Το τελευταίο βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα ήταν προφητικά αυτοβιογραφικό

Το τελευταίο βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα ήταν προφητικά αυτοβιογραφικό Facebook Twitter
1
Το τελευταίο βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα ήταν προφητικά αυτοβιογραφικό Facebook Twitter
Ο Μένης Κουμανταρέας ήταν αληθινός συγγραφέας και ως τέτοιος ήταν απόλυτα εθισμένος κι εξαρτημένος από τις οριακές στιγμές που τον έθρεψαν... Φωτό: Παντελής Ζερβός/ LIFO

Το να περνάς ανεπίληπτα από την προβλέψιμη όψη των πραγμάτων στα μαύρα σκοτάδια απαιτεί πολλές διαδρομές. Λέξεις, πράγματα, σκέψεις που δεν χωράνε να μπουν σε μια θεωρητική συνθήκη αλλά απαιτούν πράγματα απτά: ανθρώπινες ανάσες μαζί και ήχους, εμμονές και διάχυτες αναμνήσεις. Ο Μένης Κουμανταρέας ήταν αληθινός συγγραφέας και ως τέτοιος ήταν απόλυτα εθισμένος κι εξαρτημένος από τις οριακές στιγμές που τον έθρεψαν. Δεν αρνήθηκε ότι όλα όσα έζησε κι όσα έκανε ήταν ένα αμάλγαμα φαντασίας και πραγματικότητας, αυτής της εύθραυστης ισορροπίας που οφείλει να κρατήσει κάθε συγγραφέας που μάχεται να ανήκει κάπου ανάμεσα στις σελίδες και τη ζωή. Μέχρι τέλους, δηλαδή μέχρι τη στιγμή που εξέδωσε τον σχεδόν αυτοβιογραφικό Θησαυρό του Χρόνου (κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις Πατάκη), αυτή την εικόνα ήθελε να κρατήσει ζωντανή για τον εαυτό του – έναν όμορφο και αγαπησιάρη άνθρωπο που αντλούσε ολεθριότητα από την ανάποδη όψη των πραγμάτων. Αυτό είναι ακριβώς και το θέμα του βιβλίου του – αυτό είναι και το θέμα ολάκερης της ζωής του. Η εύθραυστη ισορροπία που παλεύει να βρει η αλήθεια της ψυχής:

Εάν όσα γράφεις δεν έχουν να κάνουν με εσένα τον ίδιο, τις αγωνίες σου, τις εμμονές σου, όσα παράξενα κι αλλόκοτα αν εφεύρεις, ποτέ σου δεν θα γίνεις πρωτότυπος. Πρωτοτυπία σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου και κανείς άλλος. Διαφορετικά, θα πιάνεις πάντα πάτο – εννόησες;


«Ψυχανεμίζομαι, να μια λέξη ξεχασμένη στο σημερινό λεξιλόγιο, μα που τότε, τα χρόνια εκείνα, την έλεγαν ακόμη, την πρόφεραν με στοργή, είτε οι καλλιεργημένοι είτε ο απλός λαός. Σήμερα, όσοι τύχει να την πούμε την προφέρουμε με μια κρυφή ενοχή, χωρίς απόλαυση. Στα χρόνια εκείνα η απόλαυση –μια και ειπώθηκε αυτή η λέξη– δεν είχε να κάνει με το σημερινό "περνάμε καλά", το "ευχαριστιόμαστε", και τα παρόμοια. Τότε είχε ένα ειδικό βάρος, είτε επρόκειτο για ένα βιβλίο, μια μουσική, είτε για την απόλαυση που δίνει μια συντροφιά ερωτική ή φιλική» γράφει ο ίδιος στον Θησαυρό του Χρόνου. Η λέξη «απόλαυση», επομένως, δεν είχε να κάνει με τη χαρά αλλά μάλλον με εκείνο το λακανικό jouissance – την ηδονή που σου δίνει το φάσμα της οδύνης. Σε αυτή την άνιση μάχη που «ψυχανεμιζόταν» κρυφά και ανίερα τοπία, η ψυχή βουτούσε στο άγνωστο κι έβγαινε λαβωμένη ή διψασμένη για νέες τέτοιες αδιέξοδες συνευρέσεις. Βουτούσε στα βαθιά νερά της αγάπης που του χάριζε η αγαπημένη του γυναίκα Λιλή –στην οποία αφιερώνει το βιβλίο– κι έβγαινε στην αχανή χοάνη των έντονων συγκινήσεων της νύχτας. Στριφογυρνούσε ατέρμονα σε αυτό το θειάφι που καίει τα σωθικά – τρυφερός σύζυγος ή εραστής των αστικών οριζόντων; Διχασμένος μέχρι το τέλος, ο συγγραφέας έμεινε να παλεύει με τη διττή του ταυτότητα, αναζητώντας ταυτόχρονα τη θαλπωρή της συζύγου και την έλξη της ανδρικής σάρκας – «Γλυκό το ξεπόρτισμα, αλλά γλυκύτερη η επιστροφή στο καταφύγιο του σπιτιού. Οι άνθρωποι παραπαίουν ανάμεσα. Όσο όμως κι αν μετανοώ για νυχτερινές απερισκεψίες μου, και κόπτομαι ότι δεν πρόκειται να τις επαναλάβω, άλλο τόσο με τρώει η κούτρα μου και ξαναγυρίζω σε αυτές. Πράγματα μαθημένα από τα διαβάσματα, μα που μόνο όταν τα ζεις καταλαβαίνεις την αδήριτη όσο και μάταιη αναγκαιότητά τους». Το καβαφικό αυτό «ομνύει κάθε τόσο ν' αρχίσει πιο καλή ζωή» πρέπει να επανήλθε πολλές φορές στα χείλη του, όχι ως υπόσχεση προς έναν ψεύτικο εαυτό αλλά προς μια πορεία στην εσωτερική λύτρωση. Άλλωστε, ποτέ δεν κρύφτηκε, ούτε υπήρξε ανειλικρινής με τον εαυτό του ή τη Λιλή για τα ξεπορτίσματά του. Ήξερε ότι η νύχτα κι ο κόσμος δεν είναι παρά ένα τεράστιο, αχανές διαμέρισμα για ανίερες ψυχές που δεν χωράνε ούτε στο κλισέ λευκό του παραδείσου ούτε στα οριστικά προπύργια της κόλασης. Μοιάζει μάλλον με το λίμπο που δεν άφησε ποτέ τον συγγραφέα σε ησυχία, όσο κι αν ζήτησε καταφύγιο στους ήχους από το πιάνο του Bösendorfer ή την αγαπημένη του φιστικί γραφομηχανή Olivetti Lettera 22. Στον Θησαυρό του Χρόνου ο Μένης Κουμανταρέας παίρνει τη θέση ενός συγγραφέα που μπορεί να πουλήσει κάλλιστα την απελευθερωμένη του ψυχή στον διάβολο προκειμένου να κατακτήσει τον κόσμο της γραφής και την εσωτερική ηρεμία. Εξού και στήνει ένα φαουστικό, εντελώς φασματικό alter ego, που ουσιαστικά τον καλεί να απελευθερωθεί από τον διχασμό, φτάνοντας στα όρια (της γραφής ή του έρωτα). Αυτόν το ρόλο ακριβώς επιτελεί ο μυστήριος Αλληλογράφος Αναγνωστόπουλος ή Αναγνώστου που κανείς δεν ξέρει αν υπήρξε ποτέ ή τον φαντάστηκε, αν όντως ξεπήδησε από τις βαρετές μέρες της Στοάς, εισβάλλοντας ξαφνικά στο γραφείο του, αν είναι ο άλλος του εαυτός, το υπερεγώ του, ή ο φαουστικός του απόλυτος ήρωας. Αυτός τον τιθασεύει κάθε φορά που η σάρκα απειλεί τη συγγραφική φαντασία, του χαρίζει λίγες στιγμές έμπνευσης όταν ρέπει στις ευκολίες της νοσταλγίας. Κυρίως, όμως, του λέει ότι οφείλει να παραμείνει αληθινός – άρα απόλυτα βιωματικός. Γι' αυτό και ό,τι γράφει και ό,τι de profundis εξομολογείται ο Κουμανταρέας σε αυτό το βιβλίο δεν είναι υπαινιγμοί αλλά σπαράγματα μιας πραγματικής εσωτερικής διαδικασίας: «Εάν όσα γράφεις δεν έχουν να κάνουν με εσένα τον ίδιο, τις αγωνίες σου, τις εμμονές σου, όσα παράξενα κι αλλόκοτα αν εφεύρεις, ποτέ σου δεν θα γίνεις πρωτότυπος. Πρωτοτυπία σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου και κανείς άλλος. Διαφορετικά, θα πιάνεις πάντα πάτο – εννόησες;». Αυτό του υπαγορεύει ο άλλος φασματικός και απόλυτα συγγραφικός του εαυτός: «Άραγε, τα όσα σοφά άκουγα από τον κύριο Μανώλη Μανωλάκη διά στόματος Αναγνωστόπουλου ή Αναγνώστου να ήταν τάχα οδηγίες για τα δικά μου γραψίματα;».


Κι όντως ήταν. Πώς αλλιώς; Πώς αλλιώς θα μπορούσε να τιθασεύει τις αυθόρμητες λέξεις –αυτά τα λαϊκότροπα στοιχεία με τις ποιητικές παρηχήσεις–, να βάλει σε τάξη την παλαιομοδίτικη αναπόληση του αστού με τους διακαείς πόθους του εραστή της λαϊκότητας; Ο δημιουργικός διχασμός που ο Μένης Κουμανταρέας δόξασε ντύνοντας με χρυσάφι το χθαμαλό δεν ήταν παρά απείκασμα των πραγματικών διλημμάτων που έθεσε και βίωσε στη ζωή του. Κι ίσως αυτή να είναι, τελικά, που τον εκδικήθηκε, δίνοντας ένα άγριο τέλος σε αυτόν που, ειρωνικώ τω τρόπω, ύμνησε και δικαιολόγησε την αγριότητα όσο κανείς. Από τα άγρια εφηβάκια στα Μηχανάκια μέχρι τον Μπιλ Σερέτη της Φανέλας με το 9, αλλά και τα «προσφυγάκια» που του προσφέρουν τη σάρκα τους σε παράνομα ξενοδοχεία στον Θησαυρό του Χρόνου, υπάρχει μια γραμμή που ηρωοποιεί, χωρίς να ωραιοποιεί, το περιθώριο. Σαν άγρια σπαράγματα και σκηνές από ταινίες του Γιάνναρη καταγράφονται αυτές οι νυχτερινές έξοδοι: «Παραμερίζω τις χάντρες που σαν άλλη κουρτίνα σε αραβικό παραμύθι με οδηγεί στα άδυτα του μπαρ, πάντως εγώ το έχω βαφτίσει "Τα Παιδιά της Σωτηρίας", είτε λόγω του Στρατού της Σωτηρίας που αντιπροσωπεύουν αυτά τα παιδιά για τις ψυχές των γκέι πελατών, είτε από το όνομα του Σωτήρη, που είναι ο εύθυμος και αθυρόστομος ιδιοκτήτης. Να τος, που μόλις εισέρχομαι, μου κάνει μεγάλη υποδοχή, σαν να είμαι το τιμώμενο πρόσωπο στην αποψινή σύναξη. Τις προτιμώ κάτι τέτοιες υποδοχές από το να με προσφωνούν σεβάσμιοι ακαδημαϊκοί με γερασμένα πρόσωπα που ποτέ δεν πόθησαν νεανική σάρκα».

Σκαρφαλωμένος, λοιπόν, στην κορύφωση της ερωτικής ηδονής, ο συγγραφέας αρχίζει και μετράει αλλιώς τον χρόνο στην άνιση μάχη με τη φθορά και με έντονη την αγωνία να ξαναβρεί την αρχέγονη έξαψη των νεαρών – μαζί και με τη χαμένη του αγάπη, τη γυναίκα του, η οποία πεθαίνει πριν από αυτόν: «Άλλωστε, δεν με παίρνει πια ο καιρός. Όσο πάει ο χρόνος γίνεται χρυσάφι. Θησαυρός». Οι μέρες χωρίς τη Λιλή –που η ιστορία τους ξεδιπλώνεται αναλυτικά στο βιβλίο– μετρούν αλλιώς, το ίδιο και οι στιγμές του φευγαλέου έρωτα που απλώς τιθασεύουν την αίσθηση του τέλους. «Κλείνουν τα παλιά μαγαζιά. Λιώνουν και τα ροζ πουκάμισα. Λιώνουν κι αυτοί που τα έχουν χαρίσει. Κάπως έτσι τελειώνουν οι μεγάλες φιλίες. Τελειώνουν όλα». Υπέροχη η στιγμή όπου ο συγγραφέας παραθέτει το «Τραγούδι της παγωνιάς» τραγουδισμένο από τον Sting και μεταφρασμένο από τον ίδιο: «Ποια δύναμη είσαι εσύ από τα βάθη που μ' έκανες να σηκωθώ αργά και παρά τη θέλησή μου από τις κλίνες του παντοτινού χειμώνα; Δεν τηράς πόσο άκαμπτος, πόσο άκαμπτος και φορτωμένος χρόνους είμαι μακριά από το να αντέξω την άγρια παγωνιά; Μόλις και μετά βίας μπορώ να κινηθώ και να αναπνεύσω άσε με, άσε με ξανά στο ψύχος του θανάτου».


Ο χρόνος γίνεται ταυτόχρονα αιωνιότητα και στιγμή που ποτίζει τον θάνατο κάθε νοσταλγική ανάμνηση και κάθε σκέψη, μοιάζει με νότα από το τραγούδι που επανέρχεται σαν λαϊτμοτίφ, με μια «Γυμνοπαιδία» του Σατί όπως λέει – ο χρόνος κυλάει στις άκρες του δωματίου με τη χάρη του φωτός. Κι από εκεί απλώνεται στα πέρατα της πόλης που έθρεψε τον Μένη Κουμανταρέα και τον έχρισε αυτόχρημα συγγραφέα της. «Γύρω μας το τοπίο ένα κολάζ από σκηνές της γήινης ζωής μας» γράφει για τις στιγμές μιας ζωής που δεν είναι τελικά παρά ο ουσιαστικός και μοναδικός θησαυρός των σκέψεων του συγγραφέα, οι οποίες σκορπίστηκαν για πάντα στον μύθο της πόλης κι έγιναν αναπόσπαστο τμήμα της. Ακόμα κι αν ποτέ δεν μάθουμε την αλήθεια τους, αρκεί ότι έγιναν ιστορία και ότι ειπώθηκαν με αυτό τον τρόπο – άρα υπήρξαν: «Οι νεκροί παίρνουν τα μυστικά μαζί τους φεύγοντας – καμιά ανακάλυψη της επιστήμης δεν μπόρεσε ούτε θα μπορέσει να το εξιχνιάσει». Γι' αυτό και περισσότερο απ' όλους ο Μένης Κουμανταρέας στο βιβλίο του δοξάζει τον Διονύσιο Σολωμό: «Πάνω από το μνήμα μου κανενός δεν θέλω τη σκιά» γράφει σε αυτή την ωδή στον θάνατο και την ελευθερία. Καμιά σκιά επομένως δεν θα καλύψει τις σκέψεις του, που θα γίνουν μέρος της συλλογικής μνήμης της πόλης, ακριβώς όπως το ήθελε και όπως το υπαγόρευσε στο προφητικά αυτοβιογραφικό κύκνειο άσμα του Ο θησαυρός του χρόνου.

 

 

1

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πόσα μυστικά μπορεί να κρύβει ένας επιτυχημένος γάμος

Βιβλίο / Θοδωρής Καλλιφατίδης: «Η πραγματική εξορία είναι να ζεις χωρίς αγάπη»

Στο μυθιστόρημά του «Φίλοι και εραστές», ο κορυφαίος συγγραφέας, μέσα από την ιστορία ενός Σουηδού μεσήλικα που αναμετριέται με το παρελθόν του, μας ξεναγεί με απλή και μεστή γλώσσα στη δεύτερη πατρίδα του, την πολυπολιτισμική Σουηδία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Πόσο επικίνδυνη είναι η Σάλι Ρούνεϊ;

Βιβλίο / Πόσο επικίνδυνη είναι η Σάλι Ρούνεϊ;

Από τη σύγκρουση με τη βρετανική αντιτρομοκρατική νομοθεσία και την εκδοτική απόσυρση των βιβλίων της έως τη διεθνή αλληλεγγύη, αυτή είναι η ιστορία της Ιρλανδής συγγραφέως που αρνήθηκε να ανταλλάξει την πολιτική της συνείδηση με την ασφάλεια της παγκόσμιας επιτυχίας.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ιωάννα Μπουραζοπούλου: «Μπαίνω στα σκοτάδια των μύθων ατρόμητη»

Βιβλίο / Ιωάννα Μπουραζοπούλου: «Μπαίνω στα σκοτάδια των μύθων ατρόμητη»

Με αφορμή το νέο της βιβλίο, «Φτερούγες κι οπλές στο αστικό δάσος», η συγγραφέας μιλά για τη λογοτεχνία του φανταστικού, την τεχνητή νοημοσύνη, τον έρωτα, κι εκείνη την ανθρώπινη πλευρά που εξακολουθεί να αντιστέκεται σε κάθε αλγόριθμο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Βιρζινί Βιάρ: Το σφάλμα (ή η αμαρτία) να μην είσαι σταρ στη μόδα

Βιβλίο / Βιρζινί Βιάρ: Το θανάσιμο αμάρτημα του να είσαι αόρατη στη μόδα

Η πρώην καλλιτεχνική διευθύντρια της Chanel έγραψε ένα βιβλίο για να υπερασπιστεί τα πέντε χρόνια της δημιουργικής της πορείας. Αντί, όμως, να ενισχύσει τη θέση της, επιβεβαίωσε την έλλειψη πάθους που τη χαρακτηρίζει, καθώς και την αδυναμία της να εμπνέει.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ
Ε.Ε. Κάμινγκς: «Τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα από τη σοφία»

Βιβλίο / Ε.Ε. Κάμινγκς: «Τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα από τη σοφία»

O αντισυμβατικός, ευφυής και διαβόητος Αμερικανός ποιητής, που όσο ζούσε έβλεπε τα βιβλία του να απορρίπτονται και τα ποιήματά του να αποσύρονται, ενώ οι εκδότες τού ζητούσαν να γράφει επεξηγηματικούς προλόγους για να γίνει κατανοητό το ασυνήθιστο ύφος του.
ΜΑΤΟΥΛΑ ΚΟΥΣΤΕΝΗ
Υπάρχει η Αθήνα που αγαπάμε ή είναι μόνο για τουρίστες;

Βιβλίο / Υπάρχει η Αθήνα που αγαπάμε ή είναι μόνο για τουρίστες;

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο ΕΚΠΑ, Δημήτρης Πλάντζος, μιλά για το βιβλίο του «Συνέβη στην Αθήνα», που φέρνει στο φως άγνωστες πλευρές της πόλης και καταγράφει τις αλλαγές στις γειτονιές, που γίνονται όλο και πιο ξένες στους ίδιους τους κατοίκους τους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Η (διαρκώς) απρόβλεπτη ζωή και έργο της Αν Κάρσον

Βιβλίο / Αν Κάρσον: «Οι άνθρωποι που αγαπάμε, ποτέ δεν είναι όπως τους επιθυμούμε»

Η Καναδή συγγραφέας, που τιμήθηκε με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας, άλλαξε τον χάρτη των παγκόσμιων γραμμάτων με την ξεχωριστή γραφή της. Κινήθηκε με απαράμιλλη άνεση ανάμεσα στην ποίηση, το δοκίμιο και το λιμπρέτο, πλάθοντας ένα προσωπικό λογοτεχνικό σύμπαν, όπου η ειρωνεία συνυπάρχει με την ομορφιά και το προσωπικό πένθος συνομιλεί με την οδύνη των κλασικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Βιβλίο / Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Στην «Εκλεκτή των θεών», η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας εμπνέεται από τον βίαιο εκχριστιανισμό της Ευρώπης, και γράφει ένα πρωτότυπο, σκωπτικό και συγκινητικό μυθιστόρημα για την εξουσία και την εμμονή που οδηγεί στο ιδεολογικό μίσος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ

σχόλια

1 σχόλια