Νοέμβριος 2006. Δύο και κάτι χρόνια μετά την τελετή έναρξης της Ολυμπιάδας της Αθήνας ο Δημήτρης Παπαϊωάννου επιστρέφει στην αθηναϊκή καλλιτεχνική δράση. Έπειτα από πολύμηνες οντισιόν και πρόβες, ανεβάζει στη σκηνή του ανακαινισμένου Παλλάς 22 ερμηνευτές και μας ψιθυρίζει μια μπαλάντα για τα αγόρια.
Θέλει να αφηγηθεί μια ιστορία προσωπική και οικουμενική, να ξανασυναντήσει τα βλέμματα των νέων θαυμαστών που του υποκλίθηκαν από οθόνης στις 13 Αυγούστου 2004 αλλά κι εκείνων των παλιών συγγενών από την Ομάδα Εδάφους, την Κατάληψη, τις άγουρες καλλιτεχνικές του ανησυχίες.
Έτσι, σε μια βραδιά περνά από το παγκόσμιο πλήθος στους «2».
Από τον ιπτάμενο έρωτα σε κοινή θέα στα πιο ενδόμυχα ένστικτα.
Από την εξιστόρηση του παρελθόντος στην αλήθεια της σημερινής αναπόφευκτης φθοράς και της πτώσης.
Από την αρμονία του αρχαίων πολιτισμών, στην ορμή που ξεπηδά από μια βαλίτσα και το άγγιγμα σε ένα σακάκι.
Από τη ζωντανή αναπαράσταση της ιστορίας στον κυλιόμενο διάδρομο με τους άνδρες που περνούν και χάνονται.
Δύο και κάτι χρόνια μετά την τελετή έναρξης της Ολυμπιάδας της Αθήνας ο Δημήτρης Παπαϊωάννου επιστρέφει στην αθηναϊκή καλλιτεχνική δράση. Έπειτα από πολύμηνες οντισιόν και πρόβες, ανεβάζει στη σκηνή του ανακαινισμένου Παλλάς 22 ερμηνευτές και μας ψιθυρίζει μια μπαλάντα για τα αγόρια.
Από το μινιμαλισμό του Καλατράβα στο ανακαινισμένο αρ ντεκό Παλλάς.
Από την αποθέωση της καλοκουρδισμένης μηχανής, στη σκηνή της ανέφικτης σύμπτωσης.
Από την πολυεθνική παρέλαση προς μια κοινή πορεία, στις δυο φιγούρες που έτρεχαν να συναντηθούν βαδίζοντας σε αντίθετες κατευθύνσεις.
Από το βέλος που έβαλε φωτιά στους πέντε Ολυμπιακούς Κύκλους στο κέντρο του σταδίου, στο φευγαλέο άναμμα ενός τσιγάρου.
Από την Μπιορκ στη Μέριλιν.
Από τα κυκλαδικά ειδώλια, στα φετιχιστικά αντικείμενα και στις εικόνες από τη μαζική κουλτούρα.
Από τον «Νυχτερινό περίπατο» του Χατζιδάκι στο ηλεκτρονικό χάσιμο του Κ. Βήτα.
Από τη συνύπαρξη των χιλιάδων, στην κοινή μας μοναξιά.
Από την καρδιά του κόσμου που ακούσαμε να χτυπά στο Ολυμπιακό Στάδιο στην εσωτερική φλόγα 22 ανδρών.
Τίποτα δεν ήταν ίδιο για τον Δημήτρη Παπαϊωάννου το 2006. Ο κορυφαίος δημιουργός, που μέσα σε μια νύχτα έγινε, μέσω της τελετής έναρξης, ο εθνικός μας χορογράφος, επέστρεφε μετά τον ολυμπιακό θρίαμβο στη μικρή κλίμακα με την ευχή (όπως είπε στη LiFO εκείνο τον Νοέμβριο) «να αφήνει με αυτήν τη δουλειά στην άκρη την αλαζονεία της αισθητικής».
Σε μια εποχή που στη χώρα άρχιζε το ξήλωμα όλων εκείνων που θεμελίωσαν τα προηγούμενα χρόνια το ελληνικό ολυμπιακό όνειρο, μια κλωστούλα από το φόρεμα της Μπιορκ (που δεν άνοιξε) απλωνόταν στον ουρανό της Αθήνας και ένωνε τις δύο εποχές του Δημήτρη Παπαϊωάννoυ.
Κι εκείνος, με τόλμη κι αυτοπεποίθηση, στην πρώτη συνάντησή του με το πλατύ κοινό, μας καθησύχαζε πως θα είναι εκεί και στο μέλλον και μας έδειχνε πως πλάκα έχει να βρίσκεις τον πιο ευφάνταστο τρόπο να ανάψεις την ολυμπιακή φλόγα, αλλά η αληθινή ζωή θα είναι πάντα ο τρόπος που φυσάμε τον καπνό ο ένας στο στόμα του άλλου.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.