Το έργο «Look back in anger» (1956) του Τζον Όσμπορν θεωρείται τομή στο βρετανικό θέατρο. Γραμμένο μέσα σε 17 μόλις μέρες, διαθέτει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, πετυχαίνοντας να αποτυπώσει την εκρηκτική προσωπικότητα του νεαρού τότε αυτοκαταστροφικού συγγραφέα και τη σχέση του με την Πάμελα Λέιν. Στη χώρα μας μεταφράστηκε από τη Δέσπω Διαμαντίδου (εκδόσεις Δωδώνη) και ο ελληνικός τίτλος που του δόθηκε, «Οργισμένα νιάτα», μέχρι σήμερα παραπέμπει σε πολλές έννοιες διαχρονικής αξίας: στη νεανική αμφισβήτηση, στο πρώτο κύμα του rock'n'roll, στο κίνημα των μπίτνικ στις ΗΠΑ, ακόμα και στον Τζέιμς Ντιν του κινηματογραφικού «Επαναστάτη χωρίς αιτία» της προηγούμενης χρονιάς.


Τέσσερις άνθρωποι αλληλοσπαράσσονται μέσα σε ένα διαμέρισμα, βουτηγμένοι στην ανία τους και σε ένα «τίποτα δεν γίνεται». Ο άντρας, η γυναίκα του, ένας φίλος τους και μια φίλη της γυναίκας. Σύντομα γίνεται αντιληπτό πως το μίσος έχει κάνει κατάληψη στην ψυχή του άντρα, ένα μίσος ταξικής φύσης απέναντι στη σύζυγό του που είναι έγκυος και φοβάται να του το πει, ενόσω ο αμοραλισμός και ο κυνισμός τούς παίρνει όλους και τους σηκώνει χωρίς καμία εξαίρεση. Η γυναίκα φεύγει από το σπίτι, τη θέση της στο πλευρό του άντρα της παίρνει η καλύτερή της φίλη, αλλά επιστρέφει και η τάξη πάει να αποκατασταθεί με τον παραληρηματικό της μονόλογο εν είδει φινάλε.

 

Αίσθησή μου είναι πως η Καραλή πήρε τους ήρωές της από το χέρι κανονικά και τους οδήγησε στην ενηλικίωση, φωτίζοντας έστω και στο τελευταίο λεπτό την απόλυτη εσωτερική μαυρίλα τους.


Ας αφήσουμε κατά μέρος το έργο καθαυτό κι ας πάμε στην παράσταση που σκηνοθέτησε η Κίρκη Καραλή, κατόπιν ανάθεσης του παραγωγού Ανδροκλή Δεληολάνη. Θεωρώ ευφυές το εύρημά της να «παίξει» με διάφορα ταξίδια μέσα στον χωροχρόνο, αφήνοντας ακλόνητο ωστόσο το δράμα των ηρώων της. Έτσι, οι τέσσερις αυτοί άνθρωποι, από το Σικάγο του 1956, μεταφέρονται στο Παρίσι του '62 και της Εντίθ Πιάφ, στο Μιλάνο του '72, στην Αθήνα του '81 με την πασοκική επικράτηση και το «Εν κατακλείδι» του Παύλου Σιδηρόπουλου, στη Μόσχα του '88 και της περεστρόικας, στο Βερολίνο του '91 και των συνεπειών της πτώσης του Τείχους, για να καταλήξουν στο Λονδίνο του '97, τη γενέθλια πόλη του συγγραφέα Τζον Όσμπορν. Η ιστορία τους εξελίσσεται χωρίς να σπάει η αφηγηματική συνοχή και σ' αυτό, πιστεύω, έπαιξε μεγάλο ρόλο το λειτουργικό σκηνικό του Άγγελου Μέντη: μια ξύλινη κατασκευή που θυμίζει τα παλιά πορτ-μαντό όλο ντουλάπια, διάφορα κουτιά και πόρτες από τις οποίες μπαινοβγαίνουν οι τέσσερις ηθοποιοί. Στο κέντρο της σκηνής, ένα λιτό καθιστικό ως ο κύριος χώρος της δράσης.

 

Η ιστορία τους εξελίσσεται χωρίς να σπάει η αφηγηματική συνοχή και σ' αυτό, πιστεύω, έπαιξε μεγάλο ρόλο το λειτουργικό σκηνικό του Άγγελου Μέντη.
Η ιστορία τους εξελίσσεται χωρίς να σπάει η αφηγηματική συνοχή και σ' αυτό, πιστεύω, έπαιξε μεγάλο ρόλο το λειτουργικό σκηνικό του Άγγελου Μέντη.


Η σκηνοθετική πρόθεση της Καραλή είναι εύληπτη. Από τη μια το ίδιο το μήνυμα του έργου δεν περιορίζεται χρονικά, στα τέλη της δεκαετίας του 1950 δηλαδή, από την άλλη είναι και μια καλή αφορμή για να μας δείξει πως η οργή και η αμφισβήτηση είναι χαρακτηριστικά της νεότητας σε όλους τους τόπους και σε όλους τους καιρούς. Τι σημασία έχει αν βρίσκεσαι στο Παρίσι, στο Βερολίνο ή στην Αθήνα; Πουθενά δεν είναι λύση το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός, ούτε φυσικά ασφάλεια το να 'χεις μια σταθερή δουλειά, ένα σπιτικό και μια σταθερή σχέση.


Αναρωτήθηκα, βέβαια, γιατί επιλέχθηκε το ταξίδι μέσα στον χρόνο, σε ιστορικές στιγμές του 20ού αι. παγκοσμίως, εφόσον θα μπορούσε απλώς το Λονδίνο να γίνει εξαρχής Αθήνα και ο Τζίμι να ονομαστεί «Δημήτρης», η Άλισον «Αλίκη» κ.ο.κ. Και πάλι, όμως, η ιδέα της Καραλή έχει γερές βάσεις: οι νέοι ήρωες που επαναστατούν με αφορμή τα προσωπικά τους είναι οι επαναστάτες που διαπερνούν ολόκληρο τον 20ό αι. των κοσμογονικών αλλαγών, καθώς το έργο καταλήγει στο Λονδίνο λίγο πριν από το μιλένιουμ. Και μην παραβλέπουμε κάτι σημαντικό: είναι άλλη η σημασία του για το 1956 και άλλη για το 2017. Θα μπορούσε να βγει ένα μικροαστικό νευρωτικό μελό, αν επρόκειτο για ένα συμβατικό ανέβασμα. Όχι ότι ένα τέτοιο έργο θα έχανε τη διαχρονικότητά του – η ενδοοικογενειακή βία, η συζυγική απιστία, τα καταστροφικά πάθη, οι καθιερωμένες ηθικές νόρμες και η έλλειψη επικοινωνίας πάντα θα υπάρχουν στις κοινωνίες των ανθρώπων. Αίσθησή μου είναι, όμως, πως η Καραλή πήρε τους ήρωές της από το χέρι κανονικά και τους οδήγησε στην ενηλικίωση, φωτίζοντας έστω και στο τελευταίο λεπτό την απόλυτη εσωτερική μαυρίλα τους. Ο φίλος φεύγει, το ίδιο και η πρώην φίλη της γυναίκας και ερωμένη του άντρα, αφήνοντας το ζευγάρι μόνο, να ουρλιάζει και να βγάζει τα εσώψυχά του λίγο πριν από τη λύτρωση με γερές δόσεις καμουφλαρισμένου οπτιμισμού. Μένεις να αναρωτιέσαι, αφότου σβήσουν τα φώτα της σκηνής, αν τελικά αυτοί οι δύο άνθρωποι βρήκαν τη λύση στο πρόβλημά τους, αν θα ξανακάνουν μια νέα αρχή ή αν θα φάει ο ένας τις σάρκες του άλλου σε έναν, εκτός σκηνής πλέον, χώρο.

 

Η Πέγκυ Τρικαλιώτη που διαθέτει ένα μεγάλο προνόμιο στον συγκεκριμένο ρόλο, να τον ερμηνεύει με τον ενθουσιασμό μιας πρωτόβγαλτης, παρά τα χιλιόμετρα που 'χει διανύσει στο θεατρικό σανίδι.
Η Πέγκυ Τρικαλιώτη που διαθέτει ένα μεγάλο προνόμιο στον συγκεκριμένο ρόλο, να τον ερμηνεύει με τον ενθουσιασμό μιας πρωτόβγαλτης, παρά τα χιλιόμετρα που 'χει διανύσει στο θεατρικό σανίδι.


Ο Χάρης Τζωρτζάκης είναι εξαιρετικός ως Τζέιμς, σε έναν ρόλο που στην Ελλάδα είχε παίξει για πρώτη φορά ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ. Με τη φυσική του ευλυγισία, ακόμα και τα γκρίζα του μαλλιά, συνδυάζει μια ευγένεια με μια τραχύτητα, τη νεανικότητα με την ωριμότητα. Και, ναι, ο ρόλος αυτός ειδικά απαιτεί έναν ηθοποιό με το φιζίκ του Τζωρτζάκη. Για την ακρίβεια, είναι από τους σπάνιους εκείνους ρόλους που, πέραν του υποκριτικού ταλέντου, απαιτεί και μια άλφα εμφάνιση, καθώς αυτή, στα μάτια του θεατή, σώζει τελικά τον χαρακτήρα από το να φαίνεται ένας αχώνευτος και κυνικός μισογύνης. Κάνω μια μεγάλη παρένθεση και θυμίζω πως όταν ο Χίτσκοκ έκανε το κινηματογραφικό «Ψυχώ», ορθότατα άλλαξε τον κοντό και φαλακρό Νόρμαν Μπέιτς του βιβλίου με τον ψιλόλιγνο αινιγματικό Άντονι Πέρκινς, θέλοντας να τονίσω πόσο σημαντικό είναι το κάστινγκ για κάθε ταινία, παράσταση κ.λπ.


Στον ρόλο του φίλου του Τζέιμς και κατά βάθος κρυφοερωτευμένου με τη γυναίκα του ο Σήφης Πολυζωίδης που αποδίδει άψογα το πιο ισορροπημένο πρόσωπο του έργου. Ανεπιτήδευτος ως ηθοποιός, σου δίνει την αίσθηση του φίλου της «διπλανής πόρτας» που πάντα λειτουργεί πυροσβεστικά και όταν η κατάσταση φτάνει στο απροχώρητο απλώς αποχωρεί, μένοντας ουσιαστικά αλώβητος από τη φωτιά των άλλων.


Άλισον είναι η Πέγκυ Τρικαλιώτη που διαθέτει ένα μεγάλο προνόμιο στον συγκεκριμένο ρόλο, να τον ερμηνεύει με τον ενθουσιασμό μιας πρωτόβγαλτης, παρά τα χιλιόμετρα που 'χει διανύσει στο θεατρικό σανίδι. Άμεση, εκδηλωτική, παίζει πολύ με την έννοια του ρυθμού όσο κλιμακώνεται η απομυθοποίηση της σχέσης της με τον Τζέιμς. Στο φινάλε, με τον φρενήρη μονόλογό της, αγγίζει την τελειότητα.


Για το τέλος άφησα την Παρθενόπη Μπουζούρη – για μένα η αποκάλυψη της παράστασης! Αστεία ως... bitch, κάτι μεταξύ Γκλεν Κλόουζ και Σίνθια Νίξον από το «Sex and the city», και συνάμα γοητευτική, είναι έτοιμη να ρουφήξει την ενέργεια όχι μόνο των συμπρωταγωνιστών της αλλά και των θεατών, συνθήκη παρμένη από τη στόφα των μεγάλων ηθοποιών! 

― Αντώνης Μποσκοΐτης

 

Χάρης Τζωρτζάκης και Σήφης Πολυζωίδης
Χάρης Τζωρτζάκης και Σήφης Πολυζωίδης

 

Info:

Οργισμένα Νιάτα

Θέατρο OLVIO (κοντά στο μετρό Κεραμεικού)

Ιερά Οδός 67 & Φαλαισίας 7, Βοτανικός | Tηλέφωνο: 2103414118

Απόδοση- Δραματουργική Επεξεργασία - Σκηνοθεσία: Κίρκη Καραλή

Πρωταγωνιστούν: Παρθενόπη Μπουζούρη, Σήφης Πολυζωίδης, Χάρης Τζωρτζάκης, Πέγκυ Τρικαλιώτη

Παραστάσεις: Πέμπτη 21:00 & Παρασκευή στις 18:30

ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ