Η Γκαλερί Bernier/Eliades παρουσιάζει την τέταρτη ατομική έκθεση του Ulrich Ruckriem. Στην έκθεση αυτή, θα παρουσιαστούν γλυπτά μεγάλων διαστάσεων, μακέτες και επιδαπέδια υφασμάτινα γλυπτά.

Ο Ulrich Ruckriem γεννήθηκε το 1938 στο Dusseldorf της Γερμανίας. Είναι ευρέως γνωστός για τα ογκώδη, αφηρημένα γλυπτά από πέτρα, που έχουν καθαρές φόρμες, σχέδιο και υλικό.

Από το 1957 έως το 1959 μαθήτευσε σαν λιθοξόος, ενώ συγχρόνως, μέχρι το 1961 εργάστηκε σαν λιθοξόος στον καθεδρικό ναό της Κολωνίας. Την ίδια περίοδο σπoυδάζει για δύο εξάμηνα στο Cologne College of Art με τον Ludwig Gies.

Από το 1961 εργάζεται ως ελεύθερος γλύπτης. Το 1962 ταξιδεύει στη Νότια Ευρώπη, το Μαρόκο και την Τυνησία. Επιστρέφει και ζει στο Norvenich κοντά στο Duren. Η πρώτη του ατομική έκθεση πραγματοποιείται στο Leopold-Hoesch Museum στο Duren το 1964. Τα πρώτα του έργα είναι ανοικτές φορμαλιστικές κατασκευές από χάλυβα και ξύλο. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 αρχίζει να χρησιμοποιεί πέτρα. Το 1968 αναπτύσσει τη μέθοδο του διαχωρισμού και επανασυναρμολόγησης βασικών μορφών, εναλλάσσοντας τραχείες και λείες επιφάνειες που

αποκαλύπτουν τη διαδικασία της εργασίας, μια μέθοδο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του έργου του.

Τα λατομεία γίνονται το στούντιό του, μακρυά το ένα από το άλλο, από την Ισπανία μέχρι τη Φινλανδία. Το αυτοκίνητό του είναι το σπίτι του. Ο Ulrich Ruckriem βρίσκεται σε μία συνεχή κίνηση, στο λατομείο, στο δρόμο, στα μουσεία, στις πόλεις, στην εξοχή και όπου φτάνουν οι πέτρες.

O Ruckriem πιστεύει ότι ένα γλυπτό πρέπει να είναι απλό, και ότι ένα κομμάτι πέτρας αφού σμιλευθεί δεν πρέπει να μιμείται κανένα άλλο υλικό. Γι’ αυτόν έχει περισσότερη σημασία η διαδικασία δημιουργίας ενός έργου παρά το αποτέλεσμα. Το έργο του είναι χαραγμένο στην πέτρα. “Μεγάλωσα με την πέτρα, λέει ο ίδιος, και την αγαπώ όλο και περισσότερο. Η πέτρα είναι αρκετή για’ μένα”. Η μεγάλη απήχηση της δουλειάς του και το γεγονός ότι θεωρείται ως ένας από τους πιο σημαντικούς γερμανούς γλύπτες της μεταπολεμικής εποχής αποδεικνύεται κι από τη συμμετοχή του στις εκθέσεις documenta 5, 7, 8 και 9, καθώς και Kassel 1972-1992.

Το 1974 διορίζεται καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Αμβούργου, θέση που έχει μέχρι το 1984.Το 1984-1988 διδάσκει στην Ακαδημία του Dusseldorf και από το 1988 στο Stadel-Schule  στη Φραγκφούρτη.

Έχει πραγματοποιήσει πολλές σημαντικές ατομικές εκθέσεις μεταξύ των οποίων: Kunsthaus Dresden (2010), Neue Nationalgalerie, Βερολίνο (2009) Sprengel Museum, Αννόβερο (2007), Μuseum Ludwig, Κολωνία (2007), Kunsthalle του Αμβούργου (2005), και Gemeentemuseum Den Haag (2003). Ζει και εργάζεται στην Κολωνία και στο Clonegal της Ιρλανδίας.