Ο Λέττε αποφασίζει να αλλάξει το πρόσωπό του επειδή είναι άσχημος. Ύστερα από την επέμβαση όλοι θέλουν να του μοιάσουν. Στο τέλος όλη η ανθρωπότητα θα έχει το ίδιο πρόσωπο...

 

Τι κάνει τον άνθρωπο, άνθρωπο; Αυτό το ερώτημα διατρέχει όλο το έργο. «Ο Άσχημος» μπορεί να εκληφθεί σαν φιλοσοφική αλληγορία αλλά και σαν ευφυής φάρσα που εναλλάσσει το χιούμορ με το στοιχείου του τραγικού. Οι διάλογοι είναι γρήγοροι και αιχμηροί.

 

Στο φόντο υπάρχει η ένταση ανάμεσα στον καπιταλισμό και την ανθρώπινη μοναξιά. Οι μεταβάσεις στον χώρο και τον χρόνο είναι ρευστές, οι ηθοποιοί παίζουνε πολλαπλούς ρόλους και οι θεατές μεταφέρονται σχεδόν χωρίς να το καταλαβαίνουν σε ένα τοπίο όπου τα σύνορα της πραγματικότητας και του εφιάλτη συμπίπτουν.

 

Στο έργο του απολαυστικά αιχμηρού και καυστικού Μάριους φον Μάγενμπουργκ «Ο Άσχημος» βρίσκει κανείς ψήγματα του «Ρινόκερου» του Ιονέσκο, του Πυγμαλίωνα του Οβίδιου, του Φρανκεστάιν και του «Όπως σας αρέσει» του Σαίξπηρ. Κριτική μιας κοινωνίας του φαίνεσθαι που μοστράρεται στον καθρέφτη και το είδωλό της επιστρέφει θολό, «Ο Άσχημος» μας κάνει να αναρωτηθούμε: Τι μένει από τις αξίες αν αφαιρέσουμε την επίστρωση, τι υπάρχει πίσω από το φαίνεσθαι...

 

Η μεγάλη επιτυχία της βερολινέζικης Σαουμπίνε σκηνοθετημένη από τον Δημήτρη Λάλο μετά από μια σειρά από sold out και εξαιρετικές κριτικές, επαναλαμβάνεται πιο μαύρη και καφκική.