Οι ήρωές μας δύο ζευγάρια, συνέταιροι και φίλοι, ανικανοποίητοι σύζυγοι που καταφεύγουν σε ένα «ξενοδοχείο παράνομων συναντήσεων» για να εκδικηθούν τα ταίρια τους.


Από τη μια, οι Πινγκλέτ: µετρούν 20 χρόνια γάμου και περίπου άλλα τόσα ανυπόκριτης κούρασης σε βαθμό αηδίας. Ο εργολάβος Μπενουά Πινγκλέτ καταπιέζεται, συνθλίβεται, από την Ανζελίκ, τη δύστροπη σύζυγό του, μία μέγαιρα που τον έχει ευνουχίσει και που δεν έχει τίποτε το αγγελικό.


Από την άλλη, οι Παλιαρντέν: αυτοί είναι παντρεμένοι 15 χρόνια και σε αυτή την συζυγική σχέση το πάθος δεν είχε διάρκεια. Ο κύριος παραμελεί την κυρία. Εκείνη, ανικανοποίητη και πικαρισμένη από την αδιαφορία του συζύγου της, πείθεται από το συνεταίρο και φίλο τους να ενδώσει στη μοιχεία για να δώσει ένα παραδειγματικό μάθημα στο αδιάφορο έτερο της ήμισυ.


Γύρω από αυτήν την απολαυστική τετράδα, κινούνται ένας επαρχιώτης δικηγόρος, βραδύγλωσσος και κολλιτσίδα, φορτωμένος με τις τρεις καθόλου συμπαθητικές κορούλες του που μόλις έχουν βγει από το μοναστήρι, ένας ανιψιός ακόμη παρθένος, και μία καθόλου ντροπαλή υπηρέτρια.


Όλοι αυτοί θα βρεθούν, στην οδό Προβηγκίας, αριθμός 220, σε ένα ξενοδοχείο «ειδικό για παντρεμένους κατά ζεύγος, κατά μόνας ή κατά ομάδας».


Σε όποια κατεύθυνση όμως και να στραφούν οι ήρωες στο ξενοδοχείο αυτό, που εγγυάται στα παράνομα ζευγάρια «ασφάλεια και διακριτικότητα», όποια σκάλα κι αν ανέβουν, σε όποιο δωμάτιο και να μπουν, πάντοτε βρίσκουν μπροστά τους ανθρώπους που δεν θέλουν να συναντήσουν και που τους φράζουν κάθε διέξοδο. Ο διευθυντής του ξενοδοχείου και η ιδιαίτερη αδελφή του, ένας αστυνομικός επιθεωρητής που καραδοκεί να ξεσκεπάσει την αμαρτία, όλοι συνθέτουν το σκηνικό της θεοπάλαβης αυτής φάρσας.