Τα ποιήματα, ένα ποτάμι, ο ποιητής

Τα ποιήματα, ένα ποτάμι, ο ποιητής Facebook Twitter
Εικονογράφηση: Ατελιέ/ LIFO
1

1.

Δούλος ιερός του έρωτα. Ο Γιώργος Ιωάννου (20 Νοεμβρίου 1927-16 Φεβρουαρίου 1985), εκτός από τα τόσο λεπτοδουλεμένα αισθαντικά πεζογραφήματά του, μας δώρισε και ποιήματα. Τριάντα χρόνια από το φευγιό του, τα θυμόμαστε μέσα από έναν καλαίσθητο λιτό τόμο, Ποιήματα 1954-1985, των εκδόσεων Σφεντάμι, που τις βρίσκουμε στη διεύθυνση Χρ. Μπράβου 11, 51200, Δεσκάτη, και στο [email protected]. Η Δεσκάτη είναι η νοτιότερη πόλη της Μακεδονίας και μόνο εύγε έχω να πω για το θάρρος και το μεράκι των ανθρώπων που ίδρυσαν τις εκδόσεις Σφεντάμι. Ακούω τη φωνή του Ιωάννου: «Κλεισμένος είμαι,/ καρτεράω το μήνυμα / Κι άλλα σινιάλα που έκανες / το χέρι που απάνω μου ξεχάστηκε,/ θερμό ιδιαίτερα της χειραψίας σου το σφίξιμο,/ και το φιλί αποχαιρετισμού δεν έμοιαζε.// Ευτυχισμένος πέφτω στο κρεβάτι μου,/ δε νιώθω πια την επανάσταση της σάρκας μου./ Εσύ με νοιάζεις και θα έρθεις κάποτε./ Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους,/ να περπατώ και να μη βλέπω γύρω μου./ Έστω για να με φτύσεις, έλα κάποτε».


2.

Η Κλεφτουριά του Κάτω Κόσμου. Το είχαμε για σύνθημα, λέγαμε Κλεφτουριά, και διαβάζαμε τον Γιώργο Μαρκόπουλο (Μεσσήνη, 1951), και μετά γνωριστήκαμε, φίλοι διαβάτες μια ζωή στα σοκάκια και στα στέκια, στα κουρεία και στα καπηλειά. Έγραψε κι ένα ποίημα για τον Αρδίζογλου, μεγαλείο, κι ένα για τον άλλο βετεράνο του βίου που ξέρει από μεταίχμια, τον Νίκο Φατούρο. Από τον τόμο Ποιήματα 1968-2010 (εκδ. Κέδρος): «Μέσα στα ερείπια / Στον Νίκο Φατούρο / Μέσα στα ερείπια η ιστορία πορεύεται / σαν θραύσμα σαν κλέφτης σαν ψεύτης που πίστεψε σε πόρνη./ Ο ποιητής Μαγιακόβσκυ πήρε μια μέρα το πιστόλι / και έσπασε το βάζο στο τραπέζι του καθρέφτη / και το τζάμι της κουζίνας./ Ο κόσμος συνέχιζε το "χρέος" του / κι αυτός που τόσο γκάριζε σαν ξεκομμένος γάιδαρος / κατάφερε να πάρει τα παπούτσια του από το κόμμα / το παλτό απ' το καθαριστήριο και πιστοποιητικό ταφής./ Και η Μαρία, που ήταν ποίημα,/ έδωσε μια στα αστεία και έσπασε τον κώλο της στον τοίχο / και μπήκε στο επάγγελμα με δέκα./ Αν και προκάλεσε κοινωνικές αντιδράσεις / αργότερα παντρεύτηκε χρηματιστή./ Πόλη μεγάλη με μαύρες καμινάδες / πόλη φτωχή και πλούσια πόλη με μετανάστες στοιβαγμένους / στου λιμανιού τις αποθήκες και στα καπνεργοστάσια./ Να η ζωή σου και η θλιμμένη περηφάνια σου./ Να η μαλαματένια σου γυφτιά στους πέντε δρόμους πεταμένη».


3.

Τα δυσεύρετα χρώματα του τέλους. Σαν ζωγράφος και μουσικός μαζί γράφει ποίηση ο Μανόλης Πρατικάκης (Μύρτος Ιεράπετρας, 1943). Και σαν παρατηρητής των καθημερινών στιγμών. Φίλοι καλοί περνάνε από το νοερό του ατελιέ, γίνονται μοντέλα. Μεγάλος φίλος ο Νίκος Καρούζος. Στέκι αλησμόνητο το Φλάουερ, στην πλατεία Μαβίλη, φάγαμε δυο-τρία διαμερίσματα εκεί, σε ουίσκια και σε βότκες. Γράφει ο Πρατικάκης (στην Εκλογή από το έργο του, εκδ. Καλέντης): «Φλάουερ / Συχνά βρισκόμαστε στο Φλάουερ. Ένα βράδυ μας είπε:/ είδα όνειρο. Ένα δέντρο κοφτερό φύτρωνε στο στήθος./ Τα κλαδιά μού ξέσκιζαν το νου. Οι ρίζες έβγαιναν / από τις φτέρνες, τρύπαγαν την άσφαλτο. Το δέντρο-θηρίο / γκρέμισε το σπίτι κι ήρθε ως εδώ αυτή η πλούσια σκιά. / (Σας μιλώ από πέρα, φευγάτος. Και αυτό είναι η ποίηση.)/ Ήταν εκεί ο Αλφόνσος κι η Εύα, η Αλκοόλη: γνωριμίες παλιές / μέσα του με πίσσα και με άνθρακα./ Η Σούτσου προς τη Δορυλαίου ένας μισοφώτιστος γκρεμός./ Στο βάθος ήτανε το αμπρί: το σπίτι του. Κι αυτός / με αμπέχονο μια λεγεώνα αποδεκατισμένη να συλλέγει / ψιθύρους αγνοούμενους».


4.

Ο χρόνος του απρόσμενου καιρού. Λιτός ο Λίνος, και λυτός. Πάντα ζυγιάζει τις λέξεις, πάντα ελέγχει τις ανάσες, πάντα δουλεύει δεινά τους ρυθμούς. Κι αυτός σαν μουσικός. Στον εξαιρετικά καλαίσθητο τόμο Η θέση του χρόνου (εκδ. Το Ροδακιό), ο Λίνος Ιωαννίδης (Λευκωσία, 1972) συγκεντρώνει τα έως τώρα δώρα του, τις συλλογές που τύπωσε από το 1993 έως σήμερα. Τον γνώρισα από το «Θέμεθλο», ένα τόσο ώριμο ποίημα που με ξεγέλασε ως προς την ηλικία του ποιητή. Όχι, δεν ήταν καμιά εικοσαριά χρόνια μεγαλύτερός μου ο Λίνος, αλλά δώδεκα μικρότερος. Το ποίημα το είχαν μελοποιήσει τα Διάφανα Κρίνα. Ακούστε το: «Διάβαινα την έρημη τη νυχτωμένη πόλη / τους σιδερένιους δίαυλους / των σκουπιδιών τους ύπνους./ Μες στις στοές / αγόγγυχτες χορδές φωνές ριγούσαν / μες στις χολέτρες ψίθυροι / κούρνιαζαν και σιγούσαν./ Ίλιγγος των υπόκοσμων,/ παλμός και προσωδίες,/ αρρωστημένο δύστυχο φτερούγισμα του σκότους./ Αισθάνθηκα τους παγερούς υπόγειους σωλήνες / στα σπλάχνα μου να τρίζουνε φριχτά / και να δονούνται.// Μ' έναν αχνό ανασασμό κι έναν λιτό μανδύα / στης τρέλας μου τη μοναξιά/ στου πόνου μου την ψύχρα / στα πλανεμένα μου μυαλά / και στης ψυχής τη νύστα,/ βυθίστηκα στ' ατάραχα νερά των υδρατμών μου».

Τα βιβλία της εικόνας:

1.Γιώργος Ιωάννου, Ποιήματα 1954-1985, Εκδόσεις Σφεντάμι, Σελίδες: 120

2.Γιώργος Μαρκόπουλος, Ποιήματα, 1968-2010, Εκδόσεις Κέδρος,Σελίδες: 200

3.Μανόλης Πρατικάκης, Εκλογή από το έργο του, Εκδόσεις Καλέντης, Σελίδες: 251

radiobookspotting.blogspot.gr/

1

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ;

Το πίσω ράφι / Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ρωτά: Τι κάνεις αν βρεις 350.000 ευρώ;

Στο μυθιστόρημά του «Η πόλη και η σιωπή», ο διακεκριμένος συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπου που παλεύει να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026)

Guest Editors / Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026): Η γυναίκα που μελέτησε πώς πενθούν οι Έλληνες

Καθηγήτρια επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην Έδρα Σεφέρη του Χάρβαρντ, η επιδραστική ερευνήτρια της ελληνικής γραμματείας έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη.
ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ
Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Βιβλίο / Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Λίγο προτού έρθει στην Ελλάδα, ο σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας μιλά αποκλειστικά στη LiFO για το νέο του μυθιστόρημα «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική αλλαγή, τη μνήμη και τους νέους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Μάκης Μαλαφέκας, συγγραφέας

Οι Αθηναίοι / Μάκης Μαλαφέκας: «Τα social media παράγουν ακατάσχετα μέσους όρους»

Από τα παιδικά χρόνια στη Νεάπολη Εξαρχείων και τα πρώτα διαβάσματα μέχρι τις σπουδές στο Παρίσι και τη συγγραφή αστυνομικών, ο γνωστός συγγραφέας μιλάει στη LiFO για τη χαρά της δημιουργίας, την επιτυχία του «Deepfake» και για το πόσο μοιάζει στον ήρωά του Μιχάλη Κρόκο.
M. HULOT

σχόλια

1 σχόλια
Στη ζωοφόρο της ποίησης του Λίνου Ιωαννίδη, τα γλυπτά φορούν ήλιους, νύχτες, αγρύπνιες και δειλινά σαν φωτοστέφανα αργυρά, που σε κάθε ρωγμή της όρασής μας ξαπλώνουν ραγδαία από το στίχο ως το κορμί, τη θέληση του ποιητή σε ψύχρα, σε νερό και σε χειμώνα. Σε πολιτείες γκρίζες που φέρνουν στη μνήμη την αποφορά των ολοκληρωτισμών, που θυμίζουν έντονα ουτοπίες πλατωνικές, απλωμένη πάνω τους η μεμβράνη παγερής υδατογραφίας που διαπερνά ψυχή και καρδιά. Ο τιθασευμένος λυρισμός του που κυριαρχεί, υπηρετεί, αν όχι στον υπερθετικό, ωστόσο με μεγάλη συνέπεια συγκεκριμένους σκοπούς και χαρίζει λιγότερες στιγμές στην αυθόρμητη φωνή που υπάρχει μέσα του και που θα μας τραβούσε στο άπειρο εσωτερικό του σύμπαν, διάχυτο και ευδιάκριτο παντού: «Έκλεισα τα μάτια. Θυμήθηκα τα γαλάζια πουλιά στα βουνά και τα πράσινα χιόνια της νύχτας»Για τον Λίνο η σύλληψη του χρόνου διακρίνεται στην άρρηκτη συνέχεια ζωής και πεπραγμένων. Μια παντοτινά ανολοκλήρωτη ολότητα που γεφυρώνει τη σκέψη με την ελευθερία της. Συνθήκη πνευματικής ευρυχωρίας όπου καταλύεται κάθε δέσμευση με το εφήμερο και την όποια καταναγκαστική σύμβαση-δημιούργημα στιγμιαίας επιτακτικότητας, άκυρης όμως για τη βαθιά υπαρξιακή αναγκαιότητα της ταυτότητας.....Σε μεγαλύτερη ή σε μικρότερη πυκνότητα, ο χρόνος για τον Λίνο Ιωαννίδη δείχνει να είναι στερεός και καταλύεται από τον Λόγο. Αυτό το γνώρισμα της ποιητικής λειτουργίας που κυριαρχεί παντού, όπως το υγρό στοιχείο στη Θέση Του Χρόνου, μας καλεί να συνυπάρξουμε όπως συνυπάρχουν τα πρόσωπά του, αδιαφορώντας για τις εποχές, τις αποστάσεις και τη χρονική στιγμή, απόντες και παρόντες, ως μια περιφερόμενη ομάδα ανωνύμων: Χωρίς να μιλώ, χωρίς να σημειώνω στο χαρτί τίποτα/ θα ξαναβγώ στην πόλη. Μέσα σε νέα βιβλία ίσως /αντικρίσω εικόνες γνωστών και οικείων προσώπων.