Στις 23 Οκτωβρίου 2002, 42 Τσετσένοι εισέβαλαν στο θέατρο Ντουμπρόβκα στη Μόσχα. Διέκοψαν την παράσταση του μιούζικαλ «Νορντόστ» και κράτησαν ως ομήρους 850 άτομα. Το αίτημα τους ήταν να αποχωρήσουν τα ρώσικα στρατεύματα από την Τσετσενία.

 

Χωρίς να καταβάλει καμία σοβαρή προσπάθεια να δώσει αναίμακτο τέλος στο δράμα των ομήρων, η ειδική αντιτρομοκρατική ομάδα εισέβαλε στο θέατρο. Η επιχείρηση ήταν επιτυχής, λένε οι μυστικές υπηρεσίες. Ήταν μια αιματοχυσία, λένε οι σχολιαστές. Η ομηρία κράτησε 57 ώρες και στοίχισε τη ζωή σε 170 ανθρώπους.

 

Σε μια επίσημη ομιλία στη τηλεόραση ο πρόεδρος Πούτιν είπε: «Αποδείξαμε πως κανένας δεν μπορεί να αναγκάσει τη Ρωσία να γονατίσει». Ζήτησε συγνώμη από τις οικογένειες των θυμάτων με τα λόγια: «Δεν μπορέσαμε να τους σώσουμε όλους – παρακαλώ συγχωρήστε μας.» Την επόμενη Δευτέρα την ανακήρυξε ως Ημέρα Εθνικού Πένθους.        

    

Για κάθε νεκρό όμηρο η κυβέρνηση πλήρωσε το ποσό των 3150 ευρώ. Οι επιζήσαντες πήραν τα μισά. Από 76 μηνύσεις για ψυχική οδύνη, τις 65 τις απέρριψε ένα δικαστήριο της Μόσχας. Έντεκα περιπτώσεις κέρδισαν αποζημιώσεις ανάμεσα σε 80 και  2150 Ευρώ. 4 προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

 

Από επίσημη πλευρά η Ομηρία στη Μόσχα συγκρίνεται με την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη. Και σε αυτή την περίπτωση, όπως και στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου, θεωρείται αντιπατριωτικό να κάνει κανείς σκέψεις για τα αίτια της τρομοκρατίας ή για αναίμακτες λύσεις.

 

Στη παράσταση στο studio Μαυρομιχάλη, 9 γυναίκες με όχημα το έργο του Μπουχστάινερ και αληθινές μαρτυρίες από ανθρώπους που έζησαν από μέσα τα γεγονότα, μας δίνουν το ιστορικό της τραγωδίας που συγκλόνισε ολόκληρο το κόσμο και που σήμερα 16 χρόνια μετά, οι κάθε είδους παραλλαγές της, αποτελούν τον καθημερινό εφιάλτη της «πολιτισμένης Δύσης».