O Charles Howard γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1936 και ήταν το μοναχοπαίδι μιας οικογένειας με παράδοση στο θέατρο. Και οι δυο γονείς του ήταν πετυχημένοι ηθοποιοί, όπως και ο παππούς του, που έπαιζε σε μιούζικ-χολ και χόρευε κλακέτες. Επειδή οι γονείς του έλειπαν συχνά, ο Τσάρλι μεγάλωσε με τη γιαγιά του, που ήταν μοδίστρα και έφτιαχνε και κοστούμια για το θέατρο. Η παιδική του ηλικία ήταν αρκετά περιπετειώδης.

 

 

Μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, μετακόμισαν οικογενειακώς στο Κεντ, αλλά δεν έμειναν για πολύ. Όταν ήταν πέντε ετών, η μητέρα του τον πήρε και πήγαν στην Αμερική, στο Hudson Valley, έξω από τη Νέα Υόρκη, σε μια φίλη της, την Helen Hayes, η οποία ήταν τότε διάσημη Αμερικάνα ηθοποιός. Φεύγοντας, η μητέρα του τον άφησε στο σπίτι της Heyes στην εξοχή, να τον φροντίσει μαζί με τον συνομήλικο γιο της.

 

 

Πέρασαν χρόνια για να μάθει ο Τσάρλι ότι στη διάρκεια του πολέμου η μητέρα του ήταν κατάσκοπος, γι’ αυτό τον πήγε στην φίλη της πριν φύγει για Σιγκαπούρη ‒ για να τον προστατέψει. Ο πατέρας του αιχμαλωτίστηκε από τους Ιάπωνες και έμεινε για χρόνια φυλακισμένος σε στρατόπεδο.

 

 

Ο Τσάρλι έμεινε στην Αμερική μέχρι τη λήξη του πολέμου και όταν επέστρεψε στο Λονδίνο βρήκε μια πόλη βομβαρδισμένη. Ο πατέρας του, από τον οποίο δεν είχε καμία ανάμνηση, ήταν ακόμα αιχμάλωτος στην Ιαπωνία και ουσιαστικά τον είδε για πρώτη φορά όταν απελευθερώθηκε. «Έπαιζε στον δρόμο και ξαφνικά σταματάει ένα ταξί και κατεβαίνει ένας ξένος άνθρωπος, ταλαιπωρημένος απ’ τον πόλεμο, που ήταν ο μπαμπάς του» λέει η κόρη του, Rachel Howard.

 

 

Όταν ήρθε στην Ελλάδα, γνώρισε την ελληνική μουσική και από την πρώτη στιγμή είχε επαφή με τα ρεμπέτικα. Τη δεκαετία του ’70 και του ’80 πηγαίναμε κάθε Κυριακή στο Μοναστηράκι με το τρένο, οικογενειακώς, κι εκείνος, με ένα συριανό ταγάρι για τσάντα, πήγαινε να ψάξει για δίσκους. Τους ήξερε όλους τους παλαιοπώλες.

 

«Ο πατέρας μου ήταν πανέξυπνος, αλλά παράτησε το σχολείο πολύ μικρός. Επειδή οι γονείς του έλειπαν λόγω δουλειάς, τον έβαλαν σε ένα οικοτροφείο, ένα πολύ προχωρημένο σχολείο για την εποχή, το οποίο άφησε στα δεκαπέντε του. Ήταν ένα από τα πρώτα μεικτά οικοτροφεία, αρκετά μποέμ. Στην ίδια τάξη με τον πατέρα μου ήταν η θεία μου, η αδελφή της μητέρας μου, έτσι γνώρισε τη μαμά μου και ερωτεύτηκαν, από πιτσιρίκια.

 

 

Μετά ο πατέρας μου έφυγε, πήγε στο Warwickshire, στο Royal Shakespeare’ Company, και έγινε ηθοποιός. Και επειδή ήταν μικρός, κουβαλούσε σπαθιά και έπαιζε ρόλους παιδιών. Βρέθηκε όμως στη σκηνή με τον Λόρενς Ολίβιε, με τεράστια ονόματα που σήμερα είναι θρύλοι. Συχνά έπαιρνε το τρένο για να πάει να δει τη μαμά μου στο Dartington, στο Devon, και κοιμόταν στους κήπους του σχολείου για να μην τον πάρουν είδηση οι καθηγητές. Την έβλεπε για λίγο και μετά επέστρεφε. Ήταν ένας μεγάλος έρωτας, που διήρκεσε όλη τους τη ζωή.

 

 

Η γιαγιά μου, η Ρόζαλιν, ήταν και σεναριογράφος. Μετά τη λήξη του πολέμου έπαιξε σε μια ταινία του Κακογιάννη, ο οποίος ζούσε τότε στο Λονδίνο και έκαναν παρέα. Ήταν φίλοι με τον Κοσμά Πολίτη, που είχε γράψει το Ερόικα, και όταν ο Κακογιάννης ήθελε να κάνει τη διασκευή, η γιαγιά μου συνέγραψε το σενάριο.

 

 

Στο Ερόικα, επειδή οι πρωταγωνιστές ήταν παιδιά, ο μπαμπάς μου προοριζόταν να παίξει ένα από τους δύο πρωταγωνιστές, αλλά τα χρήματα για να ξεκινήσουν τα γυρίσματα άργησαν δύο χρόνια και στο μεταξύ μεγάλωσε, δεν ήταν πια έφηβος, έτσι δεν έκανε για το ρόλο. Τελικά, έγινε βοηθός του Κακογιάννη. Από την πρώτη στιγμή που ήρθε στην Αθήνα τού έκανε «κλικ». Έκαναν τα γυρίσματα στο Ναύπλιο και όσο έμεινε για την ταινία αγάπησε πολύ την Ελλάδα. Κόλλησε μαζί της.

 

 

Όλη τη δεκαετία του ’60 οι γονείς μου έρχονταν πολύ συχνά για διακοπές σε διάφορα σημεία της Ελλάδας, έκαναν πολλούς φίλους και γνωριμίες, και έμεναν στο Κολωνάκι, όπου ήταν ο Βάρναλης και άλλοι ποιητές και ηθοποιοί. Το Κολωνάκι τότε έμοιαζε με το Τσέλσι του Λονδίνου, καλλιτεχνικές περιοχές και οι δύο.

 

 

Η αγάπη του για τη μουσική ξεκίνησε από πολύ νεαρή ηλικία, από τα έντεκα, και ήταν κυρίως για τα παλιά αμερικανικά μπλουζ. Από τότε ξεκίνησε τη συλλογή του με δίσκους 78 στροφών. Όταν ήρθε στην Ελλάδα, γνώρισε την ελληνική μουσική και από την πρώτη στιγμή είχε επαφή με τα ρεμπέτικα. Τη δεκαετία του ’70 και του ’80 πηγαίναμε κάθε Κυριακή στο Μοναστηράκι με το τρένο, οικογενειακώς, κι εκείνος, με ένα σκυριανό ταγάρι για τσάντα, πήγαινε να ψάξει για δίσκους. Τους ήξερε όλους τους παλαιοπώλες.

 

 

Το Μοναστηράκι τότε ήταν άλλος κόσμος, έβρισκες φοβερά πράγματα, στοίβες από δίσκους 78 στροφών χωρίς καν εξώφυλλα, σκονισμένους, που για τον πατέρα μου ήταν θησαυρός.

 

 

Αυτό που συνέδεσε τόσο πολύ τον μπαμπά μου με την Ελλάδα ήταν αρχικά η σχέση του με τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο και όλους αυτούς τους καλλιτέχνες που γνώρισε, οι οποίοι σίγουρα τον επηρέασαν ώστε να γίνει ζωγράφος. Και μετά ήταν η μουσική, οι φίλοι ‒ ειδικά στη διάρκεια της χούντας συνδέθηκε συναισθηματικά με τους Έλληνες φίλους του, έζησε όλη την επταετία από κοντά.

 

 

Όταν έγινε η χούντα, επειδή ο μπαμπάς μου ήξερε πολύ καλά τον Λάκη τον Καραλή, τον Νίκο τον Ναυπλιώτη και διάφορους από αυτή την παρέα που έφυγαν για το Λονδίνο, τους φιλοξένησε και τους βρήκε δουλειές. Κάποια στιγμή επιστρατεύτηκε και πήγε φαντάρος στη Γερμανία και όταν γύρισε δεν ήθελε να είναι πια ηθοποιός. Έπιασε τη ζωγραφική, αλλά, όταν δεν είχε δουλειά, έβαφε σπίτια. Έτσι βρήκε δουλειά και στους Έλληνες φίλους του, έβαφαν σπίτια και έπαιζαν μουσική.

 

 

Πριν μετακομίσουμε στην Ελλάδα, περνούσαμε έναν μήνα κάθε καλοκαίρι στη χώρα, όπου φτάναμε οδικώς, με ένα Renault Quatrell, που εμάς μας φαινόταν υπέροχο, αλλά ήταν σαν κονσερβοκούτι. Βάζαμε στο πίσω μέρος μπαούλα και βαλίτσες, από πάνω κιλίμια και σε αυτά ξαπλώναμε με την αδελφή μου, χωρίς ζώνες ασφαλείας ‒ έτσι ταξιδεύαμε στην εθνική. Κάναμε δέκα μέρες να φτάσουμε στην Ελλάδα, μέσω Γιουγκοσλαβίας, αλλά η Ελλάδα τότε ήταν ένας παράδεισος.

 

 

Είχαμε διάφορους φίλους και μέναμε από δω και από κει, ήταν σαν όνειρο. Μετά από πολλά χρόνια έμαθα ότι κατά τη διάρκεια της χούντας οι γονείς μου μέσα στα μπαούλα μετέφεραν υλικό για την αντίσταση, ακόμα και όπλα – αυτό έγινε σίγουρα μία φορά. Κι εμείς, τα παιδιά, κοιμόμασταν από πάνω τους!

 

 

Προς το τέλος της δεκαετίας του ’60, λίγο πριν από τη χούντα, οι γονείς μου πήγαν για πρώτη φορά στη Σκύρο. Τότε πήγαινες από την Κύμη με καΐκι και ήταν πολύ μεγάλο ταξίδι. Ενώ είχαν ταξιδέψει πολύ στην Ελλάδα, δεν ξέρω τι έγινε και κόλλησαν με το νησί. Η Σκύρος τότε είχε πολλούς Γάλλους, γιατί πήγαιναν ο Κουλεντιανός και ο Τσίρκας, μια παρέα που είχε σχέση με το Παρίσι, αλλά είχε και κάποιους Άγγλους, που έγιναν φίλοι των γονιών μου για μια ζωή.

 

 

Το 1975, μόλις έπεσε επιτέλους η χούντα, βρήκαν στη Σκύρο έναν στάβλο, τον οποίο τον αγόρασαν με 200 λίρες που δανείστηκαν από την αδελφή της μαμάς μου, που ζούσε στην Ιταλία. Ήταν πολύ δύσκολο να τον κάνουν σπίτι, γιατί έπρεπε να τον χτίσουν απ’ την αρχή. Ήταν και παραμεθόρια περιοχή και δεν μπορούσαν να τον αγοράσουν στο όνομά τους, οπότε ρίσκαραν και τον πήραν στο όνομα ενός φίλου του πατέρα μου που ήταν δικηγόρος, ο μόνος δικηγόρος στη Σκύρο.

 

 

Τότε συνέβαινε να έχεις αγοράσει σπίτι από μεσίτη, να πηγαίνεις σε αυτό και να μένει κόσμος μέσα. Ξέρω τρεις περιπτώσεις τέτοιες, που δεν μπήκαν ποτέ στο σπίτι που είχαν αγοράσει. Οι γονείς μου ήταν τυχεροί και κάποια στιγμή τη δεκαετία του ’90, όταν άλλαξε ο νόμος, κατάφεραν να γυρίσουν το σπιτάκι στο όνομά τους. Αυτό το σπιτάκι που αγόρασαν εντελώς αυθόρμητα ήταν όλο κι όλο ένα δωμάτιο μέσα στον οικισμό και ανέθεσαν την επισκευή του σε διάφορους μάστορες.

 

 

Το καλοκαίρι, ξανά με το αυτοκίνητο, κάναμε ολόκληρο ταξίδι περιμένοντας να δούμε το σπίτι έτοιμο και, φτάνοντας, βρήκαμε απλώς έναν σωρό από μπάζα. Δεν είχαν κάνει τίποτα. Έτσι οι γονείς μου αποφάσισαν να έρθουν για έναν χρόνο στην Ελλάδα και, επειδή ο μπαμπάς μου ήξερε από μαστορέματα, το έφτιαξε μόνος του.

 

 

Η μαμά μου είχε τελειώσει τη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά είχε εκπαιδευτεί και ως δασκάλα και δίδασκε στο δημοτικό, οπότε βρήκε δουλειά στο αγγλικό σχολείο στην Αθήνα. Ο μπαμπάς μου πηγαινοερχόταν στη Σκύρο, έφερε και έναν φίλο του αρχιτέκτονα από την Αγγλία, που έκανε μια μελέτη, και με γαϊδούρια και μουλάρια έφτιαξε το σπίτι. Και αυτός ο ένας χρόνος που θα έμεναν κράτησε τελικά όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Γιατί δεν έφυγαν ποτέ και η Σκύρος παρέμεινε ένα πάρα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής τους. Λόγω της δουλειάς της μαμάς μου, που είχε τρεις μήνες διακοπές, μπορούσαμε να περνάμε εκεί όλα τα καλοκαίρια.

 

 

Ο μπαμπάς μου ζωγράφιζε, αλλά έκανε και μαθήματα αγγλικών, έτσι είχε κι αυτός ελεύθερο το καλοκαίρι. Είχαν μια πολύ ωραία ζωή, γιατί τον χειμώνα τον περνούσαν στην Αθήνα, στην Κηφισιά, και το καλοκαίρι στο νησί. Η Κηφισιά ήταν τότε σαν χωριό, είχαμε γάιδαρο στον κήπο μας, κότες, πάπιες, ήταν μια κατάσταση που δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή.

 

 

Ο μπαμπάς μου τα καλοκαίρια ζωγράφιζε μετά μανίας, κάθε μέρα, από τότε που τον θυμάμαι, εκτός από τα τελευταία χρόνια, που έπαθε Πάρκινσον. Για ένα διάστημα σταμάτησε, αλλά κατάφερε να ξαναπιάσει τη ζωγραφική, κάνοντας πιο μικρά έργα. Ζωγράφιζε επειδή το ένιωθε ως ανάγκη και όχι επειδή ήταν επάγγελμα ή την είχε δει καλλιτέχνης. Ήταν κάτι που το έκανε με εμμονή, χωρίς να θέλει να δείχνει τη δουλειά του απαραίτητα. Περιοδικά έκανε κάποιες εκθέσεις, αλλά αυτές προέκυπταν από ανθρώπους που πίστευαν στη δουλειά του και τον έβρισκαν από μόνοι τους, δεν έκανε ποτέ κάτι για να προωθηθεί.

 

 

Ο πατέρας μου ήταν πολύ πειθαρχημένος, ασχολούνταν με πολλή σοβαρότητα με τη μουσική και τη ζωγραφική, αλλά δεν είχε την ανάγκη της αναγνώρισης ή της προβολής, πίστευε σε αυτό που έκανε και το έκανε κινούμενος από ένα πάθος εσωτερικό. Πολλοί καλλιτέχνες που δεν είναι γνωστοί έχουν ένα απωθημένο, ο μπαμπάς μου, από την άλλη, δεν ήταν γνωστός, αλλά δεν είχε κανένα απωθημένο. Όταν έκανε εκθέσεις χαιρόταν, όμως δεν αγχωνόταν πάρα πολύ. Πούλαγε έργα, κυρίως ιδιωτικά, σε ανθρώπους που εκτιμούσαν τη δουλειά του, ή έκανε κάθε πέντε χρόνια μια έκθεση.

 

 

Ήταν φοβερός αφηγητής, λόγω τους παρελθόντος του ως ηθοποιού και λόγω της ιδιοσυγκρασίας του. Ήταν ένας έντονος άνθρωπος που δεν μιλούσε πολύ, όταν τον έπιανε όμως να πει μια ιστορία, την έλεγε τόσο εκφραστικά, κάνοντας διαφορετικές φωνές, που όλο το τραπέζι καθηλωνόταν. Δεν ήταν η ψυχή της παρέας που θα μίλαγε όλη την ώρα, αλλά όταν το αποφάσιζε ήταν φοβερός, ήταν αυτό που λέμε στα αγγλικά “raconteur”, αφηγητής, κάποιος που το ’χει.

 

 

Δεν έγραφε πολύ, αλλά είχε φοβερή πένα. Άφησε αρκετές σημειώσεις, κυρίως μουσικές, που είναι πολύ εξειδικευμένες. Κράταγε μικρά σημειωματάρια όπου έγραφε μικρές φράσεις από τον Ρουμί, τον Καζαντζάκη, διάφορα αποσπάσματα που τον ενέπνεαν. Έγραφε και τα κείμενα για τους δίσκους που έβγαλε, είκοσι τρία συνολικά, που είναι ουσιαστική μελέτη και δουλειά. Όλα αυτά τα έχει κάνει χωρίς πληρωμή.

 

 

Ο μπαμπάς μου ήταν συλλέκτης, αλλά ήταν σχεδόν ακαδημαϊκός, παρότι άφησε τόσο νέος το σχολείο. Ο αρχιτέκτονας που μας σχεδίασε το σπίτι στη Σκύρο μού είπε πρόσφατα ότι “ο μπαμπάς σου, όποιο θέμα και να άνοιγες, ήξερε κάτι να σου πει, από την ισλαμική τέχνη μέχρι τον πόλεμο στην Κορέα”. Ήταν πολύ διαβασμένος και είχε άπειρα ενδιαφέροντα. Το περίεργο ήταν ότι θυμόταν κιόλας ό,τι διάβαζε, είχε φοβερή μνήμη.

 

 

Όλα τα έκανε σοβαρά, αλλά μου έκανε εντύπωση αυτό που μου είπαν δυο-τρεις κολλητοί του όταν πέθανε, κι αυτοί συλλέκτες, η μουσική παρέα του, παλιοί Έλληνες λεβέντες, με φιλότιμο: «Να προσέχεις τους συλλέκτες. Μην τυχόν έρθει κανένας, γιατί είναι αρπακτικά και θα θέλουν να σου πάρουν ό,τι έχεις». Θέλω να χαρίσω τη συλλογή του κάπου, να μπορεί να έχει πρόσβαση όποιος ενδιαφέρεται να ακούσει.

 

 

Δεν έχω σπάνιους δίσκους, έχουν μείνει καμιά εικοσαριά, γιατί είχε πουλήσει όλους τους σπάνιους. Το 1981 κάηκε το σπίτι μας και έγινε στάχτη ό,τι είχε μαζέψει μέχρι τότε. Αγόραζε σπάνιους δίσκους για τις συλλογές CD που έφτιαχνε, τους αντέγραφε και μετά τους πουλούσε. Και επειδή ήταν τρομερά απλόχερος, όταν τον έπαιρνε κάποιος τηλέφωνο ή του έστελνε e-mail και του έλεγε “κάνω μια έρευνα για τον τάδε, μπορείς να με βοηθήσεις, έχεις κάτι στο αρχείο σου;”, έδινε σε όλους.

 

 

Και μπορεί να μην είπε ποτέ κακή λέξη ο πατέρας μου για κανέναν, αλλά έμαθα από τους φίλους του ότι όταν έβγαζε τα CD και ζητούσε από κάποιον, για να είναι ολοκληρωμένη η συλλογή, να τον βοηθήσει επειδή ήξερε ότι είχε ένα συγκεκριμένο τραγούδι σε καλή κατάσταση, εκείνος δεν του έδινε τον δίσκο».

 

 

Η έκδοση των CD του Charles Howard ξεκίνησε το 1994, όταν ανακάλυψε ότι στα αρχεία της His Master’s Voice στο Λονδίνο υπήρχε αρχείο με όλους τους δίσκους που η εταιρεία είχε κυκλοφορήσει σε ολόκληρο τον κόσμο. Ανάμεσά τους υπήρχαν και άθιχτοι δίσκοι με ρεμπέτικα που είχαν βγει προπολεμικά στην Ελλάδα. Έκανε μια συμφωνία με τον διευθυντή της EMI και έτσι κυκλοφόρησαν τα πρώτα CD.

 

 

Αργότερα, ο Μάτσας, ως πρόεδρος της ελληνικής EMI, ζήτησε να σταματήσουν οι εκδόσεις του Charlie, αλλά εκείνος συνέχισε να βγάζει CD με κομμάτια από την προσωπική του συλλογή και άλλων Ελλήνων φίλων του συλλεκτών. Όλες του οι κυκλοφορίες, σε εταιρείες της Αγγλίας, της Αμερικής και της Σουηδίας, περιέχουν κομμάτια στην καλύτερη δυνατή ποιότητα, άψογα ψηφιοποιημένα.

 

 

Για τους συλλέκτες του ρεμπέτικου τραγουδιού και αρκετούς νέους μουσικούς ο Charles Howard είναι ένα θρυλικό πρόσωπο.

 

 

«Τον Charles Howard τον γνώρισα το 1993, σε ηλικία 14 ετών» λέει ο Σταύρος Κουρούσης, ερευνητής του ρεμπέτικου, συγγραφέας (του βραβευμένου στην Αμερική από την Association for Recorded Sound Collections [ARSC] «Από τον ταμπουρά στο μπουζούκι») και δάσκαλος κλασικής κιθάρας. «Τότε, ως σπουδαστής κλασικής κιθάρας, η γνωριμία μας έγινε στο μαγαζί του Βασίλη Λιακόπουλου στο Γκάζι, στο πλαίσιο ενός δίσκου του οποίου παραγωγός θα ήταν ο Charlie. Μπουζούκι θα έπαιζε ο σπουδαίος ερασιτέχνης του ρεμπέτικου Νίκος Βραχνάς, τον οποίο εγώ θα συνόδευα στον μπαγλαμά.

 

 

Ο Charlie ήταν μεγάλος θαυμαστής του Bραχνά, καθώς πίστευε πως ήταν η τελευταία γνήσια γραμμή του προπολεμικού ρεμπέτικου του Πειραιά και ήθελε διακαώς να τον δικαιώσει, κάνοντάς του μια παραγωγή. Δυστυχώς, η προσπάθεια αυτή τότε δεν ευοδώθηκε, αλλά οι ηχογραφήσεις έγιναν, μετά από δική μου παρέμβαση, το 2000, με τον Charlie πίσω από το μικρόφωνο εγγραφής.

 

 

Από το 1995 ξεκίνησα να μαζεύω δίσκους γραμμοφώνου, γνωρίζοντας όλους τους συλλέκτες της πιάτσας, παλιούς και νέους. Ο Charlie επηρέασε καταλυτικά αυτόν τον χώρο. Ήταν άριστος γνώστης του.

 

 

Όταν ήρθε στην Ελλάδα γνώρισε το ρεμπέτικο, το οποίο τον αιχμαλώτισε και άρχισε παθιασμένα να ψάχνει για δίσκους γραμμοφώνου, έχοντας ως γνώμονα τη σπανιότητα και κυρίως την καθαρότητά τους. Το να είσαι συλλέκτης είναι κάτι που το “σπουδάζεις” με τα χρόνια και ο Charlie, εκτός του ότι με τίμησε με μια σπουδαία φιλία όλα αυτά τα χρόνια, υπήρξε ο μέντοράς μου σε αυτό το θέμα και έμαθα πολλά πράγματα από αυτόν. Δεν υπήρχε σοβαρός συλλέκτης στην Ελλάδα εδώ και χρόνια που να μη γνώριζε τον Charlie.

 

 

Παράλληλα, καθιερώθηκε ως ένας από τους πιο σημαντικούς παραγωγούς επανέκδοσης ρεμπέτικων ‒ στη συνείδηση πολλών είναι ο πιο ονομαστός. Με το έργο του στις εταιρείες Rounder, Heritage και Jsp για περίπου μια δεκαπενταετία, από το 1990 ως το 2015, έβαλε πολύ ψηλά τον πήχη στον τομέα της επανέκδοσης. Η καθαρότητα των τραγουδιών σε μερικές από τις παραγωγές του είναι αξεπέραστη, καθώς είχε επιλέξει για τον καθαρισμό τους τον φίλο του και διάσημο ηχολήπτη στον χώρο των δίσκων 78 στροφών John R.T Davies και τον μαθητή του Ted Kendall.

 

 

Ο Τσάρλι, χωρίς υπερβολή, είναι αυτός που έμαθε πολλούς συλλέκτες στην Ελλάδα να ακούνε σωστά τους δίσκους μέσα από τις αγγλικές βελόνες που χρησιμοποιούσε. Στα μηχανήματα αναπαραγωγής οι περισσότεροι, για πολλά χρόνια, χρησιμοποιούσαν κεραμικές κεφαλές κατώτερης ηχητικής αξίας. Σήμερα, που έχω αναλάβει πλέον να κάνω κι εγώ με τη σειρά μου επανεκδόσεις στον χώρο των δίσκων 78 στροφών, το οφείλω στην εμπειρία μου μαζί του. Τον έχω ως πρότυπο γιατί προσέγγιζε τον τομέα του ήχου σοβαρά και κάποιες παραγωγές του είναι δύσκολο να αντικατασταθούν».

 

 

«Ο Charlie παθιαζόταν με τη μουσική που τον συγκινούσε και ήθελε και οι άλλοι να μπορούν να την ακούνε, είτε ήταν πρώιμα μπλουζ, είτε κάντρι, είτε οποιαδήποτε μουσική συναντούσε και θεωρούσε αυθεντική», λέει ο Tony Klein, Βρετανός μουσικός, ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής που ζει στη Σουηδία, από τους πιο σημαντικούς μελετητές του ρεμπέτικου και της ελληνικής μουσικής των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα.

 

 

«Παρότι μάζευε ελληνικούς δίσκους 78 στροφών από τη δεκαετία του ’60 και είχε επαφή με άλλους συλλέκτες και λάτρεις των ρεμπέτικων, η δημόσια συνεισφορά του στη διάσωσή τους άρχισε τη δεκαετία του ’90, την εποχή των CD, δύο δεκαετίες μετά το μαζικό κύμα των επανακυκλοφοριών των ρεμπέτικων σε LP στην Ελλάδα, το οποίο είχε ξεκινήσει στις αρχές τη δεκαετίας του ’70. Μέχρι τότε είχε κάνει τεράστια προσπάθεια να εντοπίσει τις αρχικές ηχογραφήσεις του καλλιτέχνη που τον συγκινούσε περισσότερο, του Μάρκου Βαμβακάρη, του πατριάρχη του ρεμπέτικου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την κυκλοφορία ολόκληρων CD με την πρώιμη δουλειά του Μάρκου, το 1998 και το 2010, ενώ αρκετά τραγούδια του συμπεριλήφθηκαν στις άλλες συλλογές του.

 

 

Ο Charlie έψαχνε πάντα τα πιο καθαρά αντίτυπα, αν και τις περισσότερες φορές είχε πρόσβαση στο μοναδικό αντίτυπο ενός σπάνιου δίσκου, το οποίο μπορεί να ήταν σε άθλια κατάσταση και απαιτούνταν άπειρη δουλειά στο στούντιο για την επανάκτηση του ήχου που περιεχόταν σε αυτόν.

 

 

Η σχέση του Charlie με τη μουσική ήταν πολυδιάστατη. Δεν τον συγκινούσε βαθιά μόνο αυτό που άκουγε αλλά ήθελε να μάθει τα πάντα για τη ζωή των τραγουδιστών και των μουσικών, ήταν κολλημένος με την επιστήμη της δισκογραφίας – έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια να αποκτήσει τα αρχεία των δισκογραφικών εταιρειών, να εντοπίσει λεπτομέρειες για το πότε και πώς ακριβώς έγιναν οι ηχογραφήσεις και, όπου γινόταν, να μάθει ποιος ήταν παρών σε κάθε ηχογράφηση.

 

 

Όπου ήταν δυνατό έκανε σχολαστικές σημειώσεις για νούμερα καταλόγου, μήτρας και ηχογράφησης ή ημερομηνίες ηχογράφησης, και όλες αυτές οι πληροφορίες περιλαμβάνονταν κάθε φορά στις σημειώσεις που έκανε για την επανακυκλοφορία ενός CD με κομμάτια που είχε μαζέψει.

 

 

Ιδιαιτέρως σημαντικό στην εμπλοκή του με τα ρεμπέτικα ήταν το ενδιαφέρον του για τον ίδιο τον ήχο που περιλαμβανόταν στα αυλάκια των δίσκων 78 στροφών. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στη φιλία του με άλλους συλλέκτες δίσκων 78 στροφών στην Αγγλία και στην Αμερική, ειδικά με τον μακαρίτη τον John R.T. Davies (1927-2004), έναν Βρετανό μουσικό της τζαζ, συλλέκτη και ηχολήπτη, ο οποίος ήταν πρωτοπόρος στην τέχνη της ανάκτησης του ήχου από δίσκους 78 στροφών.

 

 

Ο Davies περνούσε ώρες, ίσως και μέρες, δοκιμάζοντας έναν μεγάλο αριθμό από διαμαντένιες βελόνες διαφορετικών διαστάσεων πριν αποφασίσει ποια θα έδινε την πιο πιστή μεταγραφή της μουσικής πληροφορίας που περιεχόταν στα αυλάκια ενός συγκεκριμένου δίσκου 78 στροφών.

 

 

Ο John δίδαξε στον Charlie τη σημασία του σωστού είδους καμπύλης εξίσωσης όταν μετέτρεπε τα 78άρια του σε CD για να διατηρηθεί η ηχητική πληροφορία όσο πιο πιστά ήταν δυνατό, έτσι που ο μηχανικός του mastering να μπορεί να χρησιμοποιήσει την προηγμένη ψηφιακή τεχνολογία με σωστό τρόπο και προσεκτικά να αποκαταστήσει και όχι να “καθαρίσει” τον ήχο, κάτι που δυστυχώς δεν γίνεται συχνά στις επανακυκλοφορίες των δίσκων 78 στροφών στην Ελλάδα και σε πολλές άλλες χώρες, με θλιβερά αποτελέσματα.

 

 

Έτσι, όταν ο Charlie ξεκίνησε να επιλέγει κομμάτια και να γράφει σημειώσεις για τα συνολικά 48 CD με ρεμπέτικα που κυκλοφόρησε από το 1992 μέχρι το 2012 σε δύο βρετανικές εταιρείες, μία αμερικανική και μία σουηδική ανεξάρτητη, όλες αυτές οι επανακυκλοφορίες διέφεραν κατά πολύ και από πολλές απόψεις απ’ ό,τι είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα ως τότε.

 

 

Η ποιότητα του ήχου και το επίπεδο της πληροφορίας που ήταν προσεκτικά διερευνημένη και λεπτομερής, περιλαμβάνοντας τους στίχους των τραγουδιών (και τις αγγλικές μεταφράσεις), ήταν ασύγκριτα ανώτερα από αυτό που ήταν συνηθισμένο στις ελληνικές επανεκδόσεις, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ο Charlie έψαχνε πάντα τα πιο καθαρά αντίτυπα, αν και τις περισσότερες φορές είχε πρόσβαση στο μοναδικό αντίτυπο ενός σπάνιου δίσκου, το οποίο μπορεί να ήταν σε άθλια κατάσταση και απαιτούνταν άπειρη δουλειά στο στούντιο για την επανάκτηση του ήχου που περιεχόταν σε αυτόν.

 

 

Σε αυτό το πλαίσιο, η φιλία του με τους Βρετανούς συλλέκτες και φανατικούς μουσικόφιλους Paul Vernon και Bruce Bastin οδήγησε σε μία από τις πιο σημαντικές συνεισφορές στο ρεμπέτικο. Από το 1994 μέχρι το 1996 κυκλοφόρησαν έξι CD στη βρετανική εταιρεία Heritage. Το υλικό γι’ αυτά προήλθε από τα αρχεία της ΕΜΙ που στεγάζονταν έξω από το Λονδίνο, στο Hayes. Εκεί, ανάμεσα από εκατοντάδες χιλιάδες ανέγγιχτους δίσκους 78 στροφών από ολόκληρο τον κόσμο, ηχογραφημένους από την Gramophone, μετέπειτα HMV, από τις αρχές του εικοστού αιώνα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’30, υπήρχαν εκατοντάδες δίσκοι με ρεμπέτικα, οι οποίοι δεν είχαν ακουστεί ποτέ σε τέτοια κατάσταση, τέλεια.

 

 

Έχοντας πρόσβαση στα αρχεία της ΕΜΙ με τις ηχογραφήσεις και λίγο-πολύ παρακαλώντας την εταιρεία για να τους δώσει την άδεια να επανακυκλοφορήσουν μετεγγραφές από το άριστης ποιότητας αυτό υλικό, ο Charlie βοήθησε τον Paul να επιλέξει και να ταξινομήσει για αρχειακές μετεγγραφές 120 ηχογραφήσεις ρεμπέτικων που κυκλοφόρησαν από τον Bruce Bastin σε έξι CD, τα οποία κυριολεκτικά σόκαραν του λάτρεις του είδους όταν τα πρωτάκουσαν. Κάποιοι απλώς δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που άκουγαν και επέμεναν ότι είναι νέες ηχογραφήσεις των αυθεντικών τραγουδιών, που αντέγραφαν ακριβώς τα πρωτότυπα.

 

 

Ανάμεσα στους καλλιτέχνες αυτών των δίσκων ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Αντώνης Νταλγκάς, η Ρίτα Αμπατζή, η Ρόζα Εσκενάζυ και ο Γιοβάν Τσαούς. Πολλά τραγούδια τους είχαν ακουστεί από κατεστραμμένους δίσκους, μεταξύ αυτών και η “Φραγκοσυριανή” του Βαμβακάρη.

 

 

Η γενναιόδωρη συνεισφορά του Charlie (δεν έβγαλε ποτέ λεφτά από αυτό του το πάθος) είχε ως αποτέλεσμα να μπορέσουν να ακούσουν άνθρωποι όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο πάνω από χίλιες ηχογραφήσεις ρεμπέτικων από το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, συχνά σε ποιότητα ήχου που δεν είχε ακουστεί ποτέ, και να τοποθετηθούν αυτές οι ηχογραφήσεις στο ιστορικό, πολιτιστικό, προσωπικό, μουσικό και δισκογραφικό πλαίσιο που τους αξίζει».

 

 

Εκτός από την Αθήνα και τη Σκύρο, μεγάλη αγάπη του Charlie υπήρξε η Κωνσταντινούπολη, όπου από κάποια στιγμή και ύστερα ζούσε με την Ντίζι, τη σύζυγό του, έξι μήνες τον χρόνο. «Στην Πόλη πήγαμε πρώτη φορά όταν ήμουν έντεκα χρονών και ήταν ακόμα σαν σε καθεστώς χούντας», λέει η Rachel. «Φτάσαμε πάλι με το Quatrell και θυμάμαι ότι μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση γιατί ήταν παντού στρατιώτες με πολυβόλα, κι εμείς είχαμε έρθει από την Αθήνα, όπου κάναμε κάπως χίπικη ζωή.

 

 

Ο πατέρας μου είχε μεγάλη αγάπη και πάθος για την Πόλη και πήγαιναν κατά καιρούς διακοπές με τη μητέρα μου στην Καππαδοκία, στο Ικόνιο και στην Προύσα. Όταν η μαμά μου έγινε εξήντα χρονών και πήρε σύνταξη, πήγαν ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη. Είχε μόλις πεθάνει μια θεία της, είχε πάρει και το εφάπαξ της και επιτέλους είχαν κάποια χρήματα, γιατί μια ζωή είχαν μόνο το σπιτάκι στη Σκύρο και ζούσαν στο νοίκι. Δεν ζούσαν ανεύθυνα, αλλά δεν τους ενδιέφερε να έχουν ιδιοκτησία.

 

 

Κάποια στιγμή, ενώ είναι στην Πόλη, με παίρνει τηλέφωνο η μαμά μου και μου λέει: “Μόλις αγοράσαμε ένα σπίτι!”. Ήξερα ότι σκέφτονταν να γυρίσουν στην Αγγλία, αλλά είχαν φύγει από το ’75 και ήταν 2005 και δεν είχαν τίποτα πια εκεί. Έτσι, βρήκαν μια ευκαιρία στην Κωνσταντινούπολη, ένα παλιό σπίτι που έκανε ακριβώς όσα λεφτά είχαν, 100.000 δολάρια, και το αγόρασαν. Ήταν κάτι που έγινε αυθόρμητα, όπως και με το σπίτι στη Σκύρο, αλλά αυτό το σπίτι τούς ανανέωσε πάρα πολύ.

 

 

Εκεί που έλεγαν “βγαίνουμε στη σύνταξη” –αν και ο μπαμπάς μου δεν πήρε ποτέ σύνταξη, δεν είχε πουθενά ένσημα‒, άλλαξε όλη τους η ζωή. Βρέθηκαν με το ένα πόδι στην Ελλάδα και με το άλλο στην Πόλη, σε ένα καταπληκτικό σπίτι, στον τέταρτο όροφο, χωρίς ασανσέρ, αλλά μαγικό. Κι εκεί έκαναν έναν νέο κύκλο φίλων, παρέες Τούρκων, Ελλήνων της Πόλης, και ανακάλυψαν έναν καινούργιο κόσμο. Ξανάνιωσαν, έβγαιναν πιο πολύ και έγιναν ξανά παιδιά της πόλης, γιατί εδώ έμεναν συνέχεια στην Κηφισιά και δεν κατέβαιναν πολύ στο κέντρο.

 

 

Ο πατέρας μου έλεγε ότι η Πόλη τού θύμιζε την Ελλάδα όπως ήταν όταν πρωτοήρθαμε, το 1975. Πέρναγαν τέλεια εκεί, είχε ωραίο φαΐ, ωραία παζάρια και η πόλη του έδινε έμπνευση να ζωγραφίζει. Άλλαξε λίγο η ζωγραφική του αυτή την περίοδο, εμπνεύστηκε πολύ από τα τζαμιά και την οθωμανική αρχιτεκτονική, τα πλακάκια, αλλά κυρίως από τον σουφισμό. Είχε πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τους δερβίσηδες ο πατέρας μου, είχε από παλιά μεγάλη αγάπη για τον Ρουμί.

 

 

Το σπίτι της Πόλης δυστυχώς το πουλήσαμε το ’17, γιατί αρρώστησε η μαμά μου και χρειάζονταν τα χρήματα. Ήταν πάρα πολλά τα έξοδα, αλλά δεν μπορούσαν και να πάνε γιατί είχε γίνει η τρομοκρατική επίθεση και όλο αυτό με τον Ερντογάν, έτσι το πούλησαν.

 

 

Ο μπαμπάς μου ήταν χαρισματικός χωρίς να καταλαμβάνει πολύ χώρο, γιατί οι χαρισματικοί άνθρωποι καμιά φορά ρουφάνε και λίγο ενέργεια ή είναι λίγο επιβλητικοί και δεν ακούνε τους άλλους. Ο μπαμπάς μου άκουγε πάρα πολύ, ήταν σκεπτόμενος άνθρωπος και έκανε πολλά παραπάνω στη ζωή του απ’ ό,τι φανταζόμουν.

 

 

Πάντα μέναμε σε πολύ μικρά σπίτια, αλλά είχε έναν δικό του χώρο, με το στερεοφωνικό του και τους καμβάδες του, και εκεί μέσα παρήγε έργο χωρίς να το λέει. Στη Σκύρο κάθε πρωί μάς έδιωχνε από τις δέκα μέχρι τις δύο για να δουλέψει, να ζωγραφίσει. Δεν είχε καν φως μέσα στο σπίτι, γιατί είναι χτισμένο στον βράχο. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε αυτό το σκοτεινό δωμάτιο έβγαζε αυτά τα πολύ φωτεινά έργα.

 

 

Τα πάντα τα έμαθε μόνος του. Ήταν αυτοδίδακτος σε όλα, αλλά διάβαζε μετά μανίας και είχε μια απίστευτη βιβλιοθήκη, κυρίως με ιστορικά βιβλία, με γεωγραφίας, αρχιτεκτονικής, βιβλία για τέχνη. Μπορούσε να είναι πολύ μοναχικός, κλεισμένος μέσα στο δωμάτιό του ώρες ολόκληρες, ζωγραφίζοντας ή ακούγοντας μουσική, αλλά μετά μπορούσε να γίνει τρομερά κοινωνικός. Ήταν με τις ώρες του. Ήξερε πολύ ωραία ελληνικά, κάπως μάγκικα, επειδή άκουγε ρεμπέτικα, και οι παρέες του ήταν τύποι από το Μοναστηράκι.

 

 

Και επειδή ήταν πολύ κύριος γενικά, μίλαγε πολύ ευγενικά πάντα, αλλά εκεί που μιλούσε μπορεί να πέταγε και καμιά μάγκικη ρεμπέτικη έκφραση. Και επειδή με λένε Rachel και στα ελληνικά Ραχήλ, αλλά οι Έλληνες άκουγαν “κοχύλι”, “λαχείο”, και ούτε αυτό το έλεγαν σωστά, ο μπαμπάς μου μού έχει πει “επειδή δεν καταλαβαίνουν, θα σε λέμε Ρούλα”! Με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε “Γεια σου, Ρούλα!”. Είχε φοβερό χιούμορ, ήταν πάρα πολύ αστείος και η αγγλική πλευρά του ήταν λίγο σουρεάλ.

 

 

 

Λίγο πριν από το τέλος του μετέφρασε ένα βιβλίο που είχε βρει στο Μοναστηράκι πολύ παλιότερα με τον τίτλο Στον καιρό των Σουλτάνων. Ο Πάνος Τζελέπης, που το έγραψε, είναι κι αυτός ένας γνωστός άγνωστος, αρχιτέκτονας με καταγωγή από την Πόλη, και το βιβλίο αποτελείται από μικρά διηγήματα σαν βινιέτες αληθινής ζωής από μια πόλη, με τον υπόκοσμο της Κωνσταντινούπολης του δέκατου ένατου αιώνα. Είναι δύο βιβλία, μαζί με το Ένας Νταής.

 

 

Πρόκειται για μια υποκουλτούρα πολύ ενδιαφέρουσα, έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Ο μπαμπάς μου παθιάστηκε με αυτό το βιβλίο και κάθισε και το μετέφρασε μόνος του. Έκανε καταπληκτική μετάφραση κι έψαχνε πολύ καιρό να βρει εκδότη, αλλά όλοι του έλεγαν “όχι”. Ευτυχώς, φέτος, λίγο πριν πεθάνει, το εξέδωσε ένας νεαρός Ελληνοαυστραλός που έχει φτιάξει έναν δικό του μικρό εκδοτικό και πρόλαβε να το δει τυπωμένο.

 

 

Στην κηδεία του ήρθε ένας φίλος του, ο Γιώργος Γραμματικός, ο ηθοποιός, ο οποίος τον ήξερε από το 1971, και με συγκίνησε πάρα πολύ γιατί μου είπε ότι “ο πατέρας σου και η μητέρα σου είχαν κάτι που δεν ήταν ευρέως γνωστό, ήταν τρομερά φιλάνθρωποι, αλλά βοηθούσαν χωρίς να το επιδεικνύουν”. Οι γονείς μου δεν είχαν ποτέ χρήματα, αλλά πάντα βοηθούσαν τους ανθρώπους που είχαν λιγότερα.

 

 

Μου είπε χαρακτηριστικά για τον Θοδωρή από το Μοναστηράκι, που είχε μια τρύπα και πουλούσε παλιά πράγματα, ο οποίος, όταν μεγάλωσε, ήταν τελείως μόνος. Ο μπαμπάς μου, κάθε φορά που θα κατέβαινε στο Μοναστηράκι, του πήγαινε φαγητό απ’ τη μαμά μου και τσιγάρα. Κι αργότερα, όταν ήταν άρρωστος, πήγαινε στο σπίτι του στο Παγκράτι και του έδινε χρήματα. Δεν είχε λεφτά, και όλα αυτά τα έκανε χωρίς να τα παίρνει είδηση κανένας μας. Ήταν πολύ γενναιόδωρη ψυχή.

 

 

Νομίζω ότι αυτό το quote του Αγά Χαν που βρήκα ανάμεσα στα πράγματά του, το οποίο έχει γράψει σε ένα χαρτάκι, τα λέει όλα: “Τη ζωή πρέπει να τη σέβεσαι και να τη ζεις με αξιοπρέπεια και γενναιοδωρία”. Αυτό έκανε ο μπαμπάς μου».

 

Στο podcast ακούγεται η Rachel Howard, κόρη του Charles Howard, να αφηγείται τη ζωή και το έργο του πατέρα της μέσα από τα δικά της μάτια. Οι δηλώσεις του Σταύρου Κουρούση και του Tony Klein έχουν εκφωνηθεί από τον Δημήτρη Λαμπράκη.