Ο τίτλος της έκθεσης Δεύτερο Πλατό αναφέρεται τόσο σε μια τοποθεσία με έναν συγκεκριμένο κήπο, όπου αντικείμενα βρίσκονται σκορπισμένα ανάλογα με τη στιγμή της χρήσης τους, παρουσιάζοντας ένα φαινομενικά άναρχο αλλά καθόλα λειτουργικό τοπίο, όσο και στην γενική έννοια του πλατό ως ένα πεδίο που δηλώνει μια κατάσταση εντατικού συνεχούς ανάμεσα στη διαμόρφωση, λειτουργία και αξία των πραγμάτων. Ταυτόχρονα η έννοια του πλατό λειτουργεί ως μια ζώνη ενεργητικής παρατήρησης για ότι συμβαίνει έξω από αυτό.

Τα γλυπτά της έκθεσης παρουσιάζονται στους τοίχους και το κέντρο του εκθεσιακού χώρου σαν να αναδύονται από την επιπεδότητα των επιφανειών που τα φέρουν. Τα έργα φέρουν χαρακτηριστικά που τα συνδέoυν με ένα περιβάλλον ανάπαυλας, ένα αδιευκρίνιστο είδος διακοπής της παραγωγής. Κατασκευασμένα θραύσματα από βατραχοπέδιλα, ανοιγμένα σύκα, υγρές επιφάνειες. Ωστόσο, ο τρόπος εκφοράς των αντικειμένων, η χρήση του μαρμάρου και του μπρούντζου, οι υποστηρικτικοί σωλήνες και τα ράφιαυποδηλώνουν ένα αίσθημα εξεταστικής ανάλυσης στα αντικείμενα.

Μέσα από μια  πολλαπλότητα μορφών και υλικών, όπως μαρμάρινα καλαμάκια ποτού και τσιμεντένιες επιφάνειες τυπωμένες σε δερματίνη, κάθε έργο δημιουργεί κώδικες αναγνώρισης του χώρου. Ανακατασκευάζοντας και συνδέοντας κομμάτια από διαφορετικά περιβάλλοντα, από θέρετρα διακοπών και μουσειακές δομές μέχρι διαφημίσεις προιόντων καλλωπισμού, τα έργα αναφέρονται σε κώδικες παρουσίασης σε σχέση με τις εναλλαγές πολιτιστικής αξίας. Τα χρηστικά αντικείμενα και οι κοινοί χώροι παρουσιάζονται να έχουν εσωτερική, εμπειρική αξία.