Μετά από την έκθεση Spleen και τους Provocateurs του, ο Μιχαήλ Τσακουντής κάνει ένα τολμηρό βήμα. Στη «νέα τάξη» του ο ζωγράφος αγριεύει και προτείνει μια σειρά δραματικών πορτρέτων που παγώνουν στον μουσαμά το φαινόμενο της βίας. Η βία αποτυπώνεται παγερή στο πρόσωπο αυτών των περίπου είκοσι στρατιωτών.

Το χρίσμα του θανάτου λοιπόν έχει δοθεί σχεδόν σε όλους τους «ήρωες» και έχει διώξει την τρυφερή τσαρουχική επίδραση που καθοδηγεί ως έναν βαθμό τη ζωγραφική του Τσακουντή, προκρίνοντας τώρα μια σκληρότητα τύπου Μπέικον που διαστρέφει τα πρόσωπα και τα αδειάζει. Όλα τα πρόσωπα διατηρούν την ιδιαίτερη εμφάνισή τους, η φυσιογνωμία του καθενός μαρτυρά διαφορετικό χαρακτήρα (ένας φυσιογνωμιστής, εγκληματολόγος κατά προτίμηση, θα είχε να κάνει ένα σωρό παρατηρήσεις), ενώ όλοι τελικά έχουν κάτι κοινό: είναι στρατιώτες που κυκλοφορούν με δανεισμένη ταυτότητα.

Τα πρόσωπα είναι βουβά, όμως εδώ συναντάμε μια σιωπή που δεν συνάδει με την ελευθερία, αλλά με τη σκλαβιά. Η σιωπή τους δεν είναι pause, είναι mute. Δεν είναι αυτόβουλη παύση, είναι μη-ομιλία. Η ιδιαιτερότητα της μη-ομιλίας τους είναι ότι μοιάζουν να την έχουν επιλέξει κι ωστόσο αυτό το γεγονός δεν αρκεί για να την κάνει ελεύθερη πράξη. Κατά κάποιον τρόπο πραγματώνεται ζωγραφικά η άποψη που εκφράζει ο Ετιέν ντε λα Μποεσί, στην «Πραγματεία περί εθελοδουλίας», ότι ο άνθρωπος δεν χάνει την ελευθερία του, κερδίζει τη σκλαβιά του. Ο καλλιτέχνης εδώ μας εκθέτει την κατάσταση που ονομάζει new order, μια νέα τάξη, αλλά τίνος πράγματος; Μια νέα τάξη ελεύθερης σκλαβιάς; Μια νέα τάξη άρθρωσης (και εξάρθρωσης) του λόγου; Μια νέα κοινωνική (ή πολιτική) τάξη που μας απειλεί;

Οι «ήρωες» του Μιχαήλ Τσακουντή δεν είναι τυφλοί, όμως εθελοτυφλούν. Κι αυτό το επιβεβαιώνει η επιλογή τους να μην μιλήσουν. Δεν αρθρώνουν ό,τι βλέπουν, άρα ποτέ δεν θα μάθουμε αν το κατέχουν. Ό,τι βλέπουν πάντως σίγουρα τους κατέχει. Τους κατέχει μια εποχή παρακμής, συμβολικής και πραγματικής, θεσμικής, κυβερνητικής, φυλετικής, κοινωνικής, οικονομικής, αισθητικής βίας. Ο καλλιτέχνης υπογραμμίζει υπαινικτικά με το προσωπικό ύφος του που ανοίγεται σε ένα ευρύτερο αισθητικό όραμα, μέσα από την δική του μοναδική γοτθίζουσα όσο και άχρονη ατμόσφαιρα, ότι όλοι εναλλασσόμαστε στον ρόλο του θύτη και του θύματος, ότι κουβαλάμε τη βία μέσα μας, ότι δεν μπορούμε να αποδράσουμε από τη λίμπιντο, ότι δεν είναι ο κόσμος χωρισμένος στις παρατάξεις του Καλού και του Κακού αλλά η ίδια η ψυχή του κάθε ανθρώπου.