Έμπειρος αρχιμουσικός, καλλιτεχνικός διευθυντής της Orchestre National des Pays de Savoie, ο Νικολά Σαλβέν έχει αποδείξει ότι ως μαέστρος διαθέτει βαθιά γνώση της κλασικής και συμφωνικής μουσικής ενώ παράλληλα δεν φοβάται να βουτήξει στα γεμάτα προκλήσεις νερά των μοντέρνων δημιουργιών.

 

Λίγο πριν βρεθεί για πρώτη φορά στο πόντιουμ της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών διευθύνοντας τη «Μαγεία του κλασικού» με έργα Χάιντν, Φρανσέ και Φρανκ, παραχωρεί μια αποκλειστική συνέντευξη για την πορεία του και τη σύμπραξη με την πρώτη ορχήστρα της χώρας.

 

— Όταν ήσασταν 8-9 ετών ξεκινήσατε μαθήματα όμποε. Ήταν το οικογενειακό περιβάλλον που σας έφερε κοντά στη μουσική;

Ναι, γιατί ο πατέρας μου ήταν ένας εξαιρετικός -αν και ερασιτέχνης- φλαουτίστας, ένας πολύ καλός μουσικός και ακόμα και σήμερα είναι παθιασμένος με την κλασική μουσική. Στο σπίτι μου άκουγα συνεχώς κλασική μουσική γιατί ο πατέρας μου είχε πολλές ηχογραφήσεις και υπήρχε επίσης ένα υψηλού επιπέδου κονσερβατόριο στην πόλη που μεγάλωσα.

 

— Κάνατε μία σχετικά ασυνήθιστη επιλογή μουσικού οργάνου. Τι σας γοήτευε στο όμποε;

Τελείως τυχαία. Απλά ο δάσκαλος σολφέζ και θεωρίας ήταν και δάσκαλος όμποε και μια μέρα με ρώτησε αν θα ήθελα να δοκιμάσω. Και μου άρεσε πολύ ο παλμός και ο ήχος του από την αρχή.

 

— Έχοντας ήδη διακριθεί ως σολίστ όμποε, επιλέξατε να στραφείτε αποκλειστικά στη διεύθυνση ορχήστρας. Η γνωριμία σας με τον Armin Jordan ήταν ο καθοριστικός παράγοντας αυτής της στροφής;

Η διεύθυνση ορχήστρας ήταν πάντα το πάθος μου, σπούδαζα ήδη όταν έτυχε να είμαι βοηθός του Armin Jordan σε μία συναυλία στη Λοζάνη. Και τότε ο Armin μου είπε «Νικολά, ήρθε η ώρα να αφήσεις το όμποε, πρέπει να διευθύνεις». Ήταν σαν νονός μου σε ό,τι αφορά τη μουσική γενικώς αλλά και την καλλιτεχνική μου πορεία.

 

— Το ρεπερτόριό σας, ως αρχιμουσικού, είναι εξαιρετικά ευρύ. Κλασική και συμφωνική μουσική, όπερα, σύγχρονες δημιουργίες. Μπορεί η ευρύτητα αυτή να γίνει και παγίδα για έναν μαέστρο;

Δεν νομίζω, γιατί κατά τη γνώμη μου είναι σημαντικό στη μουσική να μπορεί κανείς να αντιληφθεί την εξέλιξη, τα διαφορετικά στυλ, να αναγνωρίσει τις επιρροές.

 

Για εμένα, η αλληλουχία πάει κάπως ως εξής: αρχικά ήταν ο Μπαχ, ο Χάιντν, ο Μότσαρτ, μετά ο Μπετόβεν, ο Σούμπερτ, ο Μπραμς και ο Μπρούκνερ και φυσικά από την αντίπερα όχθη του Ρήνου είναι και η γαλλική μουσική παράδοση, την οποία ως Γάλλος έχω μελετήσει και δεν θα μπορούσα να παραλείψω.

 

Όσον αφορά τις σύγχρονες συνθέσεις, έχει μεγάλη σημασία το να γνωρίζει κανείς την ιστορία, τις επιρροές του. Πρέπει να γνωρίζεις την παράδοση και να έχεις πλήρη επίγνωση γιατί την εξελίσσεις ή την εγκαταλείπεις. Με λίγα λόγια πιστεύω ότι πρέπει να γνωρίζεις τον κανόνα, για να μπορέσεις τελικά να τον σπάσεις.

 

 

 

— Αγαπάτε ιδιαίτερα τη Σχολή της Βιέννης αλλά σας συναρπάζουν και οι Γάλλοι συνθέτες. Στη συναυλία «Η μαγεία του κλασικού» με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών θα διευθύνετε ένα πρόγραμμα που συνδυάζει και τα δύο ενώ τα τρία έργα προέρχονται από διαφορετικές εποχές. Ποιες οι προκλήσεις διεύθυνσης του συγκεκριμένου προγράμματος;

Το να διατηρήσω την αίσθηση του μουσικού στυλ του Χάιντν, το πνεύμα του Ζαν Φρανσέ αλλά και το πάθος του Σεζάρ Φρανκ.

 

— Εδώ και μια δεκαετία είστε καλλιτεχνικός διευθυντής της Orchestre National des Pays de Savoie. Ποιοι ήταν οι στόχοι σας; Ποιες οι μεγαλύτερες προκλήσεις που έχετε αντιμετωπίσει;

Για μένα το πιο σημαντικό ήταν και παραμένει να δώσω όσα περισσότερα μπορώ σ' αυτή την ορχήστρα, να διαμορφώσω την καλλιτεχνική της ταυτότητα.

 

Ως ορχήστρα δωματίου είναι σημαντικό να μπορεί να παίξει Χάιντν και Μότσαρτ, όπως ανέφερα παραπάνω, αλλά ταυτόχρονα να έχει την ευελιξία να παίζει και μοντέρνο ρεπερτόριο.

 

Μία στιγμή για την οποία αισθάνομαι ιδιαίτερα περήφανος είναι η ερμηνεία της όπερας «Ορφέας και Ευρυδίκη» του Γκλουκ (στην εκδοχή του Μπερλιόζ) το καλοκαίρι του 2013 στο φεστιβάλ «Μπερλιόζ». Αντιμετωπίζουμε όλα τα είδη με σεβασμό και νιώθουμε πραγματική δέσμευση κάθε φορά, σε κάθε συναυλία.

 

— «Η ορχήστρα είναι πρεσβευτής τόσο εντός της χώρας -φέρνει δηλαδή το κοινό πιο κοντά στη μουσική- όσο και στο εξωτερικό με συναυλίες σε άλλες χώρες» έχετε πει σε συνέντευξή σας. Μέσα από την εμπειρία σας, τι πιστεύετε ότι χρειάζεται ώστε να έρθει το κοινό πιο κοντά στην κλασική και συμφωνική μουσική;

Επειδή η ορχήστρα δεν έχει ένα συγκεκριμένο χώρο στον οποίο παίζει κάνουμε πολλές περιοδείες σε μεγαλύτερες και μικρότερες πόλεις.

 

Για μένα είναι σημαντικό να φέρνουμε τη μουσική ειδικά στις πιο μικρές πόλεις ώστε να μπορούν όλοι να νιώσουν τον πλούτο των συναισθημάτων που γεννά η κλασική μουσική.

 

Πριν από κάθε συναυλία, επιλέγω να κάνω μια μικρή εισαγωγική ομιλία, ώστε το κοινό να μπορεί να αντιληφθεί το πλαίσιο της μουσικής που θα ακούσει και έτσι να έρθει πιο κοντά με τους μουσικούς.

 

Επίσης, καλούμε σημαντικούς σολίστ και κάνουμε ειδικές συναυλίες, στοχευμένα για τους νέους και έχουμε παρατηρήσει ότι οι γονείς προτρέπουν τα παιδιά τους να έρθουν.

 

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι έχουμε αρκετό δρόμο να διανύσουμε μέχρι το κοινό της κλασικής μουσικής να αποτελείται από τις νεότερες γενιές. Αυτό είναι και η πρόκληση όμως ώστε να δημιουργηθεί η συνέχεια.

 

 


— Έχετε συνεργαστεί με πολλές ορχήστρες σε όλη την Ευρώπη. Ποια η γνώμη σας για την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών;

Ανυπομονώ να συνεργαστώ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Βλέπω κάθε συνεργασία ως μια μοναδική ευκαιρία να δημιουργήσουμε μουσική και αυτό με συναρπάζει. Αλλά για την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών έχω ακούσει πολύ καλά λόγια και είμαι διπλά ενθουσιασμένος.

 

— Πώς σχολιάζετε το πρόγραμμα της συναυλίας με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών;

Το πρόγραμμα της συναυλίας είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Από τη μία ο Χάιντν είναι Γερμανός αλλά η Συμφωνία του αποτελεί 1 από τις 6 Συμφωνίες του Παρισιού, είναι δηλαδή εμπνευσμένη από τα ταξίδια του στη γαλλική πρωτεύουσα.

 

Κατά τη γνώμη μου άλλωστε ο Χάιντν δεν είναι τυπικό παράδειγμα Γερμανού συνθέτη γιατί η μουσική του είναι ανάλαφρη, χιουμοριστική, γεμάτη χαρά, δεν είναι τόσο συναισθηματική, όπως π.χ. του Μότσαρτ.

 

Επίσης, για τον Χάιντν έχει μεγαλύτερη σημασία η απόλαυση της ερμηνείας και όχι το «εγώ» του. Για μένα όλα του τα έργα είναι πραγματικά αριστουργήματα.

 

Αντίθετα, ο Φρανκ είναι μεν Γάλλος αλλά η Συμφωνία σε ρε ελάσσονα είναι εμπνευσμένη από τη γερμανική μουσική παράδοση, θα έλεγα ότι παραπέμπει στον Βάγκνερ.

 

Τα χρώματα, το σκοτάδι των συναισθημάτων, η ατμόσφαιρα που θυμίζει κάπως Μεσαίωνα, αυτές οι γοτθικές επιρροές αλλά και η χρήση του κυκλικό σχήμα που χρησιμοποιεί ο Φρανκ, που το βλέπουμε στον Σούμαν αλλά και στον Βάγκνερ.

 

Τέλος, η Συμφωνία έχει επιρροές και από τις γνώσεις του Φρανκ για το εκκλησιαστικό όργανο, με το οποίο είχε όμως ασχοληθεί και ο Μπρούκνερ. Η ατμόσφαιρα μπορεί να μην είναι τόσο έντονη όσο στον Μπρούκνερ αλλά μπορούμε νομίζω να διακρίνουμε την έμπνευση.

 

Οπότε μπορούμε να πούμε ότι στη συναυλία έχουμε έναν Γερμανό συνθέτη με επιρροές από τη γαλλική μουσική παράδοση και έναν Γάλλο με επιρροές από τη γερμανική.

 

Ο Φρανσέ από την άλλη είναι ένας συνθέτης πολύ «Γάλλος», οι συνθέσεις του είναι γεμάτες χιούμορ, δεξιοτεχνία, φως... Όμως, δεν κατάφερε ποτέ να αγγίξει την επιτυχία στην πατρίδα του ενώ αντίθετα ήταν και παραμένει πολύ αγαπητός στη Γερμανία.

 

Ακόμα και σήμερα, ο Φρανσέ δεν ερμηνεύεται στη Γαλλία, ίσως γιατί η μουσική του είναι υπερβολικά αψεγάδιαστη για τους Γάλλους ή γιατί έφερε την κλασική μουσική σε μια περίοδο που εξερευνούσαν πιο σύγχρονη μουσική. Αντίθετα, η μουσική του άγγιξε πολύ περισσότερο τους Γερμανούς.

 

Info

Κρατική Ορχήστρα Αθηνών - Η μαγεία του κλασικού

Μουσική διεύθυνση: Νικολά Σαλβέν

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Βασ. Σοφίας & Κόκκαλη, 210 7282333)

29/3, 20:30