Ο Χρήστος Παπούλιας στην έκθεση «1966, A Child's Attic and other Antics» που παρουσιάζεται στη γκαλερί Ρεβέκκα Καμχή μας εισάγει σε ένα στοιχείο κεντρικό στο αρχιτεκτονικό του σύμπαν, την επιστροφή στον τόπο (του εγκλήματος) σκαλίζοντας άφοβα σκιές του παρελθόντος, από τις οποίες παίρνει ευχαρίστηση.

Στη συγκεκριμένη δουλειά ο τόπος είναι η συνοικία του Μεταξουργείου, η γειτονιά των παιδικών χρόνων του Παπούλια. Οι σκιές είναι οι παιδικές του αναμνήσεις από την περιοχή. Σχέδια, μακέτες και μια φανταστική χαρτογράφηση του Μεταξουργείου επιδιώκουν να ζωντανέψουν ζωτικές παιδικές εμπειρίες του καλλιτέχνη, αποκαλύπτοντας τον αμφιλεγόμενο κόσμο μεταξύ φωτός και σκοταδιού, ρομαντισμού και παρακμής.

Το Μεταξουργείο τη δεκαετία του 1950 και 1960 ήταν το ζωντανό σταυροδρόμι της αθηναϊκής αστικής κοινωνίας. Η μεσοαστική τάξη συνυπήρχε με τα πορνεία, τις τραβεστί, το έγκλημα, τη μαφία, το νέο και τον εκσυγχρονισμό. Στοιχεία αρκετά για να στοιχειώσουν τη φαντασία ενός φιλοπερίεργου παιδιού σε ένα σπίτι όπου τα παντζούρια τις νύχτες ήταν πάντα σφραγισμένα. Ποιος ωστόσο μπορεί πραγματικά να προφυλαχθεί από τις ίδιες τις σκοτεινές του σκέψεις;

Ο Χρήστος Παπούλιας επιστρέφει κυριολεκτικά στον «τόπο του εγκλήματος», επιδιώκοντας την ανάκληση των παιδικών του αναμνήσεων. Μετεγγράφοντας αναδρομικά τις εμπειρίες του από αναμνήσεις σε αντικείμενα διερωτάται για το ζήτημα της ταυτότητας και την εμπειρία μας με τον τόπο, τους χαρακτήρες, το φως, το σκοτάδι ενώ μελετά τη σχέση μας με τον πρωταρχικό χώρο των εμπειριών, την οικογενειακή στέγη. Η έκθεση αυτή παρατηρεί την κατασκευή των αστικών αφηγήσεων και τη διαπλοκή που μοιραία προκύπτει ανάμεσα στην προσωπική και τη δημόσια εγγραφή των ιστοριών. Μας υπενθυμίζει τη σημασία της ολοένα πιο βαθιάς αναζήτησης στην ιστορία μιας πόλης, η όποια φαντάζει πάντα πρόθυμη να σκεπάζει τις σκιές του παρελθόντος.