Μισή ώρα πριν από την έναρξη της παράστασης το φουαγέ του Θεάτρου Ολύμπια ξεχείλιζε από θεατές, ενώ μέσα στο θέατρο γινόταν μάχη ακόμα και για την τελευταία βελούδινη θέση. Δικαίως! Η παράσταση το άξιζε και με το παραπάνω. Στον Χορό Μεταμφιεσμένων ο Βέρντι, υπέρμαχος της ανεξαρτησίας και της ενοποίησης της Ιταλίας, διάλεξε για ήρωά του τον βασιλιά της Σουηδίας Γουσταύο Γ’ που δολοφονήθηκε το 1792 στην Όπερα της Στοκχόλμης επειδή ήρθε σε σύγκρουση με την αριστοκρατία της αυλής του. Εξαιτίας της λογοκρισίας όμως, στην όπερα, ο Γουσταύος Γ’ είναι ερωτευμένος με την Αμέλια, τη γυναίκα του καλύτερού του φίλου Ανκαρστράιμ, ο οποίος και τον δολοφονεί στον χορό που δίνει ο βασιλιάς στην τελευταία σκηνή του έργου. Η παράσταση αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από καλή. Η μουσική διεύθυνση τ της έτσι κι αλλιώς υπέροχης μουσικής του Βέρντι από τον Λουκά Καρυτινό ήταν εξαιρετική. Καταπληκτικά ήταν και τα σκηνικά του Δημήτρη Πολυχρονιάδη - η χρήση του χώρου που μεταμορφωνόταν πότε σε κατοικία του βασιλιά (με κίονες), πότε  σε χώρο δράσης (με γερανούς), ήταν ευφυής, κάτι που αναδείχτηκε ακόμα περισσότερο στον χορό των μεταμφιεσμένων, όπου ακόμα και η τελευταία λεπτομέρεια προσέθετε κάτι στο φαντασμαγορικό αποτέλεσμα. Το θέαμα επί σκηνής ήταν διπλό. Οι καλεσμένοι φορούσαν χρυσά χάρτινα καπελάκια σαν αυτά που φοράνε στα πάρτι γενεθλίων, τα οποία αντανακλούσαν τη λακαρισμένη επιφάνεια των θεωρείων στο βάθος της σκηνής, απ’ όπου παρακολουθούσαν απορροφημένοι τα θεάματα του χορού. Tην ίδια ώρα, λίγο πιο μπροστά, ο Γουσταύος έλεγε το τελευταίο αντίο στην Αμέλια, πριν πέσει νεκρός από το χέρι του Ανκαρστράιμ (εύφημος μνεία αξίζει στον βαρύτονο Δημήτρη Πλατανιά). Όλα αυτά, βέβαια, υπό τη σκηνοθετική μαεστρία του Δημήτρη Μαυρίκιου, που πραγματικά «έδεσε» όλα τα στοιχεία αυτής της τόσο προσεγμένης και αξιόλογης παράστασης. Για όσους δεν την πρόλαβαν ήδη ανακοινώθηκαν 4 νέες έκτακτες ημερομηνίες για τον Μάρτιο (9, 11, 15, 18).