Την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υποδέχεται στο Μέγαρο Μουσικής τον Μαξίμ Βενγκέροφ, έναν από τους σημαντικότερους βιολονίστες της εποχής μας, ο οποίος θα συμπράξει με τον βιολοντσελίστα Στήβεν Ίσσερλις και την πιανίστα Θεοδοσία Ντόκου, στο Τριπλό Κοντσέρτο του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, υπό τη διεύθυνση του Φίννεγκαν Ντάουνι Ντήαρ.
Με αυτήν την αφορμή, ο διάσημος σολίστας μοιράστηκε τις σκέψεις του για τη μουσική στη σύγχρονη εποχή, για τις ηχογραφήσεις της καριέρας του, αλλά και για το Τριπλό Κοντσέρτο που πρόκειται να ερμηνεύσει.
Συγκεκριμένα, σε ερώτηση σχετικά με τις αναμνήσεις που έχει από την Ελλάδα, καθώς έχει εμφανιστεί πολλές φορές, αλλά και τις σκέψεις του τώρα που επιστρέφει, σημειώνει: «Θυμάμαι ολοζώντανα τη συναυλία με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού με το Κοντσέρτο για βιολί του Γιοχάνες Μπραμς. Είναι ένας μαγικός χώρος, και δεν μπορώ να ξεχάσω ότι ξεκίνησε να βρέχει με την τελευταία νότα! Ήταν απίστευτο, σα να με περίμενε η βροχή για να αρχίσει».
Για τα συναισθήματά του με αφορμή την επικείμενη σύμπραξή του με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, ένα συμφωνικό σύνολο με μεγάλη ιστορία αλλά και ανανεωμένες δυνάμεις, απαντά: «Είμαι πολύ ενθουσιασμένος. Είναι μια ομάδα από εξαιρετικούς μουσικούς. Και βέβαια, ανυπομονώ να παίξω με τους φίλους μου, τον Στήβεν και τη Θεοδοσία».
«Το γεγονός ότι πρόκειται πρωτίστως για ένα έργο μουσικής δωματίου, που σημαίνει ότι χρειάζεται μια ιδιαίτερη επικοινωνία μεταξύ των σολίστ-μουσικών, αλλά ταυτόχρονα είναι και συμφωνικό. Έχω διευθύνει το έργο αρκετές φορές, ο ρόλος του μαέστρου είναι καθοριστικός. Οι μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των μουσικών πάνω στη σκηνή δημιουργούν δυσκολίες: για παράδειγμα, τα πνευστά όργανα κάθονται αρκετά μακριά ώστε να υπάρχει μια απειροελάχιστη – αλλά παρόλα αυτά σημαντική – χρονοκαθυστέρηση στον τρόπο που ακούνε οι μουσικοί της ορχήστρας τους σολίστες και το αντίστροφο, γεγονός που σημαίνει ότι εξαρτόμαστε όλοι πολλαπλάσια από τον μαέστρο. Μην ξεχνάτε ότι σε ένα κοντσέρτο με ορχήστρα δεν έχεις την πολυτέλεια για πολλές πρόβες, που σημαίνει ότι η επικοινωνία πρέπει να είναι αυτόματη και να επιστρατεύσεις όλα σου τα μέσα: τη γλώσσα του σώματος και – βέβαια – τον ίδιο τον ήχο σου, όλα όσα «δείχνουν» τις προθέσεις σου, χωρίς λόγια», λέει αναφορικά με το τριπλό Κοντσέρτο του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν που θα ερμηνεύσει και ποια είναι για εκείνον η μεγαλύτερη πρόκληση σε αυτό το έργο.
«Ακριβώς αυτή η στενή και προσωπική επικοινωνία που είναι ζητούμενο στη μουσική δωματίου. Το έργο είναι ακριβώς σαν ένα Τρίο του Μπετόβεν, μόνο που εδώ συνοδεύεται και από ορχήστρα. Η ορχήστρα δεν αναιρεί την επαφή και την «οικειότητα» που απαιτείται μεταξύ των μουσικών. Απλώς αφομοιώνεται, σε ένα σύνθετο αλλά παράλληλα πεντακάθαρο και διαυγές σύνολο. Και εμείς είμαστε σολίστες, αλλά ταυτόχρονα είμαστε μέρος του συνόλου. Είναι πολύ βαθύ έργο, δεν είναι απλώς ένα κομμάτι για να «περάσουμε καλά» παίζοντας, παρότι είναι και πολύ διασκεδαστικό να το παίζεις», προσθέτει σχετικά με το ποιο βρίσκει το πιο γοητευτικό στοιχείο του Τριπλού Κοντσέρτου.
Σε ερώτηση για τις ηχογραφήσεις, οι οποίες έχουν παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στην καριέρα του και πώς επηρεάζει η ηχογράφηση το παίξιμό του, αλλά και τον τρόπο που ακούμε μουσική, αναφέρει: «Είχα την τύχη να ηχογραφήσω για πρώτη φορά στα 10 μου χρόνια. Από την πρώτη μέχρι τη δεύτερη ηχογράφησή μου – που έκανα έναν χρόνο μετά, στα 11 μου – είχαν ήδη συμβεί τεχνολογικές εξελίξεις. Μετά περάσαμε στην εποχή του CD, ενώ στη σημερινή, «διαδικτυακή» εποχή έχει γίνει τρομερά εύκολο να ακούμε μουσική. Επομένως, βεβαίως και αλλάζει ο τρόπος που ακούμε. Η ίδια η τέχνη τού να ηχογραφείς όμως δεν έχει αλλάξει. Η διαδικασία για τον μουσικό παραμένει η ίδια. Είμαι πολύ υπέρ της ηχογράφησης, είναι η παρακαταθήκη μας. Λατρεύω την ηχογράφηση σε στούντιο, είναι η ιδανική συνθήκη για να συγκεντρωθείς απόλυτα, ενώ στην αίθουσα συναυλιών πάντα υπάρχουν παράγοντες που σου αποσπούν την προσοχή. Επίσης, στο στούντιο έχεις τον χρόνο με το μέρος σου, που είναι ανεκτίμητος σε σχέση με την ένταση της σκηνής με ζωντανό ακροατήριο. Η σκηνή έχει πάντα έναν μικρό καλλιτεχνικό συμβιβασμό, το στούντιο όχι».
Όσον αφορά τις κινήσεις που θα μπορούσαν να γίνουν για να προσελκύσουν πιο νεανικό κοινό στις αίθουσες συναυλιών, σημειώνει: «Πιστεύω ότι αυτό έχει να κάνει με τους κύκλους της Ιστορίας. Όταν πηγαίνω στην Ασία, ιδίως στην Κίνα, εντυπωσιάζομαι από το πόσο νεαρές ηλικίες βλέπω στο κοινό. Είναι για εκείνους κάτι φρέσκο που θέλουν να ανακαλύψουν. Επίσης, η αξία της κλασικής μουσικής στην Ασία είναι ακόμη πολύ υψηλή. Η Κίνα, για παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι μουσικά αυτάρκης, κι όμως θέλει να κατακτήσει και τη δυτική μουσική παράδοση, τα παιδιά εκεί δεν μαθαίνουν τόσο την κινεζική μουσική, όσο μαθαίνουν πιάνο, βιολί και τσέλο. Στη «γηραιά» Ευρώπη τα έχουμε δει όλα αυτά, είναι δεδομένα, οι νέοι ανακαλύπτουν τη νέα τεχνολογία, βρισκόμαστε σε άλλο σημείο. Μέχρι να αλλάξουν τα πράγματα και να αλλάξει πάλι η και σχέση μας με τη μουσική».
Όσο για το μήνυμα που θα ήθελε να στείλει στους ακροατές του στην Αθήνα, καταλήγει: «Ότι δεν πρέπει να παραιτηθούμε από τη μουσική. Ότι η μουσική θα φέρνει πάντα την ισορροπία σε ταραγμένους καιρούς, ακόμα και στον σημερινό κόσμο που κυριαρχεί η σύγκρουση και ο πόλεμος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στα δύσκολα θα έχουμε πάντα, σαν καλούς μας φίλους, τον Μότσαρτ και τον Μπετόβεν.»








- Facebook
- Twitter
- E-mail
0