Ο διεθνώς αναγνωρισμένος Έλληνας συνθέτης Χρήστος Χατζής, μόνιμος κάτοικος Καναδά, μιλά αποκλειστικά στο LiFO.gr, λίγο πριν ερμηνευτεί από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών η απαιτητική σύνθεσή του «Χειμερινό Ηλιοστάσιο» κατά τη συναυλία «Στάσεις στο φως».

 

Διευθύνει ο καταξιωμένος αρχιμουσικός Μύρωνας Μιχαηλίδης, την Παρασκευή 1 Ιουνίου, στην αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

 

Τι σημαίνουν για εσάς βραβεία όπως τα «Jean A. Chalmers National Music», «Prix Italia Special Prize», «Prix Bohemia Radio» και «Τhe Jules Léger Prize» με τα οποία έχετε τιμηθεί;


Τον καιρό των αντιξοοτήτων στα αρχικά βήματα της καριέρας μου τα βραβεία αυτά (και τα Juno Awards που επακολούθησαν) μου έδωσαν κουράγιο να συνεχίσω. Ήταν κάποια στοιχεία αναγνώρισης σε μια στιγμή που η αναγνώριση σου έδινε θάρρος και δύναμη. Από μόνα τους δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα, ειδικά στο παρόν στάδιο της συνθετικής μου καριέρας. Η αξία που σαν δημιουργός αναγνωρίζω στο έργο μου βρίσκεται μέσα στο έργο σου και οι εξωτερικές αναγνωρίσεις (ή μη) δεν επηρεάζουν πλέον τα εσωτερικά μου βιώματα ή την αίσθηση αξίας.


Στο έργο σας «Χειμερινό ηλιοστάσιο» η σύγχρονη οργάνωση της μουσικής συνδιαλέγεται με το πνεύμα της αναγέννησης. Είναι αυτός ένας τρόπος να εκφραστεί το σήμερα μέσα από την κλασική γραφή;


Είναι ένας ανάμεσα σε πολλούς δυνατούς τρόπους. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα που άρχισε με τον Vincenzo Galilei και έληξε με τον John Cage, η γλώσσα της δυτικής μουσικής ήταν ένα «θερμοδυναμικό» σύστημα που συνεχώς έτεινε προς την εντροπία. Κατά την ιστορική διαδρομή, οι όποιες συνθετικές επιλογές υπερασπίζονταν σαν λογικοί επόμενοι κρίκοι αυτής της εντροπικής αλυσίδας.

 

Μετά την κατάρρευση με τον Cage, η δημιουργία μας είναι πλέον μια απεικόνιση του πως ο καθένας μας βλέπει και καταλαβαίνει τον κόσμο. Όλες οι εμπειρίες του παρελθόντος και του τεχνολογικού μας παρόντος με τη μεγαλύτερη δυνατή γεωγραφική και διαχρονική έκταση είναι θεμιτό υλικό, όχι για collage (του το βρίσκω μονοδιάστατο και χωρίς βαθύτερο νόημα) αλλά για μια ανίχνευση ενός βαθύτερου συνθετικού νοήματος που συντονίζεται στις ομοιότητες μας και βλέπει τις διαφορές μας σαν μια επιπόλαια παρεξήγηση. Όλα αυτά βέβαια με άκρατο σεβασμό και αγάπη για το Άλλο, το διαφορετικό.


Συχνά αντλείτε στοιχεία από διαφορετικά μουσικά ιδιώματα, πχ στο «Footprints in new snow» εμπνέεστε από τη μουσική των Ινουίτ της Αλάσκας. Μέσα από ποια έρευνα τα προσεγγίζετε και τα αφομοιώνετε;


Δεν ερευνώ (με τη ρασιοναλιστική έννοια που έχει ήδη αποκτήσει αυτός ο όρος). Συντονίζομαι όσο μου είναι δυνατόν με το είναι του ενδιαφέροντος μου. Γίνομαι φίλος με το Άλλο.

 

Όσο και να αφομοιώσει μια τέτοια μουσική κανείς, το αποτέλεσμα δεν θα είναι ποτέ αυτούσιο, άλλωστε δεν θα έπρεπε να είναι αυτούσιο. Το αυτούσιο ήδη υπάρχει και δεν σε χρειάζεται σαν δημιουργό. Σαν συνθέτης, απλά καταγράφω την δική μου προσέγγιση και αφομοίωση, ελπίζοντας άλλοι που ελκύονται από την ίδια μουσική να ακούσουν κάτι στη δική μου προσωπική προσέγγιση που να διευκολύνει κάπως την δική τους.

 

Αν η προσέγγισή μου είναι αφελής, προφανώς δεν θα βοηθήσει κανέναν και θα φθίνει. Αν το άκουσμα επισημάνει κάτι ουσιαστικό στους «έκτός», τότε πιθανόν να βρει την αξία της μέσα στη χρήση. Μέσα από τέτοιες συνεργασίες έχω γίνει στενός φίλος με σπουδαίους ιθαγενείς καλλιτέχνες αλλά και απλούς ανθρώπους και αυτό δικαιολογεί τη συνεργασία μας. Όταν η μουσική δημιουργεί βαθιές φιλίες, αυτό φτάνει και περισσεύει.


Η μουσική του 21ου αιώνα πρέπει να είναι ανοιχτή - αλλά και με σεβασμό - απέναντι στο διαφορετικό;


Εμείς, όλοι μας, πρέπει να έχουμε ανοιχτές καρδιές και σεβασμό προς το διαφορετικό (ο όρος «απέναντι» υπαινίσσεται μια αντιπαράθεση. Πιστεύω πως στο απώτατο βάθος των πάντων δεν υπάρχει «απέναντι»). Πρέπει όμως να το αισθανθούμε αυτό και να το διψάσουμε, όπως διψούμε το νερό. Αν απλά το θεσμοποιήσουμε δεν νομίζω πως θα βγει κάτι θεμελιώδες που θα μπορεί να επιβιώσει μελλοντικές κρίσεις.


Κρίνοντας και από το «Χειμερινό Ηλιοστάσιο» έχω την αίσθηση ότι η έμπνευση είναι για εσάς βαθιά πνευματική διαδικασία. Ισχύει κάτι τέτοιο; Τα έργα σας προκύπτουν από την ανάγκη έκφρασης μιας βαθύτερης, ίσως και πλατύτερης, αλήθειας;


Ακριβώς έτσι. Η λεγόμενη «πνευματική» διαδικασία δεν είναι διαφορετική από την «βιολογική». Απλά ο μοντερνισμός και ο ποζιτιβισμός μας έχουν αφαιρέσει τη δυνατότητα να βιώσουμε το βαθύτερο φάσμα της ύπαρξής μας και ασχολούμαστε όλο και πιο σχολαστικά (και για άλλους όλο και πιο τεμπέλικα) μόνο με την επιφάνεια. Γι' αυτό τον λόγο δεν έχουμε άμεση ανάγκη μουσικής που ασχολείται αποκλειστικά με την φαινομενική επιφάνεια.

 

Η επιστήμη τα καταφέρνει πολύ καλά και από μόνη της σ' αυτό τον ρόλο. Ο ρόλος της μουσικής και της πνευματικότητας είναι βαθύτερος και η ανάγκη για μουσική και πνευματικότητα όλο και μεγαλύτερη. Την Αλήθεια την καταλαβαίνω σαν τον θεμελιώδη μιας αρμονικής σειράς. Όταν οι αρμονικοί κόμβοι αυτομετατεθούν, ο κοινός παρονομαστής τους εξαφανίζεται και η Αλήθεια σβήνει αφήνοντας στη θέση της έναν ασυγκρότητο πλουραλισμό και διάφορες αντιμαχόμενες «αλήθειες». Για μένα προσωπικά, η μόνη αλήθεια είναι ο Χριστός. Όχι ο ιστορικός χριστιανισμός, αλλά το πνεύμα που ενώνει χωρίς να ποδοπατά το διαφορετικό. Δεν είναι δυνατόν να εκφράσω την απλότητα και (πολυπλοκότητα συνάμα) αυτής της αλήθειας με τη γλώσσα. Ο Χριστός για μένα είναι μουσική και τον ανιχνεύω καλύτερα με τη μουσική και την αγάπη.


Είναι γνωστή η σχέση του φωτός με τη ζωγραφική. Υπάρχει σχέση ανάμεσα στο φως και τη μουσική;


Τεράστια. Το φως είναι το αποτέλεσμα του πρώτου «γεννηθήτω» και το πρώτο «γεννηθήτω» είναι ήχος και μουσική. Πιστεύω πως ο Claude Debussy το βίωσε αυτό μουσικά καλύτερα από κάθε συνθέτη. Όταν ενορχηστρώνω πάντα σκέφτομαι πως «φέγγει» μια μελωδική γραμμή ή μια αρμονική δομή μέσα στο συγκεκριμένο οργανικό ή φωνητικό σύνολο. Σήμερα είναι η επαύριον του Αγίου Πνεύματος. Στις γραφές το Άγιο Πνεύμα εκφράζεται μέσα από τη διάσταση του φωτός: σαν φως και πύρινες γλώσσες.

 

 


Ποιοι συνθέτες σας έχουν επηρεάσει; Τι μουσική ακούτε;

 

Στην αρχή ο Bach. Τον άκουσα για πρώτη φορά σαν έφηβος στον Βόλο από το Τρίτο Πρόγραμμα και την ίδια μέρα δήλωσα στους δικούς μου πως θα ήθελα να γίνω συνθέτης. Μετά ο Debussy, ο συνθέτης του φωτός. Αργότερα ο Morton Feldman και οι ζωγράφοι του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Μετά ξαναέγινα παιδί και εγκατέλειψα εντελώς τον διανοουμενισμό. Μετά αγκάλιασα ξανά τα πάντα. Τώρα ακούω και γράφω τα πάντα. Ψάχνω να βρω νόημα μέσα από την αγωνιώδη έκφραση ενός «gangsta» rapper που μεγάλωσε μέσα στις συμμορίες, έκανε φυλακή, έτρεχε να ξεφύγει από τις συμμορίες και μου χάρισε το αγωνιώδες rap track για το έργο μου In the Fire of Conflict.

 

Mέσα από τη μαγευτική φωνή της σοπράνο Isabel Bayrakdarian που μεγάλωσε στο ψαλτήρι της αρμενικής εκκλησίας της, έγινε σταρ της Μητροπολιτικής Όπερας καθώς επίσης και η μουσική φωνή της Elf Princess στο φίλμ Lord of the Rings: The Two Towers.

 

Η Isabel μου έμαθε την αρμενική υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδας και της συνέθεσα την καντάτα Light from the Cross βασισμένη σ' αυτή την υμνολογία.

 

Μέσα από τους ιθαγενείς καλλιτέχνες Tanya Tagaq, Tiffany Ayalik και Northern Cree Singers που μου χάρισαν τις φωνές τους για το μπαλέτο Going Home Star: Truth and Reconciliation που καταγράφει χορευτικά και μουσικά το σκοτεινό «παιδομάζωμα» των παιδιών των ιθαγενών από την καναδική κυβέρνηση για πάνω από ένα αιώνα (μέχρι σχετικά πρόσφατα). Τα πάντα μ' ενδιαφέρουν και όσα δεν γνωρίζω μου τα διδάσκουν οι μαθητές μου.


Είναι βάσιμος ή πλασματικός ο διαχωρισμός της μουσικής σε ανατολίτικων και δυτικών επιρροών; Που στέκεστε απέναντι σε αυτό;


Πιστεύω ότι είναι βάσιμος, αλλά η ορολογία πρέπει να αλλάξει γιατί δεν σημαίνει πλέον τίποτε. Για ένα Ιάπωνα συνθέτη, η μουσική της «δύσης» είναι η μουσική της Κίνας και η μουσική της «ανατολής» είναι η μουσική της Αμερικής και του Καναδά.

 

Όμως, έξω από τους ορισμούς, η σύγχρονη νευρολογία διαπιστώνει ειδοποιό διαφορά. Νομίζω όποιος ενδιαφέρεται για το θέμα αυτό σε σχέση με τις τέχνες οφείλει στον εαυτό του να διαβάσει το βιβλίο "The Master and His Emissary: The Divided Brain and the Making of the Western World" του Άγγλου νευρο-ψυχολόγου Iain McGilchrist. Δεν θα το μετανιώσει.


Σκέπτομαι το έργο σας «Κωνσταντινούπολη», όνομα παρμένο από μια πόλη εμβληματική, βυζαντινών καταβολών. Πόλη σταυροδρόμι και πέρασμα. Πώς θα περιγράφατε το πνεύμα της Κωνσταντινούπολης; Και πώς το πνεύμα του ομότιτλου έργου σας;


Το πνεύμα της «Πόλης» το αντιλαμβάνομαι σαν διασταύρωση πολλών καταβολών: Ρωμαϊκών, Ελληνικών, Περσικών, Τουρκικών (προσθέσετε ή αφαιρέσετε ότι άλλο πιστεύετε).

 

Για μένα και το ομότιτλο έργο μου αποτελεί ένα έμβλημα σύγκρουσης και ζύμωσης ανθρώπων και ιδεών ανεξάρτητα από γεωγραφική τοποθέτηση, αν και οι δύο γυναικείες φωνές στο έργο αντιπροσωπεύουν τη ως επί το πλείστον Χριστιανική Ευρώπη και την ως επί το πλείστον Μωαμεθανική Μέση Ανατολή. Δεν είναι ιστορικό έργο και το σημείωμα τους προγράμματος το διατυπώνει αυτό με αρκετή έμφαση.

 

Το πολύτεχνο έργο παρουσιάζεται ακόμη που και που αλλά μερικά από τα μέρη για τρίο βιολιού, βιολοντσέλου και πιάνου παίζονται πλέον διεθνώς (το Old Photographs έχει ερμηνευτεί πολλές εκατοντάδες φορές μέχρι σήμερα).


Διδάσκοντας τους φοιτητές, σας απασχολεί να περάσετε μια βασική αλήθεια, ένα θεμελιώδες μήνυμα;


Να είναι αυθεντικοί. Δυστυχώς στη κουλτούρα της σύγχρονης μουσικής αυτό σημαίνει να κυνηγάς κάτι που είναι εσκεμμένα διαφορετικό: το «διαφορετικό» σαν αυτοσκοπός.

 

Δυστυχώς αυτό που συμβαίνει όταν υιοθετείς μια τέτοια στρατηγική είναι ότι η μουσική σου αρχίζει να ηχεί παρόμοια με όλους τους άλλους που επίσης εσκεμμένα προσπαθούν να ακουστούν διαφορετικοί και αυτή η γκάμα συμπεριλαμβάνει σχεδόν όλους το άλλους.

 

Την ονομάζω «στρατηγική της φοβισμένης μάζας». Άλλοι την ονομάζουν "avant garde" ή κάποιο είδος «παράδοσης» ή υποβάλουν το όνομα μιας μουσικής σχολής.

 

Στο πρώτο μάθημα με νέους μαθητές μου τους λέω πως είναι ήδη τόσο διαφορετικοί όσο και τα δακτυλικά τους αποτυπώματα. Η αυθεντικότητα δεν είναι εσκεμμένη εξερεύνηση.

 

Είναι θέμα θάρρους, πίστης και παντελής έλλειψη φόβου να ζεις και να δημιουργείς στο κενό χωρίς θεσμοθετήσεις. Βέβαια όλα αυτά που λέω τώρα είναι ακριβώς αυτά που επίσης έλεγαν οι ανέκαθεν προασπιστές της πρωτοποριακής μουσικής, αλλά ελάχιστοι από αυτούς ήταν γνήσιοι πρωτοπόροι και οι μιμητές τους δεν μπορεί να είναι πρωτοπόροι εξ ορισμού.

 

Συνιστώ στους μαθητές μου να ακολουθούν την καρδιά τους και να μην τους απασχολεί η αντίδραση των άλλων για αυτό που κάνουν ενώ ταυτόχρονα να μελετούν την αντίδραση των άλλων για να βελτιώνουν συνεχώς την μουσική τους επικοινωνία. Η ιδέα ότι το αξιόλογο και η υψηλή ποιότητα είναι για λίγους είναι σνομπισμός και τίποτε άλλο, και αυτός ο σνομπισμός έχει γίνει αμυντική ασπίδα για πολλούς που αποτυχαίνουν να επικοινωνούν με ανθρώπους που δεν βρίσκονται ήδη μέσα σε μια κλίκα «μυημένων».

 

Η ανθρωπότητα έχει τεράστια ανάγκη για βαθυστόχαστη μουσική (λόγια ή μη) και οι νέοι συνθέτες το γνωρίζουν αυτό και προσανατολίζονται ανάλογα. Με τους μαθητές μου είμαι πρώτα απ' όλα φίλος. Τους ζητώ από την αρχή να με αποκαλούν με το πρώτο μου όνομα και να αντιδρούν όπως θέλουν σε ότι τους λέω. (Αν συμφωνούν μαζί μου συχνά δεν θα μπορέσουν να ανακαλύψουν τη δική τους αυθεντικότητα σαν μουσικές φωνές). Τους λέω επίσης πως, αν μάθουν από μένα τα μισά απ' ότι θα μάθω εγώ απ' αυτούς, θα έχουν μάθει πολλά.


Πώς νιώθετε που το έργο σας, «Χειμερινό Ηλιοστάσιο», θα ερμηνευτεί από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών;


Είχα συνεργαστεί πολύ παλαιότερα με την ΚΟΑ αλλά πρώτη φορά με τον Μύρωνα Μιχαηλίδη και είμαι πολύ χαρούμενος που αυτό το δύσκολο έργο βρίσκεται σε τόσο καλά χέρια. Το «Χειμερινό Ηλιοστάσιο» είναι ένα σκοτεινό έργο αλλά επίσης γεμάτο ελπίδα για ένα καλύτερο και φωτεινότερο αύριο. Οι πρόβες αποτελούν για μένα πάντα ένα μεγάλο μάθημα. Παρ' όλο που η μουσική μου επικοινωνεί άμεσα με τους ακροατές πολλές φορές οι πρώτες πρόβες είναι δύσκολες έως και εφιαλτικές για τους ερμηνευτές. Βρίσκομαι στις πρόβες πρωταρχικά για να παρακολουθώ που σκοντάφτει η μουσική και να εξετάσω αν θα υπήρχε τρόπος να πω μουσικά το ίδιο πράγμα αποφεύγοντας συνθετικά το σκόνταμμα. Αυτή η μάθηση συνήθως εφαρμόζεται στην επόμενη μου σύνθεση εκτός και αν επιβάλλεται να διορθώσω και την παρούσα, όπως έκανα με αυτό το έργο περίπου δέκα χρόνια αργότερα.


Ποια η πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει ο σολίστ κόρνου;


Ο Κώστας Σίσκος είναι σπουδαίος κορνίστας και έχει παρουσιάσει αυτό το έργο στο παρελθόν: στο Μέγαρο με την Καμεράτα και τον Αλέξανδρο Μυράτ. Το «Χειμερινό Ηλιοστάσιο» ήταν ανάθεση από τον Jamie Sommerville, το πρώτο κόρνο της Συμφωνικής της Βοστώνης και, κατά τη γνώμη πολλών, ένας από τους εξοχότερους κορνίστες διεθνώς. Δεν κατάλαβα όταν το έγραφα και άκουγα τον Jamie να το παίζει πόσο δύσκολο είναι το μέρος του κόρνου, ειδικά επειδή δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου χρόνος για . . . αναπνοές, αλλά επίσης και για τεχνικά δύσκολα μέρη που σπάνια δίνονται στο κόρνο και ποτέ με τέτοια ταχύτητα και συχνότητα.

 

Το «Χειμερινό Ηλιοστάσιο» παίζεται σπάνια γι' αυτό τον λόγο. Η συναυλία της Παρασκευής από την ΚΟΑ και τον Μύρωνα Μιχαηλίδη θα είναι πρεμιέρα μιας νέας γραφής που αφήνει περισσότερο χώρο για αναπνοές (χωρίς να λύνει εντελώς το πρόβλημα) και με άλλες διορθώσεις και αλλαγές στην αρχική εκδοχή. Πιστεύω πως παραμένει ένα από τα δύσκολα κοντσέρτα που υπάρχουν στο ρεπερτόριο για το κόρνο και δεν το λέω αυτό με περηφάνια αλλά σαν απολογία.


Ζείτε στον Καναδά, χώρα διαμετρικά αντίθετη από την Ελλάδα. Από αυτή την απόσταση, πώς βλέπετε την εν πολλοίς -και μονίμως- συναισθηματικά φορτισμένη καθημερινότητα (λόγω αντίληψης και ταπεραμέντου) των κατοίκων και της χώρας στην οποία γεννηθήκατε;


Μεγάλη ερώτηση που απαιτεί μεγάλη συζήτηση. Στη Βόρειο Αμερική έχουμε μάθει να είμαστε πιο ευέλικτοι σε πολλά πράγματα. Ζώντας σε μια πολυπολιτισμική χώρα όπως ο Καναδάς, δοκιμάζεις συνεχώς συνδυασμούς διαφόρων επί μέρους κομματιών για να δεις πως τα διάφορα εκατομμύρια κομμάτια μπορούν να συνεισφέρουν σε μια συνολική εικόνα. Η δική μου επιδίωξη είναι η εικόνα να μην είναι απλά «συνολική» αλλά ολική και συνδετική.

 

Οι περιστάσεις μας αναγκάζουν να ανακαλύψουμε κάτι βαθύ και ουσιαστικό που δεν το βλέπουμε γιατί μόνο εκεί υπάρχει ελπίδα να δημιουργήσουμε ένα κοινωνικό συμβόλαιο που να μπορεί να συγκροτήσει χωρίς ίχνος βίας (νομικής, πολιτικής, κτλ.) τη διαφοροποιημένη επιφάνεια. Υπάρχει βέβαια και η φυγοκεντρική διασπαστική αντίσταση, αλλά ακόμη και αυτή μας προστατεύει από πρόχειρες και εύκολες πολιτικές λύσεις και μας ωθεί όλο και περισσότερο στο απώτατο και κοινό βάθος των πραγμάτων. Σε ένα τέτοιο κλίμα δεν υπάρχει χρόνος για θεωρητικά και ιδεολογικά χαρακώματα. Οι πρακτικές λύσεις είναι λύσεις επιβίωσης. (Πολλοί Inuit στον αρκτικό Καναδά έχουν μάθει να επισκευάζουν το μοτέρ μιας μηχανής με κόκαλα φάλαινας όταν βρίσκονται μακριά για κυνήγι χωρίς καν να είναι μηχανικοί. Στο περιελθόν, ειδικά το χειμώνα, η επιτυχία τους σήμαινε επιβίωση και η αποτυχία τους θάνατο).


Αντίθετα, μακροχρόνιοι και ομοιογενείς πολιτισμοί όπως ο ελληνικός βρίσκονται συχνά παγιδευμένοι σε διάφορα πολιτιστικά και ιδεολογικά χαρακώματα. Μιλώ περισσότερο για του ανθρώπους της γενιάς μου και παλαιότερους που γνωρίζω, γιατί διαπιστώνω πως οι νεότεροι έχουν ήδη αρχίσει να προσανατολίζονται διαφορετικά και να αντιμετωπίζουν προβλήματα με διαφορετική και πιο πρακτική σκέψη. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τεράστιες πιέσεις εξωτερικά αλλά και εσωτερικά. Πολλά από τα προβλήματα δεν είναι καθόλου πρόσφατα. Ήταν μακροχρόνια. Απλά κάθε πρωτύτερη γενιά τα κλωτσούσε σαν μπάλα στον χωρόχρονο της νεότερης αντί να προσπαθεί να τα λύσει και τώρα πολλά απ' αυτά τα προβλήματα έχουν γίνει φαινομενικά ανυπέρβλητα. Κανείς όμως δεν μπορεί πλέον να κλωτσήσει την μπάλα παραπέρα και αυτό ίσως να είναι και ένα από τα θετικά στοιχεία που κρύβονται πίσω απ' όλα τα αρνητικά.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται μέσα με μια υψικάμινο και για να επιβιώσουμε σαν λαός χρειάζεται ήθος, προσωπική υπευθυνότητα και τεράστια αγάπη και εκτίμηση του Άλλου, του διαφορετικού. Τον καιρό που ήμουν νέος στον Βόλο, μια εποχή που η Ελλάδα «περνούσε καλά» αλλά βούλιαζε ηθικά και πολιτικά, με δέσποζε μια συνεχής απόγνωση για το μέλλον της πατρίδας μου. Τώρα για πρώτη φορά αισθάνομαι αισιόδοξος. Είναι πονηροί οι καιροί μας αλλά πιστεύω στο ήθος του Έλληνα όταν δοκιμάζεται.


Σας λείπει η Ελλάδα; Επισκέπτεστε το Βόλο;


Μου λείπει πολύ η Ελλάδα. Διαπιστώνω πως, όσα χρόνια έχω μείνει στη Βόρειο Αμερική το σώμα μου και γενικά η υγεία μου δε λειτουργούν τόσο καλά όσο στο κλίμα που πρωτοφτιάχτηκαν. Επίσης κάθε φορά διαπιστώνω πόσο μαγευτικά είναι ο Βόλος και το Πήλιο αλλά, μην έχοντας τίποτε άλλο να τα συγκρίνω, δεν το κατάλαβα παρά μετά που έφυγα.

 

Την περασμένη εβδομάδα ήμουν στον Βόλο με τη σύζυγό μου, την διεθνώς γνωστή Καναδή σολίστ μαρίμπας Beverley Johnston, και γυρίσαμε το μαγικό Πήλιο, ειδικά την ανατολική του πλευρά. Τώρα κατεβαίνουμε Αθήνα για νέα μουσικά βιώματα.