Εξ' αιτίας της συγκέντρωσης του ΚΚΕ στο Σύνταγμα όλο το κέντρο ήταν κλειστό. "Καλύτερα Σάββατο που δεν δουλεύει ο κόσμος", σκεφτόμουν προσπαθώντας να κατευνάσω το θυμό μου, ενώ πάσχιζα να φτάσω στον προορισμό μου, μέσα σε μια πόλη πολιορκημένη,με τους γύρω δρόμους μποτιλιαρισμένους. Αλλά πάλι γιατί βράδυ; Τόσο δεν είχαν που αλλού να πάνε Σαββατιάτικα που έπρεπε να μας κάνουν κοινωνούς της απελπισίας τους; Και γιατί τώρα; Να ναι άραγε αυτή η συγκέντρωση η πρώιμη έναρξη προεκλογικής περιόδου; (Ενδιαφέρον θα είχε αυτό. Σαν το '89 ένα πράγμα).


Όταν έφτασα έξω από τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και βρήκα επιτέλους να παρκάρω δίπλα σ' ένα περιφραγμένο οικόπεδο, άνδρες της Ασφάλειας, έτρεχαν με σουρεαλιστικό τρόπο και πλήρη εξοπλισμό τη μικρή ανηφόρα της οδού Πύρρας. Κοντοστάθηκα από δημοσιογραφική περιέργεια και τότε ο τελευταίος απ' αυτούς στράφηκε και με ρώτησε:
"Μήπως είδατε κάποιον να μπαίνει εδώ μέσα;", και με το αυτόματο έδειξε το εγκαταλελειμμένο οικόπεδο. "Όσο πάρκαρα, όχι", απάντησα ευτυχής που δεν χρειαζόταν να πω ψέματα.

 

Έπρεπε οι Πλατέλ και Κασόλ να ακολουθήσουν την L. μέχρι το τέλος. Μαζί τους την ακολουθεί θέλει δεν θέλει και ο θεατής. Ο θεατής που στην αρχή εξεγείρεται. Θυμώνει. Παγώνει. Αποστασιοποιείται. Χασμουριέται από αντίδραση. Αντιδρά σαν ζωύφιο πιασμένο σε φακό μεγεθυντικό. Ο θεατής παρατηρητής. Πάσχων και υπεράνοσος ταυτόχρονα.


Προχωρήσαμε το δρόμο μας ικανοποιημένοι. Εγώ επειδή όντως δεν είχα δει κανέναν, εκείνος επειδή γλίτωσε την έρευνα που θα αναγκαζόταν να κάνει μόνος του σε κάτι που εμφανώς φοβόταν. (η υπόλοιπη ομάδα είχε ήδη προχωρήσει).
Κι αν είχα κάνει λάθος; Κι αν αυτός ο "κάποιος" είχε μπει λίγο πριν εγώ παρκάρω; Εγώ είχα απαντήσει λάθος ή εκείνος δεν έκανε σωστά τη δουλειά του;


Μ' αυτή την περίεργη διάθεση εκνευρισμού, μπήκα στη Στέγη να δω την τελευταία παράσταση των C de la B. Requiem pour L την ονόμαζαν κι ήταν η δημιουργία των Αλέν Πλατέλ και Φαμπρίτσιο Κασόλ. Μια δημιουργία πάνω στο εμβληματικό κύκνειο άσμα του Μότσαρτ.


Pour L.

Mε την συγκέντρωση Κουτσούμπα και τον καταζητούμενο (μετανάστης να ταν άραγε ή ένας από τους επίδοξους δολοφόνους του επιχειρηματία για τον οποίο δεν ξανακούσαμε ποτέ τίποτα;) εννοείται πως καθυστέρησα και δεν με άφησαν να πάω στη θέση μου. Με οδήγησαν στο θεωρείο όπου μαζί με άλλους ομοιοπαθείς, μπήκαμε όταν ήταν βέβαιο πως δεν θα ενοχλούσαμε την παράσταση.


Η εικόνα της L που αργοπέθαινε στην οθόνη με ενόχλησε ακόμα περισσότερο. Η σκηνή από κάτω ήταν γεμάτη μαύρα γυαλιστερά παραλληλόγραμμα κουτιά σαν φέρετρα. Μουσικοί, τραγουδιστές, χορευτές, κάθονταν επάνω τους. Τραγουδούσαν ή χόρευαν. Περίμεναν.


Η παράσταση ακολουθούσε το αληθινό ψυχορράγημα μιας γυναίκας. Θυμήθηκα την Μ που πέθαινε κάθε μέρα κι από λίγο πέρσι το Φεβρουάριο στο νοσοκομείο. Θυμωμένη σκέφτηκα να σηκωθώ να φύγω.


Όμως στη σκηνή μαύροι χορευτές έθεταν πανάρχαια ερωτήματα. Είναι ο θάνατος κατώφλι; 'Ενα πέρασμα για την αιώνια γη των πνευμάτων; Πως γίνεται ο Αφρικανός να ταυτίζεται με το ίδιο ερωτηματικό που βασάνιζε τους Ορφικούς; Οι κινήσεις των χορευτών παραπέμπουν σε μονομαχίες κοκόρων. Οι άνθρωποι βάζουν στοιχήματα για την ψυχή της L.

 

Η μουσική του Μότσαρτ που μπλέκεται με την Αφρικανική και γίνονται ένας φρενήρης ρυθμός. Ενίοτε και χαρούμενος.
Η μουσική του Μότσαρτ που μπλέκεται με την Αφρικανική και γίνονται ένας φρενήρης ρυθμός. Ενίοτε και χαρούμενος.


Οι Πλατέλ και Κασόλ χρησιμοποιούν την Αφρικανική κουλτούρα και μουσική με ευφυή τρόπο για να παντρέψουν διαφορετικές ηπείρους που συναντιούνται πάνω από το ίδιο σάβανο. Αν ο Μότσαρτ -που θεωρείται σύγχρονος για την εποχή του- ζούσε σήμερα, τι όργανα θα χρησιμοποιούσε; Το εμπνευσμένο δίδυμο των Βέλγων χρησιμοποιεί ό,τι πιο μοντέρνο, ό,τι πιο κοντά στο ένστικτο του ζώου, ό,τι μας φέρνει πιο κοντά στην απεραντοσύνη της σαβάνας, στη σκόνη και τη σιωπή της. Στο χου εις χούν με μια ζωώδη αγριότητα όμως. Στην τελευταία πνοή.


Όλη αυτή την ώρα η L στη μεγάλη οθόνη χαροπαλεύει σε αργή κίνηση. Το σβήσιμο των ματιών, η γλώσσα της που σαν μικρό ζώο προσπαθεί να βρέξει τα φρυγμένα χείλη. Κυρίως το σβησμένο βλέμμα. Το ετοιμοθάνατο. Ο αγαπημένος που γίνεται ξένος καθώς αποσύρει το βλέμμα από πάνω μας και συγκεντρώνεται ολοκληρωτικά στον εαυτό του. Ο δικαιολογημένος εγωισμός του προσφιλούς προσώπου ενόψει του θανάτου. Αυτή η σκληρότητα. Στην οθόνη.


Από κάτω η λεκάνη του μαύρου χορευτή οργιάζει. Κινήσεις που παραπέμπουν στον έρωτα. Στο πάθος. Στην άφρονα δίψα. Κινήσεις που σου θυμίζουν την ηδονή της ζωής κάτω από το γιγάντιο ψυχορράγημα.

 

Έπρεπε οι Πλατέλ και Κασόλ να ακολουθήσουν την L. μέχρι το τέλος. Μαζί τους την ακολουθεί θέλει δεν θέλει και ο θεατής. Ο θεατής που στην αρχή εξεγείρεται. Θυμώνει. Παγώνει. Αποστασιοποιείται. Χασμουριέται από αντίδραση. Αντιδρά σαν ζωύφιο πιασμένο σε φακό μεγεθυντικό. Ο θεατής παρατηρητής. Πάσχων και υπεράνοσος ταυτόχρονα . Εκείνος που δεν θα πεθάνει ποτέ -ή που έτσι νομίζει. Ο θεατής που στο τέλος εξοντωμένος υποκύπτει. Η μουσική του Μότσαρτ που μπλέκεται με την Αφρικανική και γίνονται ένας φρενήρης ρυθμός. Ενίοτε και χαρούμενος. Επειδή ο θάνατος έχει κι αυτή την πλευρά. Καθαρίζει το παλιό και κουβαλάει τη χαρά του καινούριου. Ο κάθε θάνατος.

 

Φεύγοντας εκείνο το βράδυ από τη Στέγη όσοι δεν κουβαλούσαν ένα φυλαχτό μαζί τους κινδύνευαν οδηγώντας για το σπίτι πιασμένοι σε μια φυγομόλο κίνηση (θανατηφόρο ανακάτεμα φυγόκεντρου και κεντρομόλου). Τύμπανα της Αφρικής χτυπούσαν στο μυαλό τους -σαν απόηχος μέσα από τα ηχεία του καινούριου τους ενδεχομένως αυτοκινήτου.

 

Έμεινε επίσης το άγνωστο και ξένο στην αρχή, μα τόσο οικείο στο τέλος, πρόσωπο της L. Το χέρι που της χάιδευε το πρόσωπο ενώ εκείνη είχε πια φύγει. Τα δάχτυλα που προσπαθούσαν αγγίζοντας τα μαλλιά της ελκιπούσας να σχηματίσουν μια τελευταία ανάμνηση. Μέσα από αυτή την κίνηση τρυφερότητας το πρόσωπο της L. έγινε δικό μας οικείο πρόσωπο, αγαπημένο. Μας χάρισε τον ήρεμο θάνατο της σαν υπογράμμιση της άγριας εποχής μας που σωρεύει θανάτους στο κατώφλι μας που καμία χάρη δεν έχουν.

 

Η Λίνα Στεφάνου είναι Διευθύντρια στο περιοδικό NOMAS