Βασισμένες στο «Κουκλόσπιτο» του Χένρικ Ίψεν οι «Κούκλες» του Νικόλα Ανδρουλάκη ανεβαίνουν στο Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά.

 

Ο Ανδρουλάκης, στα πλαίσια συνεργασίας της νέας καλλιτεχνικής ομάδας Ντουέντε, μεταγράφει και σκηνοθετεί το κλασικό έργο, με ένα σύνολο γυναικών να υποδύονται όλους τους ήρωες του έργου.

 

«Ένα κουκλόσπιτο. Δέκα γυναίκες. Ένας χορός κέρινων ομοιωμάτων. Ή αμαζόνων σε εγρήγορση. Όλες νεαρές. Όλες αλαβάστρινες. Όλες κούκλες. Κι όλες τους είναι μητέρες. Κόρες. Σύζυγοι. Αδελφές. Φίλες. Ερωμένες. Ξένες. Μαριονέτες κι επαναστάτριες. Σε ένα ταμπλό βιβάν γυναικείας χειραφέτησης. Μια στρατιά υπεραιωνόβιες Νόρες βγαίνουν από το κεχριμπάρι τους, εξερευνούν η μία την άλλη κι όλες μαζί χειραγωγούνται από τον δημιουργό τους.

 

Ακριβώς 140 χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση του Κουκλόσπιτου του Χένρικ Ίψεν, το έργο που τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα των κοινωνικών δεδομένων αιώνων, για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, αναθεωρείται από την ίδια την ηρωίδα του.

 

Και τα πολλαπλά καθρεφτίσματά της, στη γυναίκα του 21ου αιώνα. Και μετατρέπεται σε συγκρουσιακό συλλογικό αφήγημα –αφορμή για την προσωπική ρωγμή κάθε Κούκλας. Κι η Νόρα πέθανε. Κι η Νόρα δεν υπήρξε ποτέ. Και ζήτω η Νόρα.

 

Με ένα ensemble γυναικών να συνθέτουν –ως χορός που μεταλλάσσεται- όλους τους ήρωες του έργου, συνομιλώντας ταυτόχρονα –σαν σε παράβαση- με έργα ορόσημα που σμίλεψαν ηρωίδες εμβληματικές. Κάθε Νόρα αυτού του μουσείου κέρινων ομοιωμάτων κουβαλά τριπλή ταυτότητα.

 

Μια φανερή, μια κρυφή και μία που δεν έχει ανακαλύψει ακόμα. Σε έναν οίστρο του συλλογικού ασυνείδητου της σύγχρονης γυναίκας. Με το κορμί μιας νεαρής χορεύτριας και τη φωνή μιας νεαρής σοπράνο ν' αντανακλούν όσα μένουν από ένα κουκλόσπιτο σε ένα παιδί».