TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ
Facebook Twitter

Ο "κίνδυνος του φασισμού" και η γαλλική περίπτωση

Ο "κίνδυνος του φασισμού" και η γαλλική περίπτωση

Με τον ιταλικό, τον ισραηλινό, ή... με τον γαλλικό τρόπο;
 

"Γενικά μιλώντας, στη Γαλλία, παρά την επιδείνωση των παγκόσμιων συσχετισμών δυνάμεων και τον κατακερματισμό των αγωνιστικών μετώπων, τα λαϊκά κινήματα, ό,τι απομένει από το εργατικό κίνημα και οι πολλαπλές συνιστώσες της νέας ριζοσπαστικότητας δεν έχουν υποστεί μια μαζική και ομοιόμορφη ήττα. Δεν υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος να φανταστούμε ότι αυτοί οι πόλοι ανυποταξίας θα εξαφανιστούν από το απλό γεγονός της ανάληψης της εξουσίας από τους νεοφασίστες".


 

Η μανιώδης βιαιότητα της εξουσίας επί των ζώντων Facebook Twitter
Fascismo : inchiesta socialista sulle gesta dei fascisti in Italia. - Milano : Società editrice Avanti!, 1922.


 

Alain Brossat
Ici et Ailleurs, association pour une philosophie nomade

Ο Alain Brossat, (γεννημένος το 1946), είναι διακεκριμένος Γάλλος φιλόσοφος, δοκιμιογράφος και ομότιμος καθηγητής πολιτικής και σύγχρονης φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Paris-8 (Vincennes-à-Saint-Denis). Ανήκει στη γενιά των Γάλλων διανοουμένων που διαμορφώθηκαν πολιτικά και θεωρητικά μέσα από τα γεγονότα του Μάη του '68. Έχει διατελέσει επισκέπτης καθηγητής σε πανεπιστήμια της Γερμανίας, της Χιλής, της Ιαπωνίας και της Ταϊβάν.Έχει εργαστεί επίσης ως μεταφραστής και δημοσιογράφος, ενώ διευθύνει τη σειρά δοκιμίων Esthétiques, culture et politique στις γαλλικές εκδόσεις L'Harmattan.
 


Η μανιώδης βιαιότητα της εξουσίας επί των ζώντων

Με τον ισραηλινό τρόπο;
 

Οι Bréville και Rimbert καλούν τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες του Diplo [στο τεύχος Αυγούστου της Le Monde diplomatique: "Το ισραηλινό μοντέλο της ακροδεξιάς: φασισμός στη Γαλλία – η μεγάλη παρεξήγηση" -σ.σ.] να βγουν από τα στερεότυπα αυτού που οι ίδιοι θεωρούν ως την κατ' εξοχήν κοινοτοπία: τη βεβαιότητα ότι μια νίκη της Εθνικής Συσπείρωσης (RN) στις επόμενες προεδρικές εκλογές θα αποτελούσε μια ρήξη υπό το πρίσμα του "κινδύνου του φασισμού". Πιστεύουν ότι αυτή η προσέγγιση του προβλήματος είναι το δέντρο που κρύβει το δάσος και σκοπεύουν να της αντιτάξουν αυτό που αποκαλούν μια υπόθεση υπό τη μορφή εναλλακτικού σεναρίου. Θα έπρεπε να ξεκινήσουμε με το να ελαφρύνουμε τον εαυτό μας από τις αναφορές σε ιστορικά προηγούμενα (το καθεστώς του Μουσολίνι) και από την εμμονή της επανάληψης, να αποστασιοποιηθούμε από αποκαλυπτικά προαισθήματα – κοντολογίς, να αποστασιοποιηθούμε από τις φαντασμαγορίες που εμπνέονται από τις φρίκες του παρελθόντος για να πλησιάσουμε την παρούσα πραγματικότητα – "μήπως το φάντασμα του φασισμού συσκοτίζει έναν κίνδυνο λιγότερο θεαματικό και πολύ πιο συγκεκριμένο;"

Η ιδέα, λοιπόν, θα ήταν ότι αντί για μια "θεαματική" ρήξη με Πορεία (ή Πορείες) προς τη Ρώμη, παρελάσεις με μελανοχίτωνες και σαδιστικές διώξεις των πολιτικών αντιπάλων, θα βρισκόμασταν πολύ πιο πιθανά αντιμέτωποι με μια "ανεπαισθητη διολίσθηση προς ένα καθεστώς νομικού διαχωρισμού όπου, κάπως όπως στο Ισραήλ, ένα τμήμα του πληθυσμού που θεωρείται αλλογενές θα υποτασσόταν και θα περιοριζόταν σε μια υποτελή θέση μέσω της εφαρμογής ενός ειδικού δικαίου".

Έτσι θα εγκαθιδρυόταν "προοδευτικά", με νόμιμα μέσα που δεν πλήττουν το Σύνταγμα, αντί για ένα στρατιωτικο-αστυνομικό πραξικόπημα, ένα είδος απαρτχάιντ χαμηλής έντασης, ικανό να βρει τη συγκατάθεση ενός σημαντικού μέρους του "αυτόχθονος" πληθυσμού που υφίσταται την επιρροή των ρητορικών περί ασφάλειας και των ξενοφοβικών λόγων που στρέφονται κατά των πληθυσμών που υφίστανται φυλετικές διακρίσεις. Η εθνική προτίμηση θα "νομιμοποιούνταν από την ψήφο" και έτσι θα βρισκόταν η λύση στην εξίσωση που παρέμενε μέχρι τώρα άλυτη: η ολοένα και μεγαλύτερη προσφυγή στη μετανάστευση, σε ένα πλαίσιο όπου αυτή είναι πάντα όλο και πιο απαραίτητη σε ζωτικούς τομείς της οικονομίας, δίνοντας ταυτόχρονα ισχύ νόμου στην αντιμεταναστευτική δημαγωγία —κατά των μεταναστών ή των θεωρούμενων ως τέτοιων— και στη ρητορική της απόρριψης που στοχεύει τους πληθυσμούς αποικιακής καταγωγής.

Για τους Bréville και Rimbert, αυτό το σενάριο είναι απόλυτα ρεαλιστικό, καθώς κινείται στην ίδια κατεύθυνση με τον Κώδικα των Ιθαγενών (Code de l’indigénat) και αντλεί την έμπνευσή του από τα καθεστώτα απαρτχάιντ που εφαρμόζονται τόσο στο Ισραήλ όσο και στην Σαουδική Αραβία και στις άλλες πετρομοναρχίες του Κόλπου.

Συμπερασματικά, προβλέπουν οι συγγραφείς, "χωρίς να φτάσει τόσο μακριά όσο ο κ. Μπενιαμίν Νετανιάχου ούτε να σχίσει το πέπλο των δημοκρατικών προσχημάτων, μια κυβέρνηση της ακροδεξιάς θα διέθετε πολυάριθμα εργαλεία για να αποδώσει στο εκλογικό της σώμα αυτό το “αίσθημα ασφάλειας” που η γειτνίαση με μετανάστες “ελεύθερους και ίσους σε δικαιώματα” τού έκανε να χάσει. Αποκατάσταση της τάξης: αντί για τη στρατιωτικο-αστυνομική οδό του παραδοσιακού φασισμού, η Εθνική Συσπείρωση θα προτιμούσε πιθανότατα εκείνη, την πιο εφικτή, μιας επιχείρησης ταυτόχρονα κατασταλτικής και συμβολικής, η οποία συνίσταται στο να βάλει “τους μετανάστες στη θέση τους".

Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση διαβάζοντας το άρθρο των Bréville και Rimbert είναι το ρητορικό στυλ με το οποίο ξεκινάει: ας αφήσουμε στην άκρη τις μάταιες συζητήσεις, με το βάρος των εικόνων του παρελθόντος και τις ηχηρές λέξεις, για να δούμε την πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, ο φασισμός, ως λέξη, ως ιστορική μορφή, ως εμμονή ή ακόμα και ως φαντασίωση, είναι το δέντρο που κρύβει το δάσος και μας εμποδίζει να λάβουμε υπόψη μας τι διακυβεύεται πραγματικά στην προοπτική μιας ανόδου του RN στην εξουσία με αφορμή τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Με επιμονή, οι συγγραφείς παρουσιάζουν το δικό τους σενάριο ως εναλλακτικό σε αυτό που περιγράφουν ρητά ως ένα αναμάσημα (μηχανικό, τεμπέλικο, υπνοβατικό) του μοτίβου του "κινδύνου του φασισμού". Το μήνυμα είναι σαφές: ας ελαφρύνουμε τον εαυτό μας από όλη αυτή τη γεροντική επαναληπτικότητα (ο τόνος του άρθρου φέρει το ευδιάκριτο σημάδι του νεανισμού, της μόδας της εποχής που είναι ιδιαίτερα αισθητή στον μιντιακό κόσμο) και ας πάμε στην ουσία. Εκείνοι που επαναλαμβάνουν τα ίδια και των οποίων το μυαλό είναι γεμάτο από τις τραυματικές εικόνες του παρελθόντος (Πορεία προς τη Ρώμη, παρελάσεις με μελανοχίτωνες, μουσολινικές κραυγές, δίωξη και ταπείνωση των πολιτικών αντιπάλων...) έχουν ξεπεράσει το όριο ηλικίας και μας κάνουν να χάνουμε τον χρόνο μας. Ας πάμε στα γεγονότα και ας αφήσουμε στην άκρη τις επικλήσεις που είναι γεμάτες με φαντάσματα του παρελθόντος και μαγικές λέξεις.

Ακόμη και αν αφήσουμε κατά μέρος την ελαφρότητα της μεθόδου που στοχεύει στο να κερδίσει την εύνοια των αναγνωστών και αναγνωστριών, παραμένει το γεγονός ότι οι συγγραφείς, μέσα στη βιασύνη τους να μας μυήσουν στα μυστικά της υπόθεσής τους, συγχέουν εδώ δύο πράγματα: τον τρόπο με τον οποίο ο εμμονικός φόβος μήπως το παρελθόν επαναληφθεί είναι ικανός να εμποδίσει μια κριτική αντίληψη του παρόντος από τους ζωντανούς· και τον εγκλωβισμό της κατανόησης του παρόντος στα στενά όρια της καθαρής επανάληψης, που συχνά βρίσκει την παραλυμένη έκφρασή του στο σύνθημα "Ποτέ ξανά!", κάτι που πράγματι μπορεί να οδηγήσει στο να καθοριστεί η αντίληψη του παρόντος από εξορκισμούς και τελετουργίες. Είναι αλήθεια ότι οι ιστορικές διαδικασίες αποκλείουν την καθαρή επανάληψη. Όμως, οι ίδιες οι διαδικασίες διαφοροποίησης του παρόντος από το παρελθόν περιλαμβάνουν στοιχεία επανάληψης ή κυκλικότητας – πρέπει πραγματικά να ζει κανείς στο παρόν μας, εδώ όπως και αλλού, εντελώς στα τυφλά για να μην αντιλαμβάνεται με πόσο μαζικό τρόπο βρίσκονται σε λειτουργία οι αναδρομικές επιδράσεις του φασισμού, με την έννοια ότι αυτός δεν ανάγεται σε μορφές του παρελθόντος, αλλά είναι ζήτημα ροών, συναισθημάτων, διάχυσης, διατάξεων και τοποθετήσεων.

Αλλά πάνω απ' όλα, αυτό που μου φαίνεται επιζήμιο είναι η σύγχυση που προκαλείται εδώ ανάμεσα στην (αρκετά εύκολη) επίθεση εναντίον των μειονεκτημάτων μιας προσέγγισης του παρόντος που είναι αιχμάλωτη του φαντάσματος της καθαρής επανάληψης, και στην υπόδειξη ότι οι έννοιες γενικά αποτελούν εμπόδιο για τη σκέψη – και μάλιστα εδώ, όχι οποιαδήποτε έννοια, αλλά εκείνη του φασισμού· η υπόδειξη σύμφωνα με την οποία, για να είμαστε ευαίσθητοι στη μοναδικότητα του παρόντος, θα έπρεπε να απαλλαγούμε από αυτό το βάρος, το οποίο παρουσιάζεται ως συνώνυμο της ρουτίνας και των παγίδων της σκέψης. Αυτή η υπόδειξη με ξεπερνά, για να το πω κομψά. Μου φαίνεται, αντίθετα, ότι για να σταθούμε στο ύψος των προκλήσεων και των περιπλοκοτήτων του παρόντος, έχουμε περισσότερο από ποτέ ανάγκη από έννοιες και ότι, στην τρέχουσα συγκυρία, η έννοια του φασισμού παραμένει όχι μόνο λειτουργική αλλά και κεντρική, τρεφόμενη από έναν αιώνα κριτικής σκέψης και από τη συλλογική εμπειρία του εργατικού κινήματος και όχι μόνο. Μας ενδιαφέρει πρωτίστως, προκειμένου να δράσουμε στο παρόν και να αντιμετωπίσουμε τις επικείμενες αναμετρήσεις, να ξέρουμε τι ισχύει για την ιστορική επικαιρότητα του φασισμού. Η οντολογία μας για το παρόν δεν μπορεί να παρακάμψει έναν στοχασμό πάνω στη σφοδρότητα του φασισμού σε αυτό το εδώ και τώρα. Τα έτοιμα σχήματα και τα δεκανίκια της πολιτικής επιστήμης και της δημοσιογραφίας μαζί ("ακροδεξιά", "δεξιός λαϊκισμός"...) αποτελούν το διαρκές καταφύγιο της σκέψης του μέσου όρου και των προσεγγίσεών της απέναντι στην κριτική σκέψη η οποία, από την πλευρά της, δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς έννοιες. Όμως, αν υπάρχει μια έννοια που είναι κακόγουστο να απορρίψουμε σήμερα, παρουσιάζοντάς την σαν μια ξεπερασμένη ιδέα, αυτή είναι σίγουρα η έννοια του φασισμού...

Η έκφραση "φιλελεύθερο καθεστώς", δανεισμένη και αυτή από το λεξιλόγιο της δημοσιογραφίας και της πολιτικής επιστήμης, μου φαίνεται ότι επιτείνει εδώ τη σύγχυση. Έχουμε να κάνουμε με ολιγαρχικά καθεστώτα ενδεδυμένα με τον λαμπερό μανδύα του κοινοβουλευτισμού, του πολυκομματισμού και της καθολικής ψηφοφορίας, τα οποία καθορίζονται όλο και περισσότερο από τον προεδρισμό, δηλαδή την υπεροχή της εκτελεστικής εξουσίας έναντι κάθε άλλης μορφής εξουσίας. Αυτά τα καθεστώτα είναι φιλελεύθερα μόνο στον βαθμό που διευκολύνουν τη φιλελεύθερη οικονομία, λειτουργώντας ως στρατευμένοι υποστηρικτές της, εμφορούμενοι από τα νεοφιλελεύθερα και υπερ-φιλελεύθερα δόγματα.

Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό πρέπει να έχουμε κατά νου για να κατανοήσουμε την ευκολία με την οποία αυτά τα καθεστώτα μπορούν να ανοίξουν τις πύλες στους κυβερνητικούς νεοφασίστες. Δεν πρόκειται ούτε για δημοκρατίες ούτε για φιλελεύθερα καθεστώτα με την αγγλοσαξονική έννοια του όρου, και αν υπήρξε ρήξη, αυτή συνέβη προγενέστερα. Υπάρχουν επομένως ξεκάθαρες, στέρεες συγγένειες και συνέχειες, τουλάχιστον από την εποχή του Σαρκοζί, ανάμεσα στα συντηρητικά κόμματα, τις κυβερνήσεις και τους πολιτικούς, και στους νεοφασίστες που έχουν μετατοπιστεί προς το κέντρο, έχουν ψευδο-κανονικοποιηθεί και φοράνε γραβάτα. Δεν αντιπαραθέτω καθόλου αποκαλυπτικά σενάρια δανεισμένα από το οπλοστάσιο των εικόνων του παρελθόντος στην υπόθεση που παρουσιάζουν οι Μπρεβίλ και Ριμπέρ· θεωρώ απλώς ότι η προτροπή τους να απαλλαγούμε από τις παλιές θεωρητικές συζητήσεις περί φασισμού, τις οποίες εξισώνουν με ταλμουδικές σχολαστικότητες, είναι κακός οιωνός. Πιστεύω, επιπλέον, ότι η υπόθεσή τους δεν ευσταθεί από καμία άποψη.

Αυτό που βρίσκω βαθύτατα μη ρεαλιστικό στο σενάριο που παρουσιάζουν οι Bréville και Rimbert είναι η έννοια που συμπυκνώνεται στην επαναλαμβανόμενη χρήση του επιθέτου "προοδευτικός" και στη συνέχεια του επιρρήματος "προοδευτικά", σε συνδυασμό με την εικόνα μιας εγκαθίδρυσης του RN στην εξουσία που μοιάζει με κυριακάτικη εκδρομή στις όχθες του Μάρνη που θα του επέτρεπε να αφοσιωθεί με απόλυτη ηρεμία στην εφαρμογή ενός "απαρτχάιντ 2.0". Κι όλα αυτά τυπικά, χωρίς να πληγεί το Σύνταγμα ούτε όμως και να αφυπνιστεί ο καλός λαός από τον λήθαργό του. Αυτό το σενάριο στρέφει φυσικά το βλέμμα προς την ιταλική κατάσταση και τον τρόπο με τον οποίο το νεοφασιστικό μόσχευμα που πραγματοποίησε η Μελόνι στη δημοκρατία της αγοράς φαίνεται να έγινε χωρίς εμφανή ρήξη, χωρίς να προκαλέσει καμία κοινωνική ή πολιτική αναταραχή ή κλυδωνισμό.

Εδώ, ακριβώς, πέφτει κανείς στην παγίδα της καθαρής επανάληψης που οι συγγραφείς του άρθρου καταγγέλλουν ως το κατ' εξοχήν κακό συνήθειο, όταν αναφέρονται στους εμμονικούς φόβους εκείνων που έχουν στο μυαλό τους μόνο το μοτίβο της φασιστικής ρήξης. Κι αυτό γιατί τίποτα δεν μας λέει ότι το σενάριο της Μελόνι θα επαναληφθεί αναγκαστικά και στη Γαλλία, υπό τις συνθήκες μιας νίκης της Λεπέν ή του Μπαρντελά. Η Ιταλία των τελευταίων δεκαετιών γνώρισε ένα Καπορέτο [η μάχη του Καπορέττο το 1917 ανάμεσα στην Ιταλία και στους στρατούς της Αυστροουγγαρίας και της Γερμανίας έληξε με πανωλεθρία του ιταλικού στρατού -σ.σ.] των ταξικών αγώνων, της λαϊκής μαχητικότητας και μια κατάρρευση των μηχανισμών της θεσμικής αριστεράς που δεν συγκρίνεται με τίποτα στη Γαλλία, παρά τα όσα έχουν συμβεί.. Ένα μόνο παράδειγμα: στη Γαλλία, η πανωλεθρία της κυβερνητικής σοσιαλδημοκρατίας είχε σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση ενός κόμματος το οποίο, αν και προέρχεται από την ίδια μήτρα, δεν παύει να ενσαρκώνει, τόσο στα μάτια των ελίτ όσο και της λαϊκής κοινής γνώμης, μια κάποια ριζοσπαστικότητα -την Ανυπότακτη Γαλλία (LFI). Ένα τέτοιο φαινόμενο, ό,τι κι αν πιστεύει κανείς γι' αυτό, δεν βρίσκει το αντιστοιχό του στην Ιταλία. Και αυτό που επέτρεψε στον μελονικό νεοφασισμό να εγκατασταθεί σε βάθος χρόνου με κάποια επιτυχία και πρωτίστως να παγιώσει την επίφαση μιας πλήρους εναρμόνισης με τον δημοκρατικό θεσμό, αυτό που κατέστησε εφικτό αυτόν τον υγιεινό περίπατο των νεοφασιστών στην Ιταλία, είναι η προηγούμενη εξαέρωση όλων των μηχανισμών και των μέσων που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια αντίσταση στην ύπουλη θεσμοποίηση αυτού του light, αν και όχι λιγότερο τοξικού, φασισμού, εγκεκριμένου από τις ελίτ της Ευρώπης των Βρυξελλών.

Στη Γαλλία, τα πράγματα παρουσιάζονται αρκετά διαφορετικά, για μια σειρά από λόγους. Ο ρεβανσισμός, που ψήθηκε και ξαναψήθηκε στο ζουμί των διαδοχικών αποτυχιών των Λεπέν στις προεδρικές εκλογές, είναι το γόνιμο έδαφος μιας νίκης που είναι επιτέλους εφικτή τον Μάιο του 2027. Πρόκειται για ένα συλλογικό συναίσθημα που έρχεται από μακριά, το οποίο κουβαλάει μαζί του ματαιώσεις και τη μνήμη ηττών που ανάγονται ακόμη και πριν από τη Δωσιλογική Κυβέρνηση του Βισύ και τους αποικιακούς πολέμους· η ενίσχυση κι ακόμη περισσότερο η θεσμοποίηση του ρήγματος που χωρίζει τους φαντασιακούς αυτόχθονες από εκείνους που νοούνται ως υποτελείς είναι βεβαίως ένα κύριο συστατικό και καύσιμο αυτού του ρεβανσισμού, αλλά απέχει πολύ από το να αποτελεί το μοναδικό του στοιχείο. Αυτό που στοχεύει αυτό το συνονθύλευμα είναι μια συνολική Παλινόρθρωση, ένα αστυνομικό καθεστώς στραμμένο προς την αποκατάσταση της τάξης σε όλες τις σφαίρες της ζωής, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας ηθικής, της θρησκείας, του πολιτισμού, της εκπαίδευσης... αυτή η Παλινόρθρωση εναρμονίζεται εξάλλου απόλυτα με τους στόχους των κυρίαρχων της οικονομίας που έχουν ασπαστεί τα δόγματα και τις συνταγές του νεοφιλελευθερισμού. Ένας τραμπισμός αλά γαλλικά, που λαμβάνει υπόψη τις γεωπολιτικές ιδιαιτερότητες της Γαλλίας, σημαίνει κάτι πολύ βαθύτερο από το να γίνει νόμος του κράτους το κυνήγι των μεταναστών και να μπουν στο περιθώριο οι υποτελείς που προέρχονται από τον Παγκόσμιο Νότο και τις παλιές αποικίες.

Αυτό το σχέδιο χαράσσει αυτόματα μέτωπα και γραμμές συγκρούσεων. Είναι τόσο πολύς ο καιρός που ένα σημαντικό κομμάτι της αστυνομίας, του στρατού και των άλλων κατασταλτικών μηχανισμών περιμένει την ώρα του, δηλαδή να βρεθούν στα πράγματα άνθρωποι που επιτέλους θα τους το πουν ξεκάθαρα: στο εξής, έχουν λευκή επιταγή και είναι οι κυρίαρχοι της εποχής! Αναπόφευκτα, τα περιστατικά που σχετίζονται με την υποτιθέμενη διατήρηση της τάξης και τις πραγματικές βιαιότητες που ασκούν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί θα πολλαπλασιαστούν, συντηρώντας ένα κλίμα, αν όχι εμφυλίου πολέμου, τουλάχιστον διαρκούς έντασης ανάμεσα όχι μόνο στους μη λευκούς αλλά σε ολόκληρα στρώματα του πληθυσμού και τα όργανα της εξουσίας, αποθρασυμένα και σίγουρα για την ασυλία τους.

Γενικά μιλώντας, στη Γαλλία, παρά την επιδείνωση των παγκόσμιων συσχετισμών δυνάμεων και τον κατακερματισμό των αγωνιστικών μετώπων, τα λαϊκά κινήματα, ό,τι απομένει από το εργατικό κίνημα και οι πολλαπλές συνιστώσες της νέας ριζοσπαστικότητας δεν έχουν υποστεί μια μαζική και ομοιόμορφη ήττα. Δεν υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος να φανταστούμε ότι αυτοί οι πόλοι ανυποταξίας θα εξαφανιστούν από το απλό γεγονός της ανάληψης της εξουσίας από τους νεοφασίστες. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι η αυξημένη και αναπόφευκτη βιαιότητα στην άσκηση της εξουσίας από αυτούς τους ανθρώπους θα αποτελέσει κίνητρο για τους αγώνες, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο το έργο του παλινορθωτικού κόμματος. Όλα δείχνουν, λοιπόν, πως αν αυτό το κόμμα κατάφερνε να πάρει στα χέρια του τους μηχανισμούς του κράτους μέσα από τις εκλογές, θα χρειαζόταν να πλεύσει σε μια ταραγμένη θάλασσα, γεγονός που καθιστά ελάχιστα πιστευτή την υπόθεση ότι ανοίγεται μπροστά του μία λεωφόρος "που θα επιτρέψει τη σταδιακή εγκαθίδρυση ενός διαφοροποιημένου νομικού καθεστώτος το οποίο θα κατοχύρωνε την υπεροχή των αυτόχθονων [χωρίς εισαγωγικά] έναντι των νεοεισερχομένων".

Θα ήθελα να επανέλθω σε ένα τελευταίο σημείο: δεν βλέπω πραγματικά πώς, ακόμη και υπό τις συνθήκες όπου οι νεοφασίστες θα ήλεγχαν πλήρως την εκτελεστική εξουσία και θα κυριαρχούσαν στη νομοθετική, προσπαθώντας ταυτόχρονα να κρατήσουν υπό έλεγχο τη δικαστική, θα μπορούσαν να καταφέρουν να δώσουν ισχύ νόμου στην εθνική προτίμηση υπό τις συνθήκες που περιγράφουν οι Μπρεβίλ και Ριμπέρ, χωρίς να εκβιάσουν με κανέναν τρόπο τους θεσμούς ούτε να πλήξουν το Σύνταγμα. Αυτό που δεν μου αρέσει στο σενάριο που παρουσιάζουν οι δύο δημοσιογράφοι είναι ότι μοιάζει με μεταφορά εκείνου του Καρλ Κάουτσκι και των μιμητών του, υπό συνθήκες όπου δεν είναι οι σοσιαλδημοκράτες που αναλαμβάνουν τα πράγματα μέσω της εκλογικής οδού (ξεπερνώντας το μυθικό όριο του 50%), αλλά οι νεοφασίστες: όλα κυλούν ειρηνικά, γεγονός που θα τους επιτρέψει να στρωθούν στη δουλειά με απόλυτη ηρεμία για την εφαρμογή των μεγάλων μεταρρυθμίσεών τους – τις κρατικοποιήσεις στη ρεφορμιστική προοπτική, την εθνική προτίμηση σε εκείνη των νεοφασιστών. Αλλά αυτό είναι πολιτική επιστημονική φαντασία, και γενικά δεν συμβαίνει τόσο "προοδευτικά" - το είδαμε στην Ελλάδα με τον Τσίπρα, όσον αφορά τη σοσιαλδημοκρατική ή παρόμοια εκδοχή της (υποτιθέμενης) κατάκτησης της εξουσίας. Αυτό που δεν μου αρέσει στο σενάριο που παρουσιάζουν οι Μπρεβίλ και Ριμπέρ είναι ότι ομαλοποιεί καθ' υπερβολή την άνοδο των νεοφασιστών στην εξουσία, προϋποθέτοντας ότι μόλις βρεθούν στο τιμόνι του κράτους, θα έχουν όλη την άνεση να επικεντρωθούν στην υιοθέτηση ενός νόμου που θα θεσπίζει μια μορφή απαρτχάιντ στοχευμένου εναντίον των μετααποικιακών ομάδων του πληθυσμού, εκείνων στους οποίους αποδίδεται το στίγμα της πολιτισμικής ασυμβατότητας. Είναι ένα σενάριο ηττοπαθές, το οποίο φαίνεται να θεωρεί δεδομένη μια άμεση και, κατά κάποιο τρόπο, φυσική κανονικοποίηση της νεοφασιστικής διακυβέρνησης. Εδώ και πάλι, η αυτονόητη σύγκριση με το ιταλικό σενάριο παραπλανά.

Και έπειτα, πάνω απ' όλα, το άρθρο του Diplo δεν μου εξήγησε πώς, ακόμη και με το πιο ευμενώς διατεθειμένο Συνταγματικό Συμβούλιο, θα μπορούσε να ψηφιστεί στο Κοινοβούλιο και στη συνέχεια να επικυρωθεί οριστικά ένας νόμος όπου μια αμετάκλητη διαχωριστική γραμμή θα περνούσε ανάμεσα σε έναν κάτοχο διπλής υπηκοότητας, όπως η περίπτωση του γιου μου (Γάλλος και Ταϊβανέζος), και σε κάποιον από τους φίλους του (Γάλλος και Τυνήσιος, χωρίς αυτό να τον καθιστά περισσότερο μουσουλμάνο) – με τον πρώτο να είναι κατάλληλος για τη δημόσια διοίκηση (πράγμα που ο Θεός να φυλάξει...) και τον δεύτερο να αποκλείεται από αυτήν. Επειδή περί αυτού ακριβώς πρόκειται, στην πράξη, όταν οι Μπρεβίλ και Ριμπέρ αναφέρονται στην ιδέα μιας νομοθεσίας που θα τιμωρεί "μια δημοκρατική ασυμβατότητα των μουσουλμανικών πληθυσμών". Οι έλεγχοι ταυτότητας με βάση τα χαρακτηριστικά του προσώπου, οι διακρίσεις στην απασχόληση, η παρενόχληση όσων φέρουν υποτιθέμενα "διακριτικά σημάδια καταγωγής", είναι ένα πράγμα, και αυτό προφανώς θα χειροτέρευε και θα συστηματοποιούνταν με μια αστυνομία υπό τις διαταγές του μιάσματος του RN. Αλλά ο νόμος είναι, παρ' όλα αυτά, κάτι κάπως διαφορετικό, και η ιδέα ενός σταδιακού εξισραηλισμού της γαλλικής κοινωνίας, δηλαδή της θεσμοποίησης ενός απαρτχάιντ, έστω και mezza voce ως καρδιά του κυβερνητικού σχεδίου του RN, αυτό είναι μάλλον ο ανεμόμυλος, το σενάριο πανικού. Το λιγότερο που μπορεί κανείς να προσδοκά είναι ότι αν οι κυβερνητικοί φασίστες στρώνονταν σε ένα τέτοιο σχέδιο, αυτό δεν θα περνούσε σαν να μην τρέχει τίποτα  -δεν ανέφερα το διεθνές περιβάλλον το οποίο, σε αυτή την περίπτωση, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη.

Κι εν τέλει, η τεράστια ζημιά που προκαλεί αυτή η υπόθεση είναι ότι υποδηλώνει πως, σε τελική ανάλυση, για εμάς τους λευκούς που δεν είμαστε υπερβολικά ή ανοιχτά ανατρεπτικοί, τα πράγματα δεν θα άλλαζαν και πολύ και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να ασχολούμαστε αρκετά ήρεμα με τις δουλειές μας. Φυσικά, θα καλούμασταν να εκδηλώσουμε την αγανάκτησή μας όταν οι υποτελείς θα "έμπαιναν στη θέση τους" κάπως υπερβολικά βάναυσα ή συστηματικά, αλλά σε τελευταία ανάλυση, δεν θα μας αφορούσε άμεσα (καθώς δεν θα υπήρχε κατακλυσμιαία ρήξη!) η αλλαγή του καθεστώτος (η οποία, κατά βάθος, δεν θα ήταν καν αλλαγή). Αν λοιπόν καλούμασταν να κινητοποιηθούμε και να αντισταθούμε, αυτό θα γινόταν σε τελική ανάλυση κυρίως για να υπερασπιστούμε την υπόθεση του άλλου, του υποτελή, και μάλιστα μέσα από την ανθρωπιστική μας ιδιότητα ως θεματοφύλακες των παγκόσμιων αξιών. Ειλικρινά, αυτό το σενάριο βρωμάει, μαρτυρά μια βαθιά "ειρηνική" άγνοια του γεγονότος ότι η άνοδος των φασιστών στην εξουσία, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, σημαίνει τη μανιώδη βιαιότητα της εξουσίας επί των ζώντων, όλων των ζώντων, έστω και με διαφοροποιημένη μορφή, την δυναμική επιστροφή του σκοταδισμού και τη φυγή στο φαντασιακό υπό όλες του τις μορφές – και εκεί, όλοι ανεξαιρέτως επηρεάζονται, omnes et singulatim.

Το συμπέρασμα του άρθρου των δημοσιογράφων, που αφήνει τον αναγνώστη στα κρύα του λουτρού, κινείται προς αυτή την κατεύθυνση: "Για να πολεμήσει [αυτό το σχέδιο ενός απαρτχάιντ αλά γαλλικά], η αριστερά διαθέτει μια πολιτική πυξίδα, ένα πρόγραμμα και ένα σύνθημα: ισότητα". Αυτό είναι όλο; Έτσι προετοιμάζεται κανείς για να αντιμετωπίσει μια νεοφασιστική εξουσία; Αλλά ξεχνούσα: ας μην ξυπνήσουμε τους νεκρούς προφέροντας βαρύγδουπες λέξεις (η ισότητα είναι κάτι άλλο – είναι χαραγμένη στις προσόψεις των δημαρχείων, αναδύει το άρωμα της μίας και αδιαίρετης Δημοκρατίας).

Αλμανάκ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ