μπέρντυ, αέρινος και ολίγον ιδιαίτερος χαρακτήρας, μια μηχανική ιδιοφυία, θαυμάζει τα πουλιά. Προσπαθεί, σαν σύγχρονος Ντα Βίντσι, μελετώντας τα να τα «αντιγράψει»... ονειρεύεται να «πετάξει» κι αυτός με τα αυτοσχέδια φτερά του.


Ο Αλ, πιο γήινος από το φίλο του, Ιταλός στην καταγωγή, λατρεύει τη μπάλα, τις μηχανές και τα κορίτσια, μέτριος μαθητής, γυμνάζει συστηματικά το σώμα του και νομίζει πως αυτό είναι αρκετό για να θωρακιστεί, να γίνει αυτάρκης και σκληρός.


Τα δύο παιδιά, αν και διαφορετικοί χαρακτήρες, είναι αχώριστοι φίλοι, τα ενώνει το πάθος τους για τη ζωή, τα νεανικά τους όνειρα, το κοινό τους όραμα για έναν κόσμο πιο όμορφο, πιο δίκαιο, πιο ελεύθερο.


Το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου πολέμου χωρίζει όμως αιφνίδια τους δύο φίλους και τους καλεί να «ανδρωθούν» στο μέτωπο. Συναντώνται ξανά μετά από χρόνια, κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες, στο κελί ενός στρατιωτικού νοσοκομείου... εκεί νοσηλεύεται ο Μπέρντυ, σε κατατονική κατάσταση, εξ' αιτίας ισχυρού σοκ. Ο βαριά λαβωμένος λοχίας Αλ είναι η έσχατη ελπίδα σύμφωνα με τον διοικητή-ιατρό Βάις. Μόνο οι αναμνήσεις από το παρελθόν μπορούν πια να «ξυπνήσουν» τον φίλο του.


Σαν κινηματογραφικό φλας μπακ, οι βόλτες στην παγωμένη λίμνη, οι νυχτερινές βουτιές στη θάλασσα, οι κουβέντες τους στη γέφυρα, το κυνήγι των πουλιών, οι κλεμμένες μπάλες, τα πάρτι, τα φλερτ και οι μπελάδες τους, εναλλάσσονται επί σκηνής με τα ανείπωτα μυστικά και τις εξομολογήσεις μιας ζωής. Τα όνειρα και οι επιθυμίες της «ρομαντικής» νιότης έρχονται αντιμέτωπα με την ωμή και σκληρή πραγματικότητα του κυνικού κόσμου των «μεγάλων» σε ένα αγώνα δίχως αύριο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν... Και εκεί που ο αγώνας μοιάζει οριστικά χαμένος, οι δυο φίλοι καταφέρνουν να θυμηθούν, να σταθούν όρθιοι και να αποδράσουν, να πετάξουν μακριά από τα δεσμά που εγκλωβίζουν το μυαλό και τη ψυχή τους.


Η ιστορία του Μπέρντυ και του Αλ σηματοδοτεί το βίαιο τέλος της αθωότητας, το Τέλος Εποχής για τον καθένα μας. Kάπου εκεί όμως, στο τέλος που δεν αποφασίσαμε εμείς, οι δυο φίλοι μας φωνάζουν...