Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών παρουσιάζει στο Μέγαρο Μουσικής ένα συναρπαστικό πρόγραμμα που συνδυάζει δύο κορυφαίες μορφές της Ιστορίας: τον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν και τον Σεργκέι Προκόφιεφ. Στην καρδιά του προγράμματος βρίσκεται το Δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν — ένα νεανικό έργο γεμάτο ζωντάνια, χάρη και τεχνική δεξιοτεχνία. Το υλικό του αντικατοπτρίζει τη νεανική εποχή του πρώτου κοντσέρτου, ενώ εμφανίζει ήδη στοιχεία της ωριμότερης μουσικής γλώσσας του συνθέτη. Στη συνέχεια, το πρόγραμμα μετακινείται από τον κλασικισμό του Μπετόβεν στον νεοκλασικισμό τού Σεργκέι Προκόφιεφ, με αποσπάσματα από τις δύο σουίτες μπαλέτου Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Το μπαλέτο Ρωμαίος και Ιουλιέτα αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές συμφωνικές συνθέσεις του 20ού αιώνα. Με έντονα ρυθμικά μοτίβα, δραματικές αντιθέσεις και αξέχαστες μελωδίες, η μουσική αποτυπώνει με κινηματογραφική δύναμη το πάθος, τη σύγκρουση και την τραγική ομορφιά της ιστορίας του Σαίξπηρ.
Σολίστ της βραδιάς είναι η Ελισάβετ Κουναλάκη, μια πιανίστα με μακρόχρονη εμπειρία και εκλεκτή αισθητική. Τη μουσική διεύθυνση αναλαμβάνει ο ταλαντούχος Ροντόλφο Μπαράες, καταξιωμένος από τις συνεργασίες του με την Singapore Symphony Orchestra και την περίφημη Simon Bolivar Orchestra της Βενεζουέλας, και η πρώτη του εμφάνιση με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπόσχεται μια συναρπαστική βραδιά.
Στις 19.30 θα πραγματοποιηθεί εισαγωγική ομιλία για τους κατόχους εισιτηρίων.
Το πρόγραμμα με μία ματιά
ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770 – 1827)
Τα πλάσματα του Προμηθέα, Εισαγωγή από το μπαλέτο, έργο 43
Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.2 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 19
ΣΕΡΓΚΕΪ ΠΡΟΚΟΦΙΕΦ (1891 – 1953)
Ρωμαίος και Ιουλιέτα, μπαλέτο, έργο 64 (αποσπάσματα από τις Σουίτες αρ.1 και αρ.2)
ΣΟΛΙΣΤ: Ελισάβετ Κουναλάκη | πιάνο
ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: Ροντόλφο Μπαράες
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Τιμές εισιτηρίων: 35€, 25€, 20€, 15€ και 10€ (εκπτωτικό)
Περισσότερα εδώ
Online αγορά εδώ
Για την Ιστορία
ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770 – 1827)
Τα πλάσματα του Προμηθέα», Εισαγωγή για ορχήστρα, έργο 43
Το 1801 ο Μπετόβεν συνέθεσε τη μουσική για το μπαλέτο Τα πλάσματα του Προμηθέα, βασισμένος σε ιδέα του ναπολιτάνικης καταγωγής χορογράφου Σαλβατόρε Βιγκανό (1769-1821). Ο Βιγκανό, ανιψιός και μαθητής στη μουσική του Λουίτζι Μποκερίνι, υπήρξε φημισμένος ανανεωτής της χορευτικής τέχνης της εποχής του. Το 1799 η αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία της Αυστρίας (1772-1807) τον είχε διορίσει υπεύθυνο για το βιεννέζικο μπαλέτο και τα Πλάσματα του Προμηθέα ήταν η τρίτη κατά σειρά παραγωγή που υπέγραφε στην αυστριακή πρωτεύουσα. Η πρεμιέρα του Προμηθέα δόθηκε στις 28 Μαρτίου 1801 στο Burgtheater της Βιέννης με τον Viganò στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αρχικά το μπαλέτο γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία, ωστόσο αργότερα περιήλθε σε αφάνεια, με αποτέλεσμα σήμερα μόνο η Εισαγωγή της ορχήστρας να διατηρεί μία θέση στο συναυλιακό ρεπερτόριο. Το αλληγορικό μπαλέτο βασίζεται στον μύθο του Προμηθέα. Με τη δύναμη της αρμονίας δύο αγάλματα καθίστανται έμψυχα και δεκτικά των παθών της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Προμηθέας τα μεταφέρει στον Παρνασσό, όπου μυούνται στις τέχνες (μουσική, θέατρο και χορό).
ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770 – 1827)
Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.2 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 19
- Allegro con brio
- Adagio
- Rondo: Molto allegro
Όπως συμβαίνει και με τα δύο κοντσέρτα για πιάνο του Σοπέν, έτσι και τα δύο πρώτα κοντσέρτα του Μπετόβεν γράφτηκαν αντίστροφα από την σειρά που παρουσιάζονται στον κατάλογο των έργων του. Το Δεύτερο Κοντσέρτο είναι προγενέστερο, αφού γράφτηκε ουσιαστικά στις αρχές της δεκαετίας του 1790 (ως το 1795), ενώ το Πρώτο γράφτηκε λίγο μετά. Ωστόσο, η σειρά με την οποία είναι γνωστά μέχρι σήμερα οφείλεται στη σειρά έκδοσής τους: το Κοντσέρτο σε ντο μείζονα εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1801, ενώ αυτό σε σι ύφεση τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς. Εικάζεται ότι η πρώτη εκτέλεση του Κοντσέρτου σε σι ύφεση έγινε στις 29 Μαρτίου 1795 με τον συνθέτη στον ρόλο του σολίστα στο πλαίσιο μίας φιλανθρωπικής συναυλίας στο Burgtheater της Βιέννης. Ωστόσο, το 1798, ο συνθέτης αντικατέστησε το αρχικό φινάλε του έργου με ένα νέο. (Πιθανότατα, το αρχικό φινάλε του Κοντσέρτου να ήταν το Ροντό σε σι ύφεση μείζονα, WoO 6.) Ακολούθησαν πάντως και περαιτέρω, αν και μικρότερης έκτασης, βελτιώσεις του έργου μέχρι και την έκδοσή του, το 1801.
Η ενορχήστρωση του Κοντσέρτου είναι αρκετά συντηρητική, κοντά στα πρότυπα του Χάυντν, αφού ο συνθέτης απέφυγε τη χρήση κλαρινέτων, τρομπετών ή τυμπάνων, που είχαν ήδη εμφανιστεί στα ώριμα κοντσέρτα του Μότσαρτ. Καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, το μέρος του πιάνου έχει την αδιαμφισβήτητη μουσική πρωτοκαθεδρία, αφού το Κοντσέρτο προοριζόταν σαφώς ως όχημα εδραίωσης της φήμης του δημιουργού του ως δεινού βιρτουόζου πιανίστα – μάλιστα με αυτή του την ιδιότητα κατά κύριο λόγο, ο νεαρός Μπετόβεν εξασφάλιζε τα προς το ζην. Μορφολογικά και υφολογικά, το Κοντσέρτο ακολουθεί το πρότυπο των ώριμων μοτσάρτειων κοντσέρτων, αν και δεν λείπουν (όπως δεν λείπουν σχεδόν ποτέ στα νεανικά έργα του Μπετόβεν) στοιχεία της προσωπικής του αισθητικής και μία διάθεση διακριτικών πειραματισμών και υπόγειων «ανατροπών».
ΣΕΡΓΚΕΪ ΠΡΟΚΟΦΙΕΦ (1891 – 1953)
Ρωμαίος και Ιουλιέτα, μπαλέτο, έργο 64
Το 1934 τα «Σοβιετικά Μπαλέτα» (γνωστά σήμερα ως Μπαλέτα Μαριίνσκι) του Λένινγκραντ πρότειναν στον Προκόφιεφ να γράψει μουσική για ένα μπαλέτο με θέμα την σαιξπηρική ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, αλλά σύντομα απέσυραν την πρόταση. Ο Προκόφιεφ, αποφασισμένος να υλοποιήσει το μπαλέτο, συμφώνησε να ανέβει από τα Μπαλέτα Μπολσόι της Μόσχας. Την άνοιξη του 1935 η δημιουργία του μπαλέτου ξεκίνησε με τη συνδρομή του Ρώσου δραματουργού Αντριάν Πιοτρόφσκι, του χορογράφου Λεονίντ Λαβρόφσκι και του σκηνοθέτη Σεργκέι Ράντλοφ. Ο Προκόφιεφ ολοκλήρωσε τη μουσική στις αρχές Σεπτεμβρίου 1935 και την ενορχήστρωσε τον επόμενο μήνα. Η υποδοχή της όμως από τα μπαλέτα Μπολσόι κάθε άλλο παρά θετική υπήρξε και έτσι το ανέβασμα του μπαλέτου ακυρώθηκε. Ο Προκόφιεφ σχηματοποίησε τότε (1936-1937) δύο ορχηστρικές σουίτες με αποσπάσματα από το μπαλέτο. Η δεύτερη εξ αυτών παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 15 Απριλίου 1937 στο Λένινγκραντ.
Στόχος του συνθέτη ήταν η μουσική του να μπορεί να αγγίξει τις ψυχές των ακροατών ακόμα και χωρίς τη σκηνική δράση. Η διαχρονική επιτυχία των ορχηστρικών σουιτών αποδεικνύει περίτρανα την επίτευξη αυτού του στόχου. Η μουσική του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, με τεράστιο μελωδικό πλούτο, χαρακτηριστικά ρυθμικά σχήματα, έντονες ενορχηστρωτικές αντιθέσεις και πηγαία δραματικότητα, συνδυάζει τα πέντε βασικά στοιχεία της μουσικής ιδιοσυγκρασίας του Προκόφιεφ, όπως ο ίδιος τα επεσήμανε: το κλασικό, το μοντέρνο, το μηχανιστικό, το λυρικό και το γκροτέσκο.
Κείμενα «για την Ιστορία»: Τίτος Γουβέλης








- Facebook
- Twitter
- E-mail
0