Βγαίνει ένας μικρός από ένα σπίτι... τσίτσιδος, φωνάζει: «Πάμε Σεντράλ, γερά!». Μια αστραπή λάμπει και φωτίζει το μέσα κάποιου. Του στεγνώνει τον λαιμό. Ψελλίζοντας καταφέρνει να ρωτήσει: «Τελείωσε;». «1-1» λέει ο μικρός, «ισοφάρισε η Σεντράλ στο τέλος». Κάποιος περπατά, τώρα μουδιασμένος, λόγω νωθρότητας, λόγω του ότι είναι στον αυτόματο πιλότο. Η Σεντράλ στο τέλος, ρε! Η Σεντράλ στο τέλος! Δεν φωνάζει. Δεν κάνει κάποιον μορφασμό. Δεν σηκώνει το χέρι του. Η κραυγή εκρήγνυται μέσα του σαν βόμβα βυθού. Πάμε, κανάγιες μου, γερά! Μοιάζει ψέμα. Κάποιος θα σκεφτόταν ότι θα χοροπηδούσε ασυγκράτητος• θα καβαλούσε κάνα φράκτη• θα σκαρφάλωνε σε κάνα δέντρο σαν πίθηκος• θα αναρριχόταν σε κάνα μπαλκόνι, μέχρι και σε ταράτσα. Αλλά όχι. Δεν χρειάζονται υπερβολές... Παρ' όλα αυτά, μια αίσθηση χαύνωσης, θαλπωρής, ατέλειωτης εσωτερικής γαλήνης, σιγά σιγά, τον κατακλύζει τρυφερά. Ήδη βρίσκεται ένα τετράγωνο από το σπίτι του... Το απόγευμα είναι φωτεινό, γεμάτο ήλιο, ενδεχομένως και πιο δροσερό... Μπαίνει επιτέλους και πάει μέχρι το μπάνιο...Πλένει τα χέρια του, κοιτάζεται στον καθρέφτη. Έχει πάνω από χίλιες νέες άσπρες τρίχες στους κροτάφους του. Υπάρχουν δυο ρυτίδες στο μέτωπό του, καινούργιες και βαθιές. Οι κύκλοι κάτω από τα μάτια του έχουν γίνει πιο μαύροι. Κάποιος έχει γεράσει πάλι πέντε χρόνια, το ίδιο όπως πάντα. Και όλ' αυτά για ένα κλάσικο, μόνο. Έναν αγώνα ποδοσφαίρου, απλώς.

 

Οκτώ διηγήματα με φόντο το αργεντίνικο ποδόσφαιρο και τον ιδιαίτερο τρόπο που βιώνουν το πάθος για τη στρογγυλή θεά –εντός και εκτός γηπέδων– οι Αργεντίνοι. Διηγήματα βγαλμένα από τη ζωή και από την μπάλα, μέσα από την κοινωνική ματιά, την ψυχολογική ανατομία και την αιχμηρή πένα ενός σπουδαίου καλλιτέχνη που δεν έπαψε ποτέ να είναι αμετανόητος λάτρης του «ομορφότερου παιχνιδιού».